Μετά το ντεμπούτο της, κράμα θρίλερ-κωμωδίας με φεμινιστικές αποχρώσεις, «A Promising Young Woman» (2020) για το οποίο πήρε Οσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, η νέα πολυβραβευμένη Βρετανή συγγραφέας, σκηνοθέτρια και ηθοποιός Εμεραλντ Φένελ επανήλθε φέτος με το «Saltburn», το οποίο εμφανίζεται ως μια φυσική προέκταση του προηγούμενου έργου της. Μόνο που αυτή τη φορά το θέμα της δεν έχει να κάνει με την ανισότητα των φύλων αλλά με την ανισότητα των τάξεων, εκεί που ακόμα υπάρχουν οικογένειες που ζουν σε παλάτια: στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Ολιβερ, γόνος μιας μικρομεσαίας οικογένειας, σπουδάζει με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, χωρίς όμως να μπορεί να ενταχθεί στις παρέες των πλουσιόπαιδων μέχρι που γνωρίζει τον γοητευτικό Φέλιξ (Τζέικομπ Ελόρντι). Η ερωτική έλξη που νιώθει ο Ολιβερ για τον Φέλιξ μεταμορφώνεται σε κινητήρια δύναμη όλης της πλοκής. Ο πρωταγωνιστής σταδιακά διεισδύει στην οικογένεια του Φέλιξ με μαεστρία και πολύπλοκους χειρισμούς που κανείς δεν αντιλαμβάνεται ώς το τέλος, όταν είναι πια πολύ αργά.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο υποδύεται ο Μπάρι Κόγκαν αποδίδοντας κυριολεκτικά τρομακτικά έναν χαρακτήρα που δεν διστάζει να πατήσει επί πτωμάτων για να ικανοποιήσει το άρρωστο εγώ του. Το ίδιο τρομακτικός ήταν και στην ταινία του Γιώργου Λάνθιμου «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» (2017), μόνο που εκεί έπαιζε έναν ρόλο μάλλον υπεράνθρωπο, προσωποποίηση ίσως ενός μικρού δαίμονα. Εδώ είναι απλά διαταραγμένος: βουτηγμένος στη δυστυχία της ταπεινής του προέλευσης και με άκρατο φθόνο γι’ αυτά που δεν έχει, προβαίνει σε πράξεις ιερόσυλες.
Η ταινία θυμίζει το, βασισμένο στο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ, «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» (1999) του Αντονι Μινγκέλα, όπου και εκεί ο ήρωας διοχετεύει όλη του τη δεξιότητα στη διαιώνιση ενός ψέματος που οδηγεί στο έγκλημα. Θυμίζει επίσης το «Θεώρημα» (1968) του Πιερ-Πάολο Παζολίνι, όπου ο ξένος επισκέπτης διακόπτει την απατηλή ηρεμία μιας αστικής οικογένειας επιστρατεύοντας το ερωτικό του θέλγητρο. To «Saltburn» ωστόσο διαφέρει από αυτές τις ταινίες κυρίως όσον αφορά τη στάση της δημιουργού απέναντι στον ήρωά της.
«Βρισκόμαστε σε μια παράξενη εποχή τώρα, όπου τα πράγματα που θέλουμε είναι συχνά πράγματα που απεχθανόμαστε ή που μας κάνουν να απεχθανόμαστε τον εαυτό μας», είπε η σκηνοθέτρια σε μια πρόσφατη προβολή της ταινίας στο καινούργιο Μουσείο της Ακαδημίας του Κινηματογράφου στο Λος Αντζελες. «Η αριστοκρατία, τα μεγάλα σπίτια, η βασιλική οικογένεια είναι πράγματα που έχουμε προβάλει πολύ αποτελεσματικά. Για μένα όμως έχει ενδιαφέρον η σχέση μας με αυτά και αυτούς που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε. Παραδείγματος χάρη, η ίδια ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί στον κόσμο του Instagram και του Χόλιγουντ, όπου θέλεις τη ζωή κάποιου άλλου, γεγονός που σε γεμίζει με απέχθεια για τον εαυτό σου αλλά και με μίσος για τους άλλους. Ζούμε μέσα σε μια… πρόστυχη ένταση αυτή τη στιγμή».
