Στην παράσταση (μαζί τους είναι επίσης σπουδαίοι ηθοποιοί Γιούλικα Σκαφιδά, Δημήτρης Αλεξανδρής, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Στρατής Χατζησταματίου) όλοι παίζουν όλα: τα φύλα και οι ιδιότητες αλλάζουν τις ταυτότητες. Το θέμα είναι πως και οι συνθήκες αλλάζουν τους ήρωες: το έργο ξεκινάει σε ένα κινέζικο εστιατόριο, όπου μετανάστες εργαζόμενοι δουλεύουν, ασκώντας εξουσία στον νεότερο.
Το έργο φέρει 48 κινηματογραφικές σκηνές, κάθε μια μέσα στην άλλη. Για να μας εμφανίσει τι πραγματικά ζούμε με ρεαλιστική σκληρότητα αλλά και μη αναμενόμενη ποιητικότητα, ακόμα και γέλιο – κι όλα αυτά μία εβδομάδα πριν τις εκλογές! Γι’ αυτό και «βουτάμε» κατευθείαν στα βαθιά…
Ο συγγραφέας, ανάμεσα σε άλλα, χρησιμοποιεί και την αλληγορία: ένα τριζόνι δεν έχει να φάει, ζητάει από το μυρμήγκι, αυτό δεν του δίνει και το εκμεταλλεύεται για ένα πιάτο φαΐ. Σκληρή σκηνή, αν και ποιητική. Τι γίνεται όμως με το… τριζόνι; Δεν φέρει και το ίδιο ευθύνη; Η ανάγκη επιβίωσης «δικαιολογεί» κάθε απάθεια ως κοινωνική και πολιτική στάση;
Γιώργος Ματζιάρης: Εχει μια ποιητικότητα και μια αθωότητα, παρά τη σκληράδα της, αυτή η σκηνή – ειδικά όταν μιλάει το τριζόνι για το καλοκαίρι που περιμένει, για το φως που αποζητά! Το ίδιο περνάει από την απόλυτη ελευθερία στον απόλυτο εγκλεισμό, για να επιβιώσει. Η αλληγορία αυτή έχει εξωφρενικά έντονες αναφορές στο σήμερα. Η ανάγκη επιβίωσης, έστω και για τα στοιχειώδη, είναι έντονη. Φυσικά φέρουμε κι εμείς ευθύνη, ως «τριζόνια»-πολίτες. Το θέμα είναι κατά πόσο μπορείς να πεις ότι «θα ξεψυχήσω στο πεζοδρόμιο, αλλά θα μείνω ακέραιος και πιστός στις ιδέες και τις αξίες μου» ή θα επιβιώσω. Φυσικά, το να συμβιβαστούμε με κάτι λιγότερο, ώστε να δούμε έστω κάποιο φως, δεν είναι πάντοτε κακό. Ωστόσο, δεν έχουν όλοι τις ίδιες αντοχές, οπότε δεν μπορώ να κακιώσω στον κόσμο.
Χρήστος Σαπουντζής: Το τριζόνι αποζητά έστω λίγο φως. Θέλει να ’ρθει το καλοκαίρι, ν’ αρχίσει πάλι να τραγουδά. Δέχεται τη στυγερή εκμετάλλευση από το μυρμήγκι για να επιβιώσει τον χειμώνα. Αλλά είναι σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι κι έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μεταφέροντας την αλληγορία στο κοινωνικό επίπεδο, θεωρώ πως όσοι καταφέρουν να παραμείνουν τριζόνια θα το λένε το τραγούδι τους. Το θέμα είναι να μη γίνουν τριζονομυρμήγκια!
Να μην πούνε «ας φορέσω λίγο την κουκούλα του μυρμηγκιού να δω πώς είναι – έχει λεφτά, εξουσία!». Αν γίνει αυτό, τελειώσαμε. Ούτως ή άλλως, δεν είμαι αισιόδοξος. Ωστόσο, θα ψηφίσω, αλλά όχι με χαρά. Αλλά θα το κάνω γιατί θέλω αυτή τη χαραμάδα φωτός έστω – την προτιμώ από το απόλυτο σκοτάδι. Και θα συνεχίσω να κάνω θέατρο, γιατί μόνο εκεί δεν μπορεί κανείς να μου πάρει την ελευθερία μου.
● Είναι θέμα αντοχής τελικά; Πόσο αντέχουμε στο σκοτάδι;
Χ.Σ: Το βασικό θέμα του έργου, όπως και όλων όσα βιώνουμε καθημερινά, είναι η κακοποίηση ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, κυρίως μέσω της εκμετάλλευσης. Αρκεί να σου δοθεί, έστω και πλασματικά, μία μικρή εξουσία και η πιθανότητα να μεταμορφωθείς σε ανθρωποφάγο ον είναι πολύ μεγάλη. Ταυτόχρονα, δεν ξέρουμε καν ποιοι είμαστε: μάς δίνεται μια ταυτότητα (το έργο επίσης το δείχνει αυτό), δεν την επιλέγουμε. Μάς τη «φοράνε». Βέβαια, τα τελευταία χρόνια, αυτό έχει αρχίσει ν’ αλλάζει, καθώς βλέπω παιδιά να υποστηρίζουν το ποια είναι με όλα τα μέσα (από τα ρούχα ώς τις ιδέες τους). Ωστόσο, δεν είμαστε παρά μόνο στην αρχή.
