Στις αρχές του Μαΐου ο ΠΟΥ ανακοίνωσε πως η Covid-19 δεν αποτελεί πλέον διεθνή έκτακτη ανάγκη για τη δημόσια υγεία, μια κατάσταση που είχε ξεκινήσει τον Ιανουάριο του 2020, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος σε τοπικό επίπεδο. Μέσα σε αυτές τις περίπου 1.200 μέρες καταγράφηκαν παγκοσμίως 760 εκατ. κρούσματα του νέου κορονοϊού και 7 εκατ. άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας του, καθιστώντας την πρόσφατη πανδημία ως την πιο σοβαρή που αντιμετώπισε η ανθρωπότητα τον τελευταίο αιώνα.
Παρά τις αυξανόμενες προειδοποιήσεις των επιδημιολόγων για την πιθανότητα μιας πανδημικής και παρά τα περίπου 1.300 επιδημικά περιστατικά (χολέρας, μηνιγγίτιδας, zika, κ.ά.) που καταγράφηκαν μόνο την περίοδο 2011 με 2017 σε διάφορες περιοχές του κόσμου, η παγκόσμια κοινότητα φάνηκε να αιφνιδιάστηκε, ενώ τα περισσότερα συστήματα υγείας ήταν σαφώς απροετοίμαστα.
Μπαίνοντας και επίσημα στη μεταπανδημική περίοδο, βρισκόμαστε στο κομβικό σημείο όπου άτυπα αρχίζει η προετοιμασία για την επόμενη κρίση δημόσιας υγείας, η οποία θα μπορούσε να είναι και πιο θανατηφόρα. Ιστορικά, εξάλλου, οι επιδημίες και εν γένει τα μεταδοτικά νοσήματα στάθηκαν αρκετές φορές η αφορμή για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και των συστημάτων υγείας, όπως έγινε με τη χολέρα τον 19ο αιώνα και με τον HIV/AIDS πιο πρόσφατα. Μέρος ωστόσο αυτής της προετοιμασίας είναι η κοινή αφετηρία για το τι ακριβώς είναι δημόσια υγεία, ποιες είναι οι βαθύτερες αιτίες που την επηρεάζουν, ποια τα δομικά χαρακτηριστικά των μηχανισμών που την προστατεύουν και, κυρίως, ποια είναι τα όρια μέσα στα οποία αυτοί κινούνται.
Στην Ελλάδα υπάρχει διαχρονική σύγχυση μεταξύ της έννοιας της δημόσιας υγείας και των υπηρεσιών υγείας του δημόσιου τομέα. Μάλιστα, λόγω της δομικής στρέβλωσης των δημόσιων υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα, που είναι οργανωμένες γύρω από τη νοσοκομειακή περίθαλψη, πολλές φορές η δημόσια υγεία ταυτίζεται με τις νοσοκομειακές υπηρεσίες του ΕΣΥ. Η δημόσια υγεία, όμως, αφορά την υγεία ενός πληθυσμού μια δεδομένη χρονική περίοδο και σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή και η οποία επηρεάζεται από ευρύτατο φάσμα περιβαλλοντικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Η δημόσια υγεία, δηλαδή, διαμορφώνεται πρωτίστως από το πώς οργανώνουμε τις κοινωνίες στις οποίες ζούμε, εργαζόμαστε και μετακινούμαστε και από το πώς προστατεύουμε τις πιο ευάλωτες ομάδες.
