Σε μια δημοκρατία –γράφει ο Νόαμ Τσόμσκι– ο λαός επηρεάζει την πολιτική και στη συνέχεια η κυβέρνηση προβαίνει σε ενέργειες που καθορίζονται από τον λαό. Κατά τη διάρκεια των περισσότερων συναυλιών του περσινού καλοκαιριού ακουγόταν ένα πολύ συγκεκριμένο σύνθημα ενάντια στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν ακούγονταν ωστόσο συνθήματα πολιτικών αντιπροτάσεων. Ψήφισαν άραγε αυτοί οι χιλιάδες νέοι που φώναζαν με πάθος και ρυθμό; Και αν ναι, τι;
Αυτές οι εκλογές μοιάζει να εκτυλίχθηκαν στη σκιά του δίπολου «ελευθερία ή ασφάλεια» και έχουν να μας δείξουν πολλά σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες μιας «χαμένης γενιάς», σε σχέση με το κατά πόσο η σύγχρονη Αριστερά (δεν) κατάφερε να πείσει πως θα πραγματώσει τις υποσχέσεις της μέσω ενός νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου πλαισίου και με το πόσο η σύγχρονη Δεξιά γνωρίζει να εκμεταλλεύεται την ψυχική δυσκολία –δύο τουλάχιστον– χαμένων γενιών.
Τα ελληνικά κόμματα διεκδικούν τις ψήφους της «χαμένης γενιάς», έγραφε το πρακτορείο Reuters πριν από τον πρώτο γύρο των εθνικών εκλογών. Ποιας χαμένης γενιάς άραγε; Εκείνη της πανδημίας ή της κρίσης; Και τι ορίζει μια χαμένη γενιά; μια νέα κοινωνικά ευπαθής ομάδα, η οποία αποδίδεται με τον όρο Neets (young people not in education, employment or training);
Η χαμένη γενιά –στην οποία ανήκουν περισσότερες από μία γενιές– δεν έδειξε να θέλει να πάρει κανένα ρίσκο και να προτιμά ένα κράτος με τάσεις αυταρχισμού, με εντεινόμενη αστυνόμευση και καταστολή, με περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών από μια νέα κυβέρνηση γεμάτη αβεβαιότητες, της οποίας η πραγματικότητα απέχει πολύ από τη φαντασίωση. Οι δημοκρατικές πολιτικές της Αριστεράς δεν κατάφεραν να πείσουν πως θα μπορέσουν να αρθρωθούν σε σχέση με τις δομικές αλλαγές στη φύση του καπιταλισμού. Τα αποτελέσματα των εκλογών και η καθαρή νίκη της συντηρητικής παράταξης –μετά από μια τετραετή διακυβέρνηση με αρκετές «πληγές»– έχουν πολλά να μας μάθουν για την ψυχολογία ενός εκλογικού σώματος που «ξέρασε» τις ανάγκες του στις κάλπες.
Ο Φρεντερίκ Γκρο, στο έργο του «Η αρχή της ασφάλειας», παρουσιάζει τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες η βιοασφάλεια στον μετανεωτερικό κόσμο χειραγωγεί το σύγχρονο άτομο. Το ποινικό πεδίο επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο, ενώ η προσωπική ζωή επιτηρείται. Ο Γάλλος φιλόσοφος και επιμελητής των έργων του Μισέλ Φουκό εξηγεί πως στη βιοασφάλεια του σύγχρονου κόσμου «η προστασία και ο έλεγχος συνυπάρχουν κατά τη διαδικασία παρακολούθησης των ατόμων: Σας ελέγχουμε για να σας προστατεύουμε, σας προστατεύουμε για να σας ελέγχουμε».
Με τι κριτήριο ψηφίσαμε; Αν συμφωνήσουμε πως μιλάμε τουλάχιστον για μια χαμένη γενιά, ποιος κατάφερε να ιχνηλατήσει τις ανάγκες αυτής της γενιάς που μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση βίωσε μια υγειονομική κρίση και εν συνεχεία μια ενεργειακή κρίση;
Επιλέξαμε να μας ελέγχουν. Είναι σαφές. Επιλέξαμε τον έλεγχο της πληροφορίας μέσω της διαπλοκής των ΜΜΕ. Ας αναλάβουμε την ευθύνη της επιλογής μας και ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να καταλάβουμε γιατί το κάναμε, τι είδους «πολιτικό υποκείμενο» συγκροτείται εν μέσω των αντιφάσεων της ελληνικής μετανεωτερικότητας και τι καθρεφτίζουν σήμερα το πρόσωπο και η πολιτική Μητσοτάκη και τι το πρόσωπο και η πολιτική Τσίπρα.
Ο Αλέξης Τσίπρας κατάφερε να ενσαρκώσει πριν από μερικά χρόνια έναν διεθνώς αναγνωρισμένο ηγέτη της ελληνικής Αριστεράς. Μόνο που αντί να εκμεταλλευτεί τη μοναδική ευκαιρία, επέλεξε να ασκήσει την εξουσία με τρόπο διφορούμενο και να «παίξει» με την «αμφιθυμία» του σύγχρονου Ελληνα. Αρχικά με μεγάλη επιτυχία. Ισως γιατί είναι ο ίδιος φορέας μιας αμφιθυμίας, ταλαντευόμενος από κούνια ανάμεσα στη ριζοσπαστική Αριστερά και στον σοσιαλισμό του Ανδρέα Παπανδρέου. Αρχισε να κινείται και να απευθύνεται στον κόσμο, να θυμίζει τον ιστορικό ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, κάνοντας ένα ρεσάλτο στην Κεντροαριστερά και άρχισε να διχάζει. Μέχρι που εμφανίστηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης και διεκδίκησε την κληρονομιά του κόμματος, ενώ ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε καταφέρει να πείσει τη «χαμένη γενιά» πως θα οικοδομήσει μια «υπεύθυνων ενηλίκων» –φράση δανεική από το Γκρο– στον αντίποδα της «κοινωνίας ασφάλειας και επιτήρησης» του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Για χρόνια είχαμε συνηθίσει εξάλλου να υπάρχουμε σε ένα πλαίσιο ενισχυμένης επιτήρησης που μας είχαν επιβάλει οι Ευρωπαίοι. Κι έπειτα συνηθίσαμε να ζούμε με τις έκτακτες εξουσίες μιας κυβέρνησης για την προστασία μας από την υγειονομική απειλή.
Με αυτό το ψυχικό στάτους, οι Ελληνες ψηφοφόροι της γενιάς που βίωσε την επισφάλεια, ζώντας για καιρό εκτός απασχόλησης και εκπαίδευσης, επέλεξαν το «πανοπτικόν της ελληνικής Δεξιάς». Για τους περισσότερους δεν είχαν σημασία οι λίστες των ατόμων που έχουν πέσει θύματα υποκλοπών, για το πώς η επιτήρηση ως μηχανισμός επέκτασης μιας ιδιωτικής εξουσίας στη δημόσια σφαίρα μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ψυχολογικής πίεσης και ως «όπλο εκβιασμού», από τη στιγμή που υφαρπάζει προσωπικά δεδομένα της ζωής του ατόμου. Ούτως ή άλλως, είχε ήδη κλονιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατική θωράκιση της χώρας. Η χαμένη γενιά τα πόνταρε όλα, λοιπόν, στην ασφάλεια του πανοπτικού, των κουπονιών και του food pass καθώς δεν είχε μάθει να ζει μη επιτηρούμενη και δεν ήθελε να ξαναζήσει την ανέχεια χωρίς «πλεονεκτήματα». Ας είναι και μετανεωτερικά συσσίτια…
