ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι μια νέα γυναίκα, πολύ νέα και πολύ έτοιμη. Η Ιώ Βουλγαράκη δεν συστήνεται ως σκηνοθέτρια τώρα στο κοινό. Με μια ήδη μεγάλη διαδρομή για την ηλικία της (Φιλοσοφική, Δραματική Σχολή Εθνικού -ως μαθήτρια και πλέον ως καθηγήτρια-, αριστούχος απόφοιτος της Σχολής Σκηνοθεσίας του Ρωσικού Πανεπιστημίου Θεατρικής Τέχνης GITIS της Μόσχας κ.ά.), από το 2013 που επέστρεψε στην Ελλάδα δεν έχει σταματήσει να ανεβάζει ιδιαίτερες παραστάσεις, φαινομενικά πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Τώρα «κατεβαίνει» Επίδαυρο σκηνοθετώντας την «Εκάβη» του Ευριπίδη, μια μεγαλειώδη τραγωδία και δεόντως τολμηρή ως προς τα νοήματα και τη δραματουργική τους έκφραση.

• Εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Ευριπίδης έρχεται και ρίχνει κατάμουτρα στους Αθηναίους την αλήθεια: «Είστε δολοφόνοι, είστε υβριστές, δεν ορρωδείτε προ ουδενός». Μάλιστα το γυρνάει και στον εαυτό του, «είμαι Ελληνας και είμαι αυτό: υβριστής, αλαζόνας, δεν σέβομαι τον αντίπαλο». Πόσο θάρρος, θράσος και τόλμη θέλει αυτό;

Από τη μια, είναι ένα κράμα της φύσης, της ιδιοφυΐας του ποιητή και ταυτόχρονα μια άλλη λειτουργία θεάτρου που σχετίζεται με το γίγνεσθαι και το τώρα, αλλά με έναν πολύ βαθύ, πολιτικό, ζωντανό και τολμηρό τρόπο. Βέβαια, το τολμηρό στην Ελλάδα είναι παρεξηγημένο αδίκως και δικαίως. Είναι όμως ένα ζωντανό πράγμα, όπου κάθε δημιουργός με βάση την ιδιοσυγκρασία του κάτι προσφέρει, κάτι προτείνει, έρχεται σε ένα διάλογο με το κοινό. Πρέπει να έρθει σε έναν διάλογο με το κοινό, γιατί αν δεν το ταρακουνάει ανάλογα με την πρόθεση του δημιουργού, τότε δεν έχει νόημα να πηγαίνουμε στο θέατρο. Τόσο απλό είναι… Ας δούμε για παράδειγμα τον θόρυβο που ξεσηκώθηκε πρόσφατα με την παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου: γράφτηκαν πολλά, μα δεν θα μπορούσα να τα πω καλύτερα από όσα έγραψε ο Σάββας Πατσαλίδης, ο οποίος τοποθετεί το θέμα εκεί που πρέπει σε σχέση με την ιερότητα του χώρου κ.λπ. (σ.σ. «Επιδαύριος πόλεμος», parallaximag.gr)

• Υπάρχει το ζήτημα ότι είναι συγκεκριμένη επιλογή ανάμεσα σε χιλιάδες, που χρηματοδοτήθηκε από δημόσιο χρήμα.

Ε, και; Εχουμε δει χιλιάδες πράγματα από δικά μας χρήματα που δεν τάραξαν τίποτα και δεν μίλησε κανείς γι’ αυτά. Ξαφνικά θυμόμαστε τον φορολογούμενο πολίτη όταν κάτι μας ξεβολεύει. Τι περιμένουμε; Να δίνουμε τα χρήματά μας για να γίνεται ένα θέατρο ακριβώς έτσι όπως το θέλουμε; Τι είδους «νταβατζιλίκι» είναι αυτό; Το θέατρο είναι ένας χώρος ελευθερίας, δεν μας έχει μείνει και κανένας άλλος! Η σκηνή είναι ο μόνος χώρος ακόμα που μπορούν να λέγονται τα πάντα. Αν μπαίνουμε σε μια οποιασδήποτε μορφής λογοκρισία και σε αυτόν τον χώρο, τότε έχουν τελειώσει και τα πάντα.