Μάλιστα, αυτοί οι προσδιοριστές της υγείας δεν επηρεάζουν στον ίδιο βαθμό όλους τους πληθυσμούς και όλες τις κοινωνικές ομάδες. Υπάρχει διαβάθμιση τόσο στην έκθεση σε παράγοντες κινδύνου όσο και στη δυνατότητα διαχείρισης των επιπτώσεών μιας ασθένειας. Τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και οι ευάλωτες ή και αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να ασθενήσουν και ακόμα μεγαλύτερη πιθανότητα να βρεθούν σε δυσχερή κοινωνικοοικονομική κατάσταση λόγω κάποιας ασθένειας. Για παράδειγμα, μια φτωχή και άνεργη γυναίκα έχει αυξημένες πιθανότητες νοσηρότητας λόγω του έμφυλου χάσματος στην εύρεση εργασίας και στο ύψος της αμοιβής, που με τη σειρά τους επηρεάζουν τη στέγαση, τη διατροφή και τον τρόπο ζωής, και μια ασθένεια θα την έφερνε σε ακόμα δυσχερέστερη θέση.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία αυτή τη στιγμή παγκοσμίως και προφανώς και στη χώρα μας είναι η κλιματική κρίση, η ενεργειακή κρίση, οι κοινωνικοοικονομικές αναταραχές και η φτωχοποίηση, η αστικοποίηση, η εντατικοποίηση του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου, η υπέρμετρη χρήση των πόρων και συγκεκριμένα η επίδραση στη διατροφική αλυσίδα, οι αναδυόμενες μεταδοτικές ασθένειες εξαιτίας του ανθρώπινου παράγοντα, η παραπληροφόρηση, η αποεπένδυση από τα δημόσια συστήματα υγείας, η αυξανόμενη εξάρτηση στην κερδοσκοπία από την ασθένεια και η εργασιακή και ψυχολογική εξουθένωση των επαγγελματιών υγείας.
Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες πολιτικές υγείας, όπως και στην Ελλάδα, εστιάζουν στον στενό πυρήνα των συστημάτων υγείας τα οποία με τη σειρά τους οργανώνονται κυρίως γύρω από τη διαχείριση των ασθενειών και λιγότερο γύρω από την εξάλειψη των αιτιών τους. Ακόμα και όταν το κάνουν, επικεντρώνονται κυρίως στις πρωτογενείς αιτίες, που συνδέονται με την ατομική συμπεριφορά, ενώ αγνοούν ή προσπερνούν τις υποβόσκουσες και δευτερεύουσες αιτίες, που επηρεάζουν την ατομική συμπεριφορά.
Αυτό γίνεται αφενός γιατί οι πραγματικές πολιτικές πρόληψης αφορούν κοινωνικές παρεμβάσεις οι οποίες προϋποθέτουν σχεδιασμό, στόχευση και πολλές φορές διαπραγμάτευση με παραγωγικούς τομείς. Αφετέρου γιατί η διαχείριση ενός προβλήματος (εν προκειμένω η ασθένεια) μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί πολιτικά εκ του αποτελέσματος σε αντίθεση με την πρόληψη όπου το κοινωνικό όφελος δεν είναι άμεσα ορατό.
Οι μέχρι τώρα στρεβλώσεις, λοιπόν, για το τι συνιστά δημόσια υγεία και από τι αυτή επηρεάζεται πρέπει να εξαλειφθούν προκειμένου να δομηθούν οι απαραίτητες για την αντιμετώπιση της επόμενης πανδημίας κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη. Η επιμονή στην εκ των υστέρων αντιμετώπιση των ασθενειών και των κρίσεων υγείας όχι μόνο δεν είναι βιώσιμη, αλλά συνεπάγεται και μη δίκαιη κατανομή των πόρων. Συνεπώς, αν πραγματικά στοχεύουμε ως κοινωνία στη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού και στην ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας, οφείλουμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των αιτιών εμφάνισής τους και να ενσωματώσουμε την παράμετρο της υγείας σε όλο το φάσμα των πολιτικών με κοινό παρονομαστή την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
*MSc, MPH, ειδικός Δημόσιας Υγείας και Συστημάτων Υγείας
?Το βιβλίο του Θάνου Μυλωνέρου «Δημόσια Υγεία. Πλαίσιο και προσεγγίσεις» θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο από τις εκδόσεις του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, στη σειρά «Βασικές Εννοιες»
