Η σύγχρονη πόλη νοείται ως πεδίο διαπραγμάτευσης όχι μόνο της καθημερινής μας κίνησης (με τα πόδια ή με όποιο άλλο μέσο κινούμαστε μέσα σ’ αυτή) αλλά και του ίδιου του φαντασιακού μας. Η Τέχνη και ο Πολιτισμός είναι ίσως (καθόλου ίσως) οι μοναδικοί «τόποι» όπου το φαντασιακό μπορεί να μεταστοιχειωθεί σε συλλογική βιωμένη πραγματικότητα και ατομική τέρψη ή απλώς συναίσθηση. Οπότε η πόλη, ο δημόσιος χώρος της δηλαδή, είναι αξιωματικά «δεμένος» με τις Τέχνες. Κυρίως τις σωματικές, όπως ο χορός, αλλά και η μουσική (φαντάζεστε να μην ακούγαμε ούτε τον ήχο των βημάτων μας;).
Η οικιακότητα διαφοροποιείται από τον δημόσιο χώρο ακριβώς γιατί ο δεύτερος είναι μέρος της, μέρος του «όλου». Του χώρου, δηλαδή, όπου τα λεγόμενα «θεσμικά ρυθμιστικά πλαίσια» (βλέπε Αθήνα του Μπακοζάν) μπορούν να παρεμβαίνουν κατά το δοκούν. Αν όμως δεν είναι οι ίδιοι οι κάτοικοί της πόλης που ορίζουν την πλαισίωση αυτού του χώρου, ως τμήμα μιας συμμετοχικής διαδικασίας ταυτοποίησής του, τότε ποιοι είναι; Οχι μόνο οι επιθυμίες, αλλά τα ίδια τα σώματά τους, η κίνησή τους μέσα του, ο όγκος που καταλαμβάνουν κατά την κίνηση αυτή και η συν-κίνηση με τους υπόλοιπους είναι που δημιουργούν τη σταθερά-καταλύτη των ορίων του δημόσιου χώρου και αντίστροφα… Αρκεί, βέβαια, να είναι. Οι άνθρωποι της πόλης να είναι. Εκεί. Ολόκληροι. Υπαρξιακά και κινησιολογικά.
Πριν από λίγες ημέρες, στο Ηρώδειο (βλέπεις η Αθήνα είναι η μόνη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δίχως κλειστό ή ανοιχτό σύγχρονο συναυλιακό χώρο προδιαγραφών στο κέντρο της), τους είδαμε. Δύο ώρες ακριβώς. Με το ρολόι. Ακίνητοι. Δύο ώρες ακίνητοι και όρθιοι μπροστά στα συνθεσάιζερ (ή τους μεταλλαγμένους απογόνους τους, καθώς σε κάτι τέτοια παίζανε μουσική). Και μόνο αυτό είναι επίτευγμα. Πόσο μάλλον αν είσαι και 70 ετών (και 20 να είσαι, δηλαδή, και να μείνεις ακίνητος εντελώς και όρθιος επί δύο ώρες είναι επίτευγμα). Είκοσι χρονώ ήταν όταν το 1970 ξεκίνησαν ουσιαστικά αυτό που σήμερα ονομάζουμε ηλεκτρονική μουσική και electropop και techno και όλα αυτά τα μουσικά είδη και ρεύματα. Αυτοί ήταν οι πρωτοπόροι για όλους όσοι ακολούθησαν (δεν υπάρχει σοβαρός μουσικός -και ασόβαρος μη σου πω- που να μην επηρεάστηκε από αυτούς στην ηλεκτρονική μουσική). Αυτοί ήταν οι πρωτοπόροι: Δύο νέα παιδιά, στο Ντίσελντορφ. Και φτιάξαν και δική τους εταιρεία (που ακόμα υπάρχει) για τις παραγωγές και τελείωσαν μετά και τις σπουδές τους και μάς πήραν τα μυαλά. Αυτό έκαναν. Εμάς και εκατομμυρίων άλλων στον πλανήτη, όποτε κι αν τους «γνωρίσαμε» χρονικά. Και το λέω εγώ, που σπάνια αντέχω την ηλεκτρονική μουσική. Αλλά οι τύποι είναι απίστευτοι!