Ηγγικεν η ώρα η εκλογική, και μία λέξη που βρίσκεται παντού, στις οθόνες και στο στόμα όλων αυτών που προσέρχονται στα εκλογικά τμήματα, είναι βέβαια το «παραβάν». Είναι αυτό το γαλάζιο, συνήθως, χοντρό ύφασμα, με πλαϊνά και αναδιπλούμενη πρόσθια όψη, που, αναρτημένο σε μεταλλικό σκελετό, εξασφαλίζει την ιδιωτικότητα του ψηφοφόρου και την ανωνυμία της ψήφου.
Η επίσημη, κρατική ονομασία του είναι «ειδικό διαχώρισμα», αλλά το Βικιλεξικό ορίζει τη λέξη ως «συρόμενη ή αναδιπλούμενη κατασκευή ή κουρτίνα, η οποία κλείνοντας απομονώνει έναν χώρο, π.χ., σε δοκιμαστήρια καταστημάτων ρούχων, εκλογικά τμήματα, κ.λπ.». Το Λεξικό της Νέας ελληνικής Γλώσσας ετυμολογεί το παραβάν από το γαλλικό «paravent», από το «para» (parer = προφυλάσσομαι) και το «vent», δηλαδή «άνεμος».
Πράγματι, το παραβάν είναι το αλεξήνεμο, εκείνο που προστάτευε τους ανθρώπους του Μεσαίωνα από τα ρεύματα που φυσούσαν ανεμπόδιστα στις μεγάλες, κρύες αίθουσες. Ομως η ιστορία του παραβάν ξεκινά από πολύ νωρίτερα, από την Κίνα της δυναστείας των Τσου στον 4ο-3ο αιώνα π.Χ. Από εκεί το παραβάν πέρασε στην Ιαπωνία – τα πτυσσόμενα αλεξήνεμα, από λεπτοδουλεμένα ξύλινα ή χάρτινα φύλλα ενωμένα μεταξύ τους, ζωγραφισμένα από μεγάλους καλλιτέχνες της ζωγραφικής και της καλλιγραφίας, θεωρούνταν είδη πολυτελείας μόνο για την αυτοκρατορική αυλή, τους ευγενείς και τον ανώτερο κλήρο, που χρειάζονταν απομόνωση, πρόσφορη για περισυλλογή και ιδιωτικές τελετές και συναντήσεις.
Η διάδοση των παραβάν στην Ευρώπη έγινε όταν άνοιξαν οι θαλάσσιοι δρόμοι προς την Ανατολή, τον 16ο αιώνα. Οι Ιησουίτες, ας πούμε, αγάπησαν το παραβάν – πόσες ραδιουργίες και συνωμοσίες δεν στήθηκαν με την κάλυψή του… Αργότερα, ιερά τέρατα της Τέχνης το τίμησαν με τον χρωστήρα τους: ο Πολ Σεζάν, ο Πάουλ Κλέε, ο Μαρκ Σαγκάλ, ακόμα κι ο Ντιέγκο Τζιακομέτι κι ο Σαλβαντόρ Νταλί έβαλαν την υπογραφή τους σε αριστουργηματικά αλεξήνεμα.
Ωστόσο, σήμερα τα εκλογικά παραβάν είναι απλά χρηστικά αντικείμενα που φέρουν τον πολίτη που ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα ενώπιον ενωπίω με τον εαυτό του και τις πολιτικές του επιλογές. Η μυστική ψηφοφορία με χάρτινα ψηφοδέλτια σε κάλπη, και όχι με μολύβδινα σφαιρίδια, καθιερώθηκε το 1912 για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, και το 1923 για τις βουλευτικές. Σχεδόν από τότε το παραβάν εξασφαλίζει την απομόνωση του ψηφοφόρου, αλλά όχι πάντα, και όχι τελείως.
Πολλές φορές τα τελευταία χρόνια σε διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις, κάποιοι ηλικιωμένοι επιμένουν, προς φρίκην των δικαστικών αντιπροσώπων, να περάσουν πίσω από το παραβάν συνοδευόμενοι από συγγενείς τους, που δεν είναι εκεί μόνο για να υποβαστάζουν τη γιαγιά ή τον παππού, αλλά και για να του βάλουν στο τρεμάμενο χέρι το σταυρωμένο ψηφοδέλτιο, μη χαθεί το πολύτιμο «κουκί»… Μια γιαγιά, προ ετών, γύρισε έντρομη στο εκλογικό κέντρο μετά την άσκηση του εκλογικού της δικαιώματος, επειδή είχε αφήσει τη μασέλα της πίσω από το παραβάν – την είχε βγάλει, είπε, για να σαλιώσει τον φάκελο με το ψηφοδέλτιο και την ξέχασε…
Αυτές οι περιπτώσεις εντάσσονται στα λεγόμενα ευτράπελα των εκλογών, αλλά στ’ αλήθεια η μυστικότητα που προσφέρει το παραβάν ωθεί κάποιους στο να αφήσουν ελεύθερη τη δημιουργικότητα και τη φαντασία τους, ρίχνοντας στην κάλπη από σαλάμια και προφυλακτικά μέχρι χαρτονομίσματα και φωτογραφίες πορνό, κάνοντας ίσως έτσι ένα προσωπικό σχόλιο σχετικά με το τι στ’ αλήθεια επιφυλάσσουν στον πολίτη τα πολιτικά κόμματα…
? Είδος κινητού καλύμματος που εμποδίζει τη θέα εσωτερικού χώρου.
