Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι πρώτες περιβαλλοντικές νομοθεσίες έγιναν σχεδόν με τη σύσταση του ελληνικού κράτους για να φανεί, γρήγορα, ότι περίσσευαν οι καλές προθέσεις αλλά χώλαινε η εφαρμογή…

Δύο «πράσινοι» νόμοι, που χρονολογούνται από την εποχή της βασιλείας του Οθωνα, στόχευαν στην προστασία των ιχθυαποθεμάτων από καταστροφικές μορφές αλιείας και των δασών από πυρκαγιές. Ομως και οι δύο φάνηκαν αναποτελεσματικοί…

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία του νόμου για την προστασία των δασών από εμπρησμούς, που ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις διαφόρων συμφερόντων της εποχής, με αποτέλεσμα ακόμα και μετά την ψήφισή του από τα δύο νομοθετικά σώματα, τη Βουλή και τη Γερουσία, να μείνει στα… συρτάρια για 5 χρόνια!

Τι απέγιναν οι πρώτοι περιβαλλοντικοί νόμοι της Ελλάδας;

Αφορμή για την έκδοση του νόμου έδωσε μια μεγάλη καταστροφική πυρκαγιά που εκδηλώθηκε τις πρώτες μέρες του Αυγούστου του 1861 στην περιοχή του Τατοΐου και επί τέσσερις μέρες κατέκαιγε δένδρα, αγρούς, μελίσσια και σπίτια.

Οπως έγραψε στις 5 Αυγούστου η εφημερίδα «Αθηνά», αναγγέλλοντας την κατάσβεση της φωτιάς, οι ζημιές υπολογιζόταν ότι ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο δραχμές, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή.

Την ίδια μέρα η κυβέρνηση του Αθανάσιου Μιαούλη καταθέτει στη Βουλή νομοσχέδιο «περί απαγορεύσεως πυράς εις το δάσος», το οποίο συζητείται με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.

Mε καυστική αρθρογραφία ορισμένες εφημερίδες επικρίνουν την κυβέρνηση ότι το νομοσχέδιο συντάχθηκε «εν τη ζάλη» της πυρκαγιάς που κατέστρεψε «έν των καλλιτέρων δασών της πρωτευούσης».

Η ίδια κριτική έγινε από βουλευτές και γερουσιαστές σε τοποθετήσεις τους. Ομως, από τη άλλη πλευρά, ο εισηγητής υπουργός Οικονομικών Ε. Σίμος αρνήθηκε τη μομφή λέγοντας ότι το νομοσχέδιο δεν είναι πρόχειρο και προϊόν θυμού, «αλλά απόρροια μακράς σκέψεως» και αποτέλεσμα συνεργασίας των καλύτερων νομομαθών.

Αιτία της έντονης κριτικής ήταν οι αυστηρές ποινές για τον εμπρησμό από αμέλεια, αλλά κυρίως η απαγόρευση για 10 χρόνια να χρησιμοποιηθεί η καμένη δασική έκταση ως βοσκότοπος ή για καλλιέργεια.

Είναι προφανές ότι μια τέτοια απαγόρευση, που κατά τον 20ό αιώνα θα μπορούσε να επεκταθεί και στην οικοδόμηση καμένων εκτάσεων, θα είχε διασώσει πολλά δάση, αφού αφαιρούσε το κίνητρο για έναν εμπρησμό.

Ωστόσο, οι αντιδράσεις έφεραν αποτελέσματα. Στη συζήτηση στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών «απάλυνε» την παραπάνω διάταξη αποδεχόμενος τροπολογία που επέτρεπε την αξιοποίηση καμένων ιδιωτικών δασών για καλλιέργεια, με άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία όπως φαίνεται δεν ήταν και δύσκολο να εξασφαλιστεί…

Στη Γερουσία η διάταξη «χαλάρωσε» ακόμα περισσότερο με την προσθήκη ότι η εξαίρεση θα δινόταν εάν ο ιδιοκτήτης δεν κρινόταν ως υπαίτιος του εμπρησμού, ανεξάρτητα εάν διαπιστωνόταν να ευθύνεται για τη φωτιά κάποιος εργαζόμενος σε αυτόν ή συγγενής του.

Αρχικά, με άλλο άρθρο, ο ιδιοκτήτης καθίστατο υπεύθυνος εμπρησμού ακόμα και εάν αυτός είχε προκληθεί από συγγενή του ή εργαζόμενο σε αυτόν. Αυτό απαλείφθηκε εντελώς.

Ετσι, διαμορφώθηκε το τελικό κείμενο του νόμου, ο οποίος φέρει σφραγίδα με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1861 και έχει την υπογραφή της Αμαλίας, που εκτελούσε χρέη αντιβασίλισσας λόγω απουσίας του Οθωνα.