… Και στο τέλος της βραδιάς, ένας ένας, πάντα στα συνθεσάιζερ μπροστά, έφευγε. Εκανε ένα βήμα προς τ’ αριστερά, έκανε μία υπόκλιση – μία!-, κι έφευγε. Ούτε σαράντα υποκλίσεις (όπως οι περισσότεροι δικοί μας), ούτε δώσε και πάλι χειροκρότημα, ούτε «ευχαριστώ λαέ μου», ούτε «δοξάστε με», ούτε τίποτα. Μας τρέλαναν, έκαναν μία μόνο υπόκλιση κι έφυγαν. Ενας ένας. Και είναι Γερμανοί και το λέω εγώ (δεν είναι πολιτικά ορθό, ωστόσο απ’ όπου κι αν έχω πιάσει αυτόν τον λαό, δυσκολεύομαι πάντα να συνυπάρξω σε όποιο επίπεδο, όποια ιστορική στιγμή). Οι Kraftwerk όμως είναι το κάτι άλλο. Πάντα ήταν και συνεχίζουν.
Πριν από ακόμα λιγότερες μέρες, στα Χανιά αυτή τη φορά, είδαμε κάτι αντίστοιχο – μα όχι στην ακινησία, αλλά στη πλήρη κίνησή του. Η Σοφία Φαλιέρου έχει κατορθώσει σχεδόν το ακατόρθωτο: να δημιουργήσει όχι μόνο ένα πραγματικά διεθνές φεστιβάλ σύγχρονου χορού (Dance Days Chania) αλλά και να συγκεντρώσει γύρω της δεκάδες ανθρώπους, έναν κι έναν όμως, που θέλουν να βοηθήσουν σε εθελοντική βάση, ακριβώς γιατί αντιλαμβάνονται την αξία του σώματος μέσα στον δημόσιο χώρο και το πώς το ένα ενσταλάζει μέσα στο άλλο ποιότητες, ομορφιά ή ασχήμια.
Εκεί, η Ελληνίδα (με έδρα το Βερολίνο) Εύα Γεωργιτσοπούλου μάς παρουσίασε τη δική της χορογραφημένη οπτική πάνω «στο πώς η γυναίκα, μόνο η γυναίκα δίχως κανέναν άλλον δίπλα της, αντιλαμβάνεται την αγάπη και το δόσιμο», όπως μάς είπε. Εκεί, οι Ρουμάνοι Ζόλταν, Λάζλο και Ατίλα μάς πέταξαν στη μούρη (αναπάντεχα!) την καπιταλιστική μας καθημερινότητα, χορεύοντας συγκλονιστικά, όντες ηθοποιοί (!), μέσα σε έναν περιορισμένο, τετραγωνισμένο χώρο. Εκεί, η Ιταλίδα Ελιάνα Στραγκαπέντε και ο Μπόρνα Μπάμπιτς (με έδρα το Βέλγιο) μάς ξετρέλαναν με την κίνηση σωμάτων δίχως κόκαλα, που εφάρμοζε στην απόλυτη αγάπη, απώλεια και σύνθεση των δύο.
Ολα αυτά λίγο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών που ζούμε. Με τα ζώα να τρέχουν να σωθούν (μα πού;), με ανθρώπους που ο κρατικός μηχανισμός χτύπησε ολοφάνερα, φανερός μόνο ως βία και καταστολή, μα και άνθρωποι που πέθαναν προσπαθώντας κάτι να σώσουν… Με μία κίνηση δηλαδή, και πάλι στον δημόσιο χώρο, της οποίας ωστόσο τα αποτελέσματα μένει να δούμε ποια θα είναι και τι αλλαγές θα φέρουν στην κυματοσυνάρτηση που λέγεται «το μέλλον αυτής της χώρας με αυτούς τους εγκληματίες στην εξουσία».