«Από την άλλη», απάντησε η συνομιλήτριά της, Kαρίν Κουσάμα, επίσης σκηνοθέτρια, «αυτό που γεφυρώνει την ταινία με το ανθρώπινο συναίσθημα είναι μια αίσθηση μοναξιάς και αποκλεισμού. Παρ’ όλο που πρόκειται για μια κλειστοφοβική, γκόθικ ιστορία, το σπουδαίο τέχνασμά της έχει να κάνει με το γεγονός ότι συμπάσχουμε με τον Ολιβερ».
«Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η αυταπάτη», ανταποκρίθηκε η Φένελ. «Ολοι μας ψευδόμαστε κάθε μέρα, κατά βάση στον εαυτό μας. Νιώθω βαθιά συμπάθεια για έναν χαρακτήρα σαν τον Ολιβερ. Βλέπω τον εαυτό μου σε αυτόν με πολλούς τρόπους, όπως και στους άλλους χαρακτήρες. Κανείς τους δεν είναι άμεμπτος αλλά ούτε και ανάξιος συμπάθειας. Ειδικά ο Ολιβερ υποφέρει από μια ανάγκη την οποία όλοι γνωρίζουμε και μάλιστα νιώθουμε πιο έντονα τώρα από ποτέ άλλοτε – την ανάγκη για καταξίωση. Εργάστηκε σκληρά για να μπει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ήλπιζε ότι θα ξεκλείδωνε αυτή την πόρτα. Αλλά εκεί ανακαλύπτει ότι η σκληρή δουλειά όπως και το κασκόλ του Πανεπιστημίου δεν σημαίνουν τίποτα. Ολα όσα πίστευε ότι θα είχαν κάποια αξία, τώρα αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία. Ολα είναι μια φενάκη… Τελικά οι πράξεις του Ολιβερ είναι σαν όλων των άλλων, με τη διαφορά ότι αυτός παίζει καλύτερα το παιχνίδι – βλέπει τι θέλει ο άλλος και του το δίνει και όλοι μένουν ικανοποιημένοι μέχρι που… αρχίζουν να πεθαίνουν».
Εκεί γέλασε η σκηνοθέτρια. Από αυτή την άποψη, το έργο της, όπως και το προηγούμενο, βρίσκεται πάνω στην κόψη του ξυραφιού της σύγχρονης κινηματογραφικής αισθητικής που θέλει να αναμειγνύει διάφορα δραματικά ήδη (genre) και προπαντός, τελευταία, την κωμωδία με το θρίλερ και τον τρόμο.
«Η δουλειά του σκηνοθέτη δεν είναι να κρίνει τα δραματικά πρόσωπα» πρόσθεσε η Φένελ. «Το ζητούμενο είναι η αλήθεια. Η μόνη σου υποχρέωση (ως σκηνοθέτης) είναι να πεις “εγώ το πρόσεξα αυτό, το έχει προσέξει μήπως και κανείς άλλος;”. Βέβαια βοηθάει το γεγονός ότι συνεργάζεσαι με απίστευτα ταλαντούχους ηθοποιούς σαν τη Ρόζαμουντ (Πάικ) που έχει χάρισμα -όχι μόνο για την κωμωδία- και προπαντός παρατηρητικότητα και νοημοσύνη. Δεν με νοιάζει αν η Elsbeth Catton (η Πάικ υποδύεται τη μητέρα του Φέλιξ στην ταινία) είναι καλή ή κακή σαν χαρακτήρας – απλά θέλω να βρίσκομαι κοντά της…».
