Τι είναι αυτό που κάνει ένα έργο συγκλονιστικό; Η ανατρεπτική πλοκή του; Η εναλλαγή στην ψυχική συνθήκη των χαρακτήρων; Η καταπληκτική του σκηνική παρουσίαση; Η ιστορικότητα ή η διαχρονικότητά του; Μήπως τα αδυσώπητα διλήμματα που θέτει και ταρακουνούν συθέμελα βεβαιότητες και αξίες; Αυτό το τελευταίο φαίνεται να είναι το «αγκίστρι» το οποίο έπιασε τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Νίκο Σκουλά που μετέφρασε και παρουσιάζει το, άπαιχτο στη χώρα μας, έργο του Καναδού συγγραφέα Νικολά Μπιγιόν «Χασάπης».
Το θέμα του είναι από αυτά που σε ξεπερνούν στη σκληρότητά τους. Μπορεί να είναι η Δικαιοσύνη το ζήτημα, ή μάλλον η απουσία της, απουσία, όμως, όχι από ένα πεδίο οικείο, της καθημερινότητάς μας, ας πούμε, αλλά απέναντι σε ό,τι πιο ακραίο: ως προς τα εγκλήματα πολέμου που γίνονται στη διάρκεια μιας εμφύλιας διαμάχης, όταν η απερίγραπτη βιαιότητα και κακοποίηση εγκλωβίζουν το θύμα σε έναν ατέρμονο κύκλο αυτοδικίας. Κεντρικό ρόλο παίζει το θέμα της δίψας για εκδίκηση, που γίνεται ακόρεστη όσο η δικαιοσύνη δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα…
Ολα ξεκινούν σε ένα αστυνομικό τμήμα του Τορόντο με παρόντες έναν αστυνομικό, έναν δικηγόρο πνευματικών δικαιωμάτων και μία διερμηνέα που προσπαθούν να βγάλουν άκρη με έναν άνθρωπο που φαίνεται να τα έχει χαμένα και θα μπορούσε να είναι και άστεγος. Είναι ντυμένος με στρατιωτικό σακάκι κι έναν αγιοβασιλιάτικο σκούφο και, όταν κάποιοι τον εγκατέλειψαν στο τμήμα, παραμονή Χριστουγέννων, είχε κι ένα τσιγκέλι κρεοπωλείου περασμένο στον λαιμό του.
Προσωπικό και συλλογικό τραύμα, πόνος και μίσος, ενοχή και ντροπή, τιμωρία και εκδίκηση, εξιλέωση και συγχώρεση. Πώς μπορεί να επιτευχθεί η ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη; Πώς αντανακλάται κάτι τέτοιο στο άτομο και στο κοινωνικό σύνολο. Πώς να συμφιλιωθεί το θύμα με τη συγχώρεση του θύτη, αλλά και του ίδιου του κακοποιημένου του εαυτού;

«Η μεγαλύτερη ζημιά που προκαλείται σε ένα θύμα είναι πως, όταν μολυνθεί με το μίσος, μεταμορφώνεται σε αντανάκλαση της εικόνας του θύτη του. Με αυτόν τον τρόπο, ο κύκλος της βίας διαιωνίζεται, συχνά με αυξημένη σκληρότητα και τρέλα»: θα αρκούσαν αυτά τα λόγια της Λουΐς Αρμπορ, πρώην μέλους του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά, πρώην γενικής εισαγγελέα των Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα και πρώην μέλους στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, η οποία έγραψε την εισαγωγή του έργου, για να συμπυκνώσουν την αξία του.