• Αν δεν έχει μείνει άλλος χώρος, εσύ τα παιδιά σου πού θα τα μεγαλώσεις; Μέσα σε ένα θέατρο μόνο;

Δεν ξέρω… Είναι μια αντίφαση, αλλά όταν έμεινα έγκυος μια συνάδελφος μου είπε: «Καλώς ήρθες στην υπαρξιακή υποχρέωση της αισιοδοξίας!». Είναι ό,τι πιο σοφό και ό,τι πιο βαθύ μού έχουν πει για τη γονεϊκότητα. Οπότε έτσι αντιμετωπίζω αυτή τη σχέση, ως θέσει αισιόδοξη. Οφείλω πλέον να είμαι υπαρξιακά αισιόδοξη… Πάντως, επειδή η συζήτηση ξεκίνησε από τον Ευριπίδη, την εποχή του κ.λπ., πάντα το αποτέλεσμα ενός έργου τέχνης είναι ζύμωση πραγμάτων και της εκάστοτε προσωπικότητας και της εποχής. Οι δημιουργοί δεν πέφτουν από τον Αρη, είναι δημιουργήματα του καιρού τους.

• Τότε είναι θαύμα ότι είσαι απέναντί μου και σε βλέπω και υπάρχεις, αν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες που ζούμε, με τα δύο τρίτα της Βουλής να είναι από alt right έως θρησκόληπτη Ακροδεξιά και συντηρητικό νεοφιλελευθερισμό.

Είμαστε μια διαρκής συνομιλία με αυτό που συμβαίνει. Η εμπειρία δείχνει ότι όσο πιο «σκούρα» είναι τα πράγματα, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη να δημιουργεί κανείς, να αρθρώνει λόγο, να ανοίγει θέματα. Επειδή είναι μια σκοτεινή εποχή, γίνονται και πράγματα.

• Σκοτεινές εποχές ήταν και ο Εμφύλιος, η δικτατορία. Τώρα μήπως είναι μίζερη; Το λέω καθώς δεν υπάρχει ικανό αντίπαλο δέος ίσως…

Ούτε αντίπαλο δέος ούτε ορατός αντίπαλος υπάρχει. Ας λάβουμε, όμως, υπόψη ότι βγήκαμε από την πανδημία, η οποία δημιούργησε ένα τραύμα από το οποίο δεν έχουμε συνέλθει ακόμα. Υπάρχει ένα ανεπίλυτο πένθος τεράστιο: ο τραυματισμός της συλλογικότητας μέσω της απομόνωσης που βιώσαμε. Πρόκειται για μια κοινωνική συνθήκη πολύ ακραία, από την οποία δεν έχουμε συνέλθει. Ακόμα πεθαίνουν άνθρωποι από κορονοϊό. Η εποχή είναι σκοτεινή, είναι ακραία, έχει μεγάλη φτώχεια, τρομοκρατία, ανισότητα και ταξικότητα, δεν ξέρουμε πού θα οδηγήσει. Αυτό το βρίσκω σκοτεινό, όχι μίζερο. Νομίζω ότι όλοι οι μηχανισμοί εξουσίας προσπαθούν να τροφοδοτήσουν τη μιζέρια, να είμαστε μίζεροι και κατηφείς, το οποίο είναι «καλύτερο» από το να είμαστε οργισμένοι.

• Μόνο οι καλλιτέχνες μού μιλάτε για την περίοδο της πανδημίας – οι υπόλοιποι σαν να το έχουμε ξεχάσει. Και ήταν οι καλλιτέχνες που αμέσως ξεσηκώθηκαν μετά την πανδημία, σε κάτι που και πρωτοπορία είχε, και διάρκεια, και συλλογικότητα και πολλή δικαιοσύνη και πολλή αισθητική είχε και αγωνιστικότητα. Δηλαδή, εσείς που δεν το ξεχνάτε, ήσασταν αυτοί που κάνατε ένα άλμα πάνω από αυτό (σ.σ. την πανδημία).

Είναι μέρος της δουλειάς και της φύσης των καλλιτεχνών να μη συνηθίζουν. Το φρικτό με την ανθρώπινη φύση είναι ότι μπορεί να συνηθίσει τα πάντα – γι’ αυτό επιβιώνει μάλλον. Αυτό με τρομάζει… Στη διάρκεια των καλλιτεχνικών κινητοποιήσεων πέρασα από διάφορες φάσεις: ότι θα γίνει «χαμός», ότι η δυναμική θα είναι ικανή να ανατρέψει πράγματα, είχε μια βαθιά δυναμική το φοιτητικό κίνημα. Αλλά ζούμε στην Ελλάδα όπου δεν ανοίγει ρουθούνι, όπου λέμε «ε, και τι έγινε;». Πρακτικά, σε επίπεδο πολιτικού χειρισμού (αυτής της κυβέρνησης), πράγματι δεν έγινε τίποτα. Το σύστημά τους είναι τοίχος, χτυπάς πάνω του το κεφάλι σου και το σπας.

