Μια φωτογραφία δεν είναι χίλιες λέξεις, είναι ένα γκαπ στον χρόνο για να αρχίσει να μας λέει την ιστορία του στη Μυτιλήνη.
O πόλεμος, ο πόλεμος, ποιος είναι που δεν τον θέλει;
-Αυτοί που κάηκαν τα σπίτια τους.
-Μα δεν είναι δυνατόν, στη θέση των σπιτιών θα χτιστούν ουρανοξύστες, με το ασανσέρ θα φτάνεις στον ουρανό, για πρωινό θα πίνεις σύννεφο.
Ο πόλεμος, ο πόλεμος, ποιος είναι που δεν τον θέλει;
-Εγώ που ξεριζώθηκα από τη γη μου, απ’ το χωριό μου, την πατρίδα μου, που άφησα τους τάφους των δικών μου πίσω.
-Μα δεν είναι δυνατόν, πατρίς όλων μας η γης κι εκεί που είν’ οι τάφοι εργοστάσια θα υψωθούν, πάνω στους νεκρούς θα ορθωθεί η νέα υπέροχη ζωή.
Ο πόλεμος, ο πόλεμος, ποιος είναι που δεν τον θέλει;
Τέσσερις γυναίκες, τέσσερις ψυχές, ήρθαν στο όνειρό μου και με τσίγκλησαν: «Κάθεσαι, κοιμάσαι, τρως και πίνεις κι εμάς τα παιδιά μας θαμμένα στη γη κι ούτε ένα λουλούδι στο μνήμα τους κι οι άντρες μας κρεμασμένοι από το δέντρο της αυλής να μας χλευάζουν εμάς που επιζήσαμε. Ξύπνα, τι κοιμάσαι, κοίτα μας, είμαστε το παράδειγμα του μέλλοντός σου, αν δεν κάνεις κάτι»
-Εγώ, μου πήρε γιο και άντρα και στρατιώτες βιάσαν την κόρη μου, κρεμάστηκε στο δέντρο της αυλής.
-Μα δεν είναι δυνατόν, τι είναι τρεις θάνατοι μπροστά στο μεγαλείο της ανάπτυξης, του καινούργιου θαυμαστού κόσμου που φτιάχνουμε κι όχι μόνο τον φτιάχνουμε αλλά σκάβουμε και τάφρους γύρω τριγύρω και νεκρές ζώνες για να τον προστατέψουμε.
Του ήλιου η θυγατέρα η ελιά στο ελαιοτριβείο, σπάζαν τον καρπό, βγάζαν το λάδι, βγάζαν την πυρήνα, έδινε ζωή και πλούτο, τώρα παρατημένος ο συνεταιρισμός με παρατημένους στην τύχη τους ανθρώπους, το δώρο της Αθηνάς, η ελιά [τσακισμένο, ρημαγμένο το σπίτι της], με το δώρο του Αρη, τον πόλεμο, που ξεριζώνει τους ανθρώπους από τη γη τους. Περιμένοντας το πλοίο
Τι να σου κάνω; Δεν φταίω εγώ γιατί εκεί που ήταν το χωράφι σου κι οι τάφοι των δικών σου και το σπίτι σου, είναι εκεί που φτιάχνουμε τις τάφρους. Βλέπεις, δεν φτάναν τα μπάζα να τους στερεώσουμε, θέλαμε και πτώματα. (Από το θεατρικό έργο του Θ.Σ. «Ο χρηματιστής, τα γεράκια και ο φτωχούλης ενός πιο φτωχούλη Θεού»)
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στο «Μαουτχάουζεν», ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της νεοελληνικής γραμματείας, γράφει πως οι ναζί τούς βάζαν να στρώνουν τους δρόμους με καψαλισμένα κόκαλα και καύκαλα από τα κρεματόρια, γιατί αντέχαν πιο πολύ από την άσφαλτο.
Αν έβγαζες το χρώμα και σκόνιζες λίγο χρόνο πάνω σε αυτήν τη φωτογραφία, θα νόμιζες πως βλέπεις τους ξεριζωμένους από τη Σμύρνη κι από τον Πόντο κι ο Σεφέρης, ξεριζωμένος κι αυτός, έγραψε πως όταν φτάσανε στο ελληνικό λιμάνι, τα σπίτια κλείναν τα παράθυρα, τρομαγμένος ο κόσμος μη φορτωθούν τους πρόσφυγες, κλειδώνονταν σπίτια τους κι ούτε ένα ποτήρι νερό δεν πρόσφεραν και μια μάνα έφτυνε στο στόμα του παιδιού της να το ξεδιψάσει.
Κι οι ναζί όπως και ο φασισμός δίναν τη μεγάλη υπόσχεση για έναν καινούργιο θαυμαστό κόσμο, όλοι να είναι χρήσιμοι για το χτίσιμό του, ακόμη και τα κόκαλα των νεκρών. Πάντα η μεγάλη υπόσχεση φέρνει τη μεγάλη διάψευση και πόνο και εξανδραποδισμό και Αουσβιτς και γκουλάγκ.
Ενα παιδί, με ένα άδειο μπουκάλι, ψάχνει για νερό, σε φόντο με τοίχους με τα παγκόσμια αγγλικά γράμματα σε ένα ελληνικό νησί, χωρίς χρόνο, χωρίς τόπο αναγνωρίσιμο, όλοι οι τοίχοι πια ίδιοι είναι, ίδια αχρονικότητα κουβαλούν τα κενού νοήματος παγκόσμια γράμματά τους, μόνο το παιδί έχει χρόνο, αναγνωρισιμότητα, ύπαρξη, τρέχει με έντονη την επιθυμία του για λίγο νερό, να πλυθεί, να ξεδιψάσει. Τον αναγνώρισα μέσα σε τόσα άλλα παιδιά. Είναι ο γιος μου
Ποια είναι η μεγάλη υπόσχεση των χρηματιστών και των πραγματιστών του νεοφιλελευθερισμού; Ενα παιδί ονειρεύεται, ένα παιδί ρωτάει, μια γραμμή στον νέο χάρτη που χαράζετε για τον νέο θαυμαστό κόσμο σας διέλυσε την πατρίδα μου, σκότωσε τον πατέρα μου και τους θείους μου, έκαψε τη σοδειά μας, αλήτης εγώ κι η μάνα μου να γυρίζω άπατρις τον κόσμο, άξιζε τόσο για σας; Γιατί για μένα δεν άξιζε με τόσο πόνο που έφερε.
Πώς το αντέχετε να χτίζετε με αίμα και θάνατο τον κόσμο σας κι η δυστυχία του άλλου να είναι η δική σας ευτυχία; Η μεγάλη σας υπόσχεση από τη διατύπωσή της κιόλας κουβαλάει και τη μεγάλη διάψευση.