«Οταν το διάβασα», εξομολογείται ο Νίκος Σκουλάς, «έπαθα πλάκα. Δεν είναι απλώς ένα θριλεράκι με ανατροπές, αλλά ένα έργο πολύ ζόρικο, που, εκτός από δυνατή πλοκή, έχει θέμα που σε συγκλονίζει. Μιλάει για πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια συμβεί. Σε κάνει να αναρωτιέσαι αν υπάρχει στα αλήθεια δικαιοσύνη ή αν είναι όλα παιχνίδια για το φαίνεσθαι. Και σε οδηγεί στα πρόθυρα της αυτοδικίας. Λέει π.χ. ο αστυνομικός στο δικηγόρο, ότι φοβάται πώς, αν βιάσουν τις κόρες του, θα φτάσει στα άκρα. “Ξέρω”, συμπληρώνει “ότι αυτό είναι λάθος, αλλά αυτή η παρόρμηση υπάρχει μέσα μου”. Οταν συμβεί το κακό, πώς αντιμετωπίζουμε αυτό το συναίσθημα; Οταν η δικαιοσύνη αδυνατεί να αποδοθεί τι κάνεις; Και ειδικά οι τιμωρίες σε τέτοιες περιπτώσεις “ειρηνευτικών συμφωνιών” που συχνά αφήνουν σχεδόν στο απυρόβλητο τον θύτη και σε κάνουν να σκέφτεσαι “μα είναι δικαιοσύνη αυτό;”. Ναι, αυτό το έργο εγείρει μεγάλους προβληματισμούς γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα και αυτό είναι που με ενδιέφερε πολύ» καταλήγει ο σκηνοθέτης.
Στο έργο ακούγεται μια γλώσσα η «Λαβιδική», που δημιούργησαν ειδικά για το έργο γλωσσολόγοι, μία γλώσσα που «σλαβίζει» ελαφρώς παραπέμποντας συνειρμικά στον «χασάπη των Βαλκανίων», τις σφαγές στον γειτονικό μας πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και τον αγριανθρωπισμό που κάθε τόσο επιδεικνύεται, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία αναδεικνύει νέα ονόματα αιμοβόρων πολεμαρχών.

● Κι όταν το θύμα γίνεται θύτης; Δεν είναι ολισθηρός ο δρόμος της αυτοδικίας, το να γίνεις όπως ο εχθρός σου;
«Είναι αυτή η δυσθυμία που σου προκαλεί το έργο. Πόσο αντέχουμε να συναισθανθούμε το θύμα; Οταν είναι ας πούμε το παιδί σου. Οταν ο δράστης παραμένει αμετανόητος και κυνικός; Ο πόνος μπορεί να απαλυνθεί αν λειτουργεί η δικαιοσύνη. Οταν όμως νιώθεις ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη; Εντάξει δεν λέω ότι αυτή είναι λύση, αλλά είναι αυτό που λέει ο κόσμος ότι πρέπει κάποιος να πληρώσει τέλος πάντων».
● Δοκιμάζονται οι αντοχές είναι η αλήθεια. Εδώ το έγκλημα στα Τέμπη χαρακτηρίστηκε «περιορισμένη φθορά» στο εκλογικό του αποτύπωμα. Ομως το αίτημα είναι δικαιοσύνη, όχι εκδίκηση. Γιατί όπως λέει κι ένας χαρακτήρας στο έργο «και μετά τι»;
«Είναι ακριβώς αυτή η γοητεία του έργου. Οτι μπορείς να συζητάς ώρες. Οτι σε φτάνει σε οριακές καταστάσεις. Οτι σε βάζει στη θέση του θύματος που μπορεί να γίνει θύτης όταν δεν υπάρχει δικαιοσύνη για τέτοια εγκλήματα, σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιος είναι ο χασάπης, γι’ αυτό και στον τίτλο δεν προσδιορίζεται με άρθρο, είναι σκέτο χασάπης. Και μας κάνει να αναρωτιόμαστε και για το δίκιο και τη δικαιοσύνη και πώς μπορεί να απαντηθεί το έλλειμμά τους στις κοινωνίες μας».
? «Χασάπης» του Νικολά Μπιγιόν.
Μετάφραση, σκηνοθεσία: Νίκος Σκουλάς.
Μουσική́ (πρωτότυπη σύνθεση): Ανδρέας Γαλανόπουλος.
Ηχητικό μοντάζ: Κώστας Ραγιαδάκος, Κωνσταντίνος Γεροχρήστος.
Ηχητική́ επεξεργασία: The Audio Cult.
Σκηνικά- κοστούμια: Θάλεία Ξένάκη.
Κατασκευή σκηνικών: Ιωάννης Ζώρζος, Κωσταντής Σκαντζής.
Ηθοποιοί: Λουκάς Κούτρας, Οδύσσεια Μπουγά, Νίκος Σκουλάς, Ορέστης Τουλιάτος
Θέατρο «Αλκμήνη» (Αλκμήνης 8-12, Αθήνα) κάθε Σάββατο και Κυριακή, στις 21.30