Σε επίπεδο διεργασιών, που δεν είναι ορατές, όμως, κερδήθηκαν πολλά: αναπτύχθηκαν συλλογικότητες, γνωριστήκαμε και συζητήσαμε μεταξύ μας, άνθρωποι που πριν δεν είχαμε τον χρόνο ή την αφορμή. Δηλαδή, συνέβη κάτι. Και φυσικά τα αιτήματα και οι δράσεις μας ακούστηκαν στο εξωτερικό πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στην Ελλάδα και αυτό δεν το υποτιμώ καθόλου. Εζησα πολλά χρόνια στη Ρωσία, σπούδασα σκηνοθεσία στη Μόσχα, είχα την τύχη να έχω πολύ υποστηρικτικούς γονείς, σε βαθμό που ο πατέρας μου δεν ήθελε να επιστρέψω στην Ελλάδα. Επέστρεψα το 2013 και εκείνος μού έλεγε: «Δεν είναι χώρα αυτή, είναι αστείο, είναι πλάκα, πήγαινε κάπου αλλού!».

Είχε δίκιο: η χώρα αυτή είναι ένα κακό «αστείο»… Εχασα τον πατέρα μου ενώ ήμουν έγκυος και αυτή η μεταμόρφωση έχει να κάνει με τη δουλειά μου. Αν παρατηρήσεις, φέτος ενώ κάνω πράγματα εντελώς διαφορετικά δραματουργικά, ωστόσο τα συνδέει μια κοινή θεματική διαδρομή: το πένθος. Από το πένθος των παιδιών («Η Χάιντι και τα βουνά» στο Εθνικό), στο πένθος των γονιών στην «Αρκουδοράχη» και στο συλλογικό πένθος στην «Εκάβη». Για μένα αυτή η θεματική διαδρομή καθόρισε τις φετινές παραστάσεις, παρ’ όλο που δεν φαίνεται να έχουν εμφανή σχέση μεταξύ τους.

• Το κείμενο του Ευριπίδη, η «Εκάβη», τι απαιτεί από τη μεριά του σκηνοθέτη;

Καταρχάς να έχει χάσει κάτι ανεπιστρεπτί, όπως όλοι μας: άνθρωπο, κομμάτι του εαυτού μας, της εποχής μας. Θέλει δίψα και τόλμη. Προσωπικά ένιωσα πως ζητούσε να αναγνωρίσω στον εαυτό μου το δικαίωμα στην ευθραυστότητα. Νομίζω ότι περνάω μια νέα φάση, σαν να βρίσκω το θάρρος να είμαι πολύ προσωπική μέσα στη διαδικασία της δουλειάς, κάτι που σημαίνει ότι εκτίθεμαι, είμαι εύθραυστη και ευάλωτη. Αυτό μπορεί να φαίνεται ότι είναι αυτονόητο όταν κάνεις θέατρο, παρ’ όλα αυτά δεν είναι…

Βέβαια, πάντα υπάρχει πυρηνική σχέση του σκηνοθέτη με το έργο, ωστόσο δεν ξέρω αν πρέπει να το έχει στον νου του ο θεατής αυτό ήδη πριν δει την παράσταση, πριν τη νιώσει. Ο σκηνοθέτης συστήνεται μέσα από το έργο – γι’ αυτό είναι και ευάλωτο επάγγελμα. Για τον ηθοποιό είναι κάπως διαφορετικά: η δική του έκθεση έχει κάτι το αδιαμεσολάβητο. Αυτό είναι θαυμαστό! Παρ’ όλο που το έχω σπουδάσει, δεν μπορώ να το κάνω – δεν μπορώ να είμαι ηθοποιός!

Η έκθεση του σκηνοθέτη είναι άλλου είδους, αλλά υπάρχει η παρεξήγηση ότι επειδή υπάρχει ένα κομμάτι οργανωτικό, ηγετικό, δεν είναι εύκολο να βρίσκεις την ισορροπία ανάμεσα στον ηγετικό ρόλο και στο να εμπνεύσεις, να οργανώσεις, να βάλεις όρια στην ομάδα και ταυτόχρονα να παραμένεις ήρεμη. Να εκθέτεις την ευθραυστότητά σου, ενώ ταυτόχρονα να φέρεις και την «πανοπλία» που απαιτεί ο ρόλος σου ως σκηνοθέτη. Αυτό είναι μια μεγάλη αντίφαση. Αυτό είναι που θέλει τόλμη.

• Ο Ευριπίδης στρέφει τον καθρέφτη στους ίδιους τους Αθηναίους. Πόσο δύσκολο είναι να γίνει αυτό σήμερα;

Το θέμα είναι πως όπως κι αν στρέψεις τον καθρέφτη, ο καθένας θα δει αυτό το οποίο είναι έτοιμος και μπορεί/αντέχει να δει. Στο θέατρο υπάρχουν χίλια ζευγάρια μάτια, άρα χίλιοι κόσμοι. Αυτό που θα ήθελα να επικοινωνήσω με το κοινό στην Επίδαυρο, το οποίο είναι μεγάλο κοινό, άρα αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας μας, είναι το συλλογικό πένθος. Δεν είναι δυνατόν να ζούμε σε έναν κόσμο τέτοιας βίας και να πενθούμε σπίτι μας.