Ομως, για άγνωστο λόγο, προφανώς χάριν ισχυρών συμφερόντων, ο νόμος δεν στάλθηκε για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έτσι ώστε να τεθεί και σε εφαρμογή. Φαίνεται έμεινε σε κάποιο… συρτάρι για να δημοσιευτεί, τελικά, πέντε χρόνια αργότερα! Είναι ο νόμος ΧΠ’ στο ΦΕΚ 57 της 19ης Φεβρουαρίου 1866!

Σε ό,τι αφορά την προστασία των ιχθυαποθεμάτων, οι πρώτες διατάξεις υπήρχαν σε νόμο του 1839 (ΦΕΚ 7/25.3.1839) για τη δυνατότητα ενοικίασης μέχρι 5 χρόνια εκτάσεων σε ποτάμια, λίμνες ή παραλίες για την εκμετάλλευση των ψαριών.

Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι μια περιοχή, π.χ. η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, μοιραζόταν σε τμήματα και την εκμεταλλεύονταν διάφοροι ενοικιαστές, οι οποίοι έδιναν δικαίωμα ψαρέματος και σε άλλους έναντι ανταλλάγματος.

Στο 10ο άρθρο του νόμου προβλέπονταν πρόστιμα για όσους ψάρευαν με φλόμο, ένα φυτό του οποίου το τοξικό γάλα ζαλίζει («φλομώνει») τα ψάρια και βγαίνουν στην επιφάνεια, ή με άλλο δηλητηριώδες βότανο.

Αρκετά χρόνια αργότερα καθώς διαπιστώνεται ότι «εξολοθρευτική ενεργείται άγρα» εκδίδεται βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ 3/11.1.1878) που απαγορεύει σε απόσταση τριών μιλίων από τις ακτές το ψάρεμα με δυναμίτη και με ανεμότρατες και «εν γένει διά δικτύων ανασυρόντων εκ βάθους του γόνου των ιχθυών».

Τι απέγιναν οι πρώτοι περιβαλλοντικοί νόμοι της Ελλάδας;

Οι απαγορεύσεις γενικεύονται με νόμο της κυβέρνησης Χαρίλαου Τρικούπη (42/7.6.1882), που η φιλοσοφία του θα αποτελέσει τη βάση και της μετέπειτα νομοθεσίας.

Ομως, παρά τις αυστηρές ποινές, όχι μόνο για τους κυβερνήτες των αλιευτικών αλλά και για εμπόρους, που θα βρεθούν να πουλάνε ψάρια αλιευμένα με δυναμίτη, δεν περιορίζεται η καταστροφή.

Ετσι, 10 χρόνια αργότερα σε πρωτοσέλιδο άρθρο στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ. 20.7.1892) διαβάζουμε ότι «πας ορμίσκος έρημος, πας κόλπος μικρός ή μέγας, πάσα θάλασσα ιχθυοφόρος συνταράσσεται και θολούται υπό της δυναμίτιδος» παρότι «συχνότατα αναγράφονται δυστυχήματα εκ ταύτης [της χρήσης δυναμίτιδας]».

Η εφημερίδα επέρριπτε ευθύνες στα λιμενικά όργανα, τελωνειακούς και υγειονόμους που ήταν εντεταλμένοι για τον εντοπισμό των παραβατών, ζητώντας να γίνονται τακτικοί έλεγχοι.

Η ελλιπής αστυνόμευση φαίνεται ότι συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό, το 1918, σε συζήτηση στη Βουλή ο ζωολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικόλαος Γερμανός επέκρινε το κράτος ότι το μόνο που το απασχολούσε ήταν να εισπράττει ενοίκια από διαφόρους χώρους που παραχωρούσε χωρίς να ασκεί «ουδεμίαν επωφελή και πραγματικήν εποπτείαν».

Ο ίδιος έλεγε ότι το κράτος δεν ελάμβανε «ουδέν μέτρον ούτε περί της καταστροφής, η οποία γίνεται εις τους ιχθύς […] ούτε περί αυξήσεως της παραγωγής» και πως δεν γνώριζε ούτε την έκταση των ενοικιαζόμενων λιμνών ούτε τα είδη και τις ποσότητες των αλιευμάτων.

Ο Ν. Γερμανός έναν χρόνο αργότερα, σε συζήτηση ενός νέου νομοσχεδίου «περί απαγορεύσεως της αλιείας διά δυναμίτιδος και άλλων καταστρεπτικών της ιχθυοπαραγωγής μέσων», επανέλαβε τη θέση για την αναγκαιότητα λήψης μέτρων για την ανάπτυξη της ιχθυοπαραγωγής.

Οπως έχει δείξει η πραγματικότητα, αυτό παραμένει ζητούμενο μέχρι σήμερα…