Αυτό το στοιχείο της «βαθιάς συμπάθειας» σε πρόσωπα που πάσχουν από ψυχοπαθητικά συμπλέγματα και που στην καθημερινότητά μας θα αποφεύγαμε πάση θυσία, είναι αυτό που ορίζει την ταινία με θετικό πρόσημο, για κάποιους σαν την Καρίν Κουσάμα, ενώ για άλλους, με αρνητικό. Βέβαια, είτε θετικά είτε αρνητικά το δούμε, το «Saltburn» μας προτρέπει να αντιμετωπίσουμε ένα φαινόμενο της εποχής: Ο κινηματογράφος δεν ενδιαφέρεται τόσο για την εξύψωση ή τη συγκίνηση πια όσο για ένα είδος σκοτεινής απελευθέρωσης, ακόμα και αν πρόκειται για τη χειραφέτηση φοβερών δαιμόνων που προμηνύουν την καταστροφή του ανθρώπου.
Αλλωστε, η ταινία είναι αξιοθαύμαστη ως προς την καλλιτεχνική της αρτιότητα. «Επιμένω σε κάθε λεπτομέρεια», επιβεβαίωσε η σκηνοθέτρια. Εφερε το παράδειγμα της συνεργασίας της με τη σκηνογράφο Σούζι Ντέιβις. Παρ’ όλο που η Φένελ είχε συλλέξει πολλές καλαίσθητες εικαστικές αναφορές, η σκηνογράφος τής έμαθε ότι παράλληλα με τις φορμαλιστικές και προσεγμένες συνθέσεις πρέπει να περιλαμβάνονται στοιχεία που προσγειώνουν στην πραγματικότητα, σαν ένα παραγεμισμένο τασάκι, βρομιές ενός σκύλου, γαριδάκια που έχουν πέσει στο πάτωμα… Το ίδιο και με τα κοστούμια – «δεν θέλαμε να δώσουμε την εντύπωση πως τα ρούχα (των ηθοποιών) είναι ολοκαίνουργα». Η ενδυματολόγος Sophie Canale έδινε σημασία στις λεπτομέρειες που προσέδιδαν ρεαλισμό στις σκηνές – όπως «τα κακοφτιαγμένα extensions μαλλιών ή τα υπερβολικά αξεσουάρ».
Στη διάρκεια της προετοιμασίας της ταινίας (pre-production), ολόκληρη η ομάδα του συνεργείου στεγάστηκε σε ένα πολυώροφο κτίριο, όπου ο κάθε όροφος ήταν κατειλημμένος από διαφορετικά τμήματα της παραγωγής. Η σκηνοθέτρια ανεβοκατέβαινε συμβουλεύοντας το κάθε τμήμα. «Είναι σκέτη απόλαυση για μένα το να δημιουργώ μαζί με άλλους – ειδικά όταν τα μέλη της ομάδας είναι τόσο ικανά και ταλαντούχα!»
Παρομοίως, «όταν θες να εμπλουτίσεις την ταινία σου με στιλ και να μιλήσεις για φετίχ της ομορφιάς, θες η ταινία να είναι από τη μια όμορφη και από την άλλη να εκφράζει τις συναισθηματικές αποχρώσεις των χαρακτήρων με την κάμερα», είπε η Φένελ αναφερόμενη στη συνεργασία της με τον διευθυντή Φωτογραφίας Linus Sandgren. «Είμαστε και οι δύο οργανωτικοί τύποι, μας αρέσει να προετοιμαζόμαστε και να συζητάμε για το κάθε τι αλλά μας αρέσει επίσης να αφήνουμε χώρο για παιχνίδι».
Η προσοχή στη λεπτομέρεια δεν είναι μόνο απόλαυση για τη Φένελ αλλά απαραίτητο στοιχείο της δουλειάς της: «Το κάθε μικρό κομματάκι δίνει κάποια πληροφορία… και με απασχολεί το κάθε τι γιατί όλα μένουν στην ταινία για πάντα!»
Ευχόμαστε να δούμε σύντομα και στην Ελλάδα το «Saltburn» που στις αμερικανικές αίθουσες βγαίνει στις 17 Νοεμβρίου.