Το πένθος είναι δημόσια υπόθεση! Δεν γίνεται να γίνονται τα Τέμπη και να μην πενθούμε, δεν γίνεται να γίνεται το ναυάγιο έξω από την Πύλο και να μην πενθούμε δημόσια. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι δεν δίνεται χώρος γι’ αυτό: πήγε ο κόσμος να διαμαρτυρηθεί έξω από τα γραφεία της Hellenic Train και έτρωγε τα χημικά, ενώ πήγε με κεριά. Γίνονται οι γυναικοκτονίες, αλλά ο μηχανισμός εξουσίας δεν θέλει να δώσει χώρο στο πένθος.

• Αυτό που λες «έρχεται» κατευθείαν από την αρχαία τραγωδία.

Ακριβώς! Αν δεν βιωθεί αυτό, αν δεν βιωθεί συλλογικά και δημόσια το πένθος, τότε οδηγεί σε βία. Από θύμα γίνεσαι θύτης. Οταν είσαι συνεχώς στην απώλεια και τη βία, τότε είναι αναπόδραστο. Αυτό θα ήθελα κάπως, με κάποιο τρόπο, να επικοινωνήσω με το κοινό.

• Τι είδους ετοιμότητα χρειάζεται για να δεχτούμε αυτό που μας δείχνει ο καθρέφτης;

Παιδεία, υγεία (και εσωτερική) – βασικά πράγματα δηλαδή. Θέλει αντισώματα, τα οποία έρχονται από μια καθημερινή μάχη ενάντια στην τοξικότητα. Αυτήν, ως πρώτο βήμα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε εσωτερικεύσει. Μια γυναίκα μπορεί να έχει εσωτερικευμένο μισογυνισμό, μια πατριαρχική αντίληψη ως κατασκευή τόσο χωνεμένη που δεν τη συνειδητοποιεί. Το ζήτημα δεν είναι να τιμωρήσεις τον εαυτό σου, αλλά να το καταλάβεις. Να προσδιορίσεις από πού έρχεται και να δεις πώς μπορείς να εκπαιδευτείς για να το αντιμετωπίσεις. Αυτό θέλει αυτο-εκπαίδευση.

• Η Εκάβη δεν θρηνεί μόνο για τον προσωπικό, τον οικογενειακό και τον θεσμικό της διασυρμό, αλλά και για τη συνέχιση της βίας. Μιλά και σε μας ρωτώντας «εσείς τι κάνετε;».

Είναι μια δίνη από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις. Με αφετηρία κάτι προσωπικό, έννοιες όπως η μητρότητα κοινωνικοποιούνται. Η Μάγδα Φύσσα δεν είναι απλά η μητέρα του Παύλου Φύσσα. Συμβολοποιεί την απώλεια μιας κοινωνίας, μιας χώρας. Η Εκάβη κλαίει το παιδί της, αλλά ο θρήνος της αφορά όλες όσες έχουν (ή θα μπορούσαν να έχουν) χάσει το παιδί τους. Οταν λέει «φτάνουν πια οι νεκροί», εννοεί «φτάνουν όλων οι νεκροί!». Και των αντιπάλων!

• Υπάρχει κάποιος ρόλος που σε ιντριγκάρει ιδιαίτερα;

Η αφήγηση είναι μια κοινότητα γυναικών και η διαδρομή τους. Εχουμε μια εξαιρετική νέα μετάφραση από την Ελένη Βαροπούλου, το επιδίωξα αυτό, μιλήσαμε πάνω σε αυτό και ο κεντρικός άξονας φέρει έμφυλη διάσταση. Δεν ανακαλύψαμε την Αμερική βέβαια – αυτά υπάρχουν ήδη στο κείμενο από τον Ευριπίδη. Απλώς είναι για μας ο κεντρικός άξονας. Σκηνογράφος είναι η Μαγδαληνή Αυγερινού που συνεργάστηκε και με τη Λένα Κιτσοπούλου… Εσείς θα δείτε κάτι πολύ διαφορετικό. Αλλά δεν θα πω τι.

• Ποιες μάχες μάς και σε περιμένουν;

Η πιο μεγάλη μάχη είναι απέναντι στον κυνισμό! Σε όλα τα μικρά και τα μεγάλα. Στο να μας εκπλήσσουν πράγματα στην καθημερινότητά μας συνεχώς. Στο να μη συνηθίσουμε ποτέ!

[email protected]