Γ.Μ: Δεν είναι εύκολο να φύγεις από εκεί που νιώθεις οικεία, ακόμα κι αν σου κάνει κακό. Οπως κάνει και το τριζόνι στο έργο. Αλλά είμαστε μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές, ίσως από τις πιο σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις για το μέλλον μας και της χώρας και είναι ο καιρός ν’ αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Πρέπει να ξεπεράσουμε τον φόβο μας. Κάποιοι δεν το κάνουν γιατί είναι δύσκολο πολύ. Θα το δεχτώ και αυτό. Ταυτόχρονα είμαστε σε τόσο κρίσιμη στιγμή, που η οποιαδήποτε απόφαση είναι σημαντική. Και το «δεν συμμετέχω στις εκλογές, δεν ψηφίζω, όλοι ίδιοι είναι» είναι και αυτό μία θέση. Και φέρει ευθύνη. Αρα έχει και συνέπειες. Προσωπικά θεωρώ πως πρέπει ν’ αποφασίσουμε και να ψηφίσουμε χωρίς να λέμε «έλα μωρέ, και τι θ’ αλλάξει;». Στο χέρι μας είναι η αλλαγή.
Αν δεν μάς αρέσει κάτι, φεύγουμε. Είναι σαν τις σχέσει: αν δεν περνάς καλά, φεύγεις! Πας σε κάτι άλλο, πιο φωτεινό. Εστω κι αν δεν είναι το πλέον φωτεινό, το να είναι απλώς περισσότερο φωτεινό από το προηγούμενο είναι μια σημαντική αλλαγή. Χρειαζόμαστε όσο φως μπορούμε να βρούμε! Ελπίδα χρειαζόμαστε. Και πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι (και στην πολιτική) που είναι πιο φωτεινοί και παλεύουν για το κοινό καλό. Αν σταματήσω να πιστεύω σ’ αυτό, θα πρέπει να μείνω σπίτι μου και να πεθάνω.
● Ειδικά αυτή η χρονιά, το 2023, ήταν μία γεμάτη χρονιά (και δεν έχουμε φτάσει ούτε στα μισά!) και ως προς τις κινητοποιήσεις και ως προς τα εγκλήματα…
Γ.Μ: Χαίρομαι πάρα πολύ για τις κινητοποιήσεις. Εστω και με ακραίες αφορμές (όπως τα Τέμπη), ο κόσμος βγήκε έξω και διεκδίκησε τη ζωή του. Κάτι παρόμοιο έγινε και με τους καλλιτέχνες, που ήταν σχεδόν τρεις μήνες σε καταλήψεις, απεργίες και διαδηλώσεις. Βέβαια, δεν ακούστηκαν αρκετά αυτά από τα ΜΜΕ. Αλλά επιλέγουν να μη μάς ακούνε. Οπως και με το τριζόνι στο έργο: τέτοιες γυναίκες υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας. Επιλέγουμε να μην τις ακούμε. Επιλέγουμε να βλέπουμε και να διαβάζουμε ΜΜΕ που δεν ακούν αυτές τις φωνές. Που δεν βλέπουν αυτές τις διεκδικήσεις του κόσμου. Και μιλάμε για διεκδικήσεις για τα απολύτως βασικά: για δουλειά, για περίθαλψη!
Μας ζητάνε να είμαστε εργάτες σε έναν μηχανισμό που όλο παράγει, χωρίς να μάς νοιάζει ο διπλανός μας. Θέλουν να παράγουμε και να καταναλώνουμε – αυτό μόνο! Χωρίς ούτε ένα λεπτό ενσυναίσθησης ή συνειδητοποίησης. Στο έργο, μέσα στην κουζίνα του ταχυφαγείου, οι εργάτες βγάζουν το δόντι στον νεότερο, όχι γιατί τον νοιάζονται, αλλά γιατί τούς ενοχλεί επειδή πονάει. Και το παιδί πεθαίνει. Αυτό είναι εγκληματικά φριχτό! Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Και λίγη εξουσία να έχουμε, ας έχουμε κοινή μοίρα, και πάλι μπορεί να τη δούμε από μυρμήγκια ελέφαντες!

● Ο καλλιτεχνικός χώρος πάντως ήταν ο πρώτος που «έσυρε» τον χορό των κινητοποιήσεων…
Γ.Μ: Με το #MeToo, πήραμε την ευθύνη σχεδόν για όλους τους χώρους. Ξεσκονίσαμε τα χαλιά όλου του σπιτιού – αυτό κάναμε. Προφανώς όσα συνέβαιναν και συμβαίνουν στο θέατρο και αναδείχθηκαν με το #MeToo ισχύουν σε όλους τους χώρους: από τις τράπεζες μέχρι το σούπερ μάρκετ. Αλλά η πωλήτρια στο μαγαζί δεν ενδιαφέρει τους περισσότερους δημοσιογράφους βλέπεις. Το είδαμε και με τα όσα έγιναν στον δικό μου χώρο: κάπου χάθηκε το μέτρο, καθώς από κάποια στιγμή και μετά οι άνθρωποι χρησιμοποιήθηκαν από τα περισσότερα ΜΜΕ ως «θεματάκια».
Χάθηκε η ανθρωπιά και πήγε σε κάτι κίτρινο και φθηνό. Ηταν σαν τα βαμπίρ: ψάχνανε για «αίμα»! Επίσης μίλησαν οι πάντες εκτός από τα θύματα! Αυτά μίλησαν ελάχιστα. Τη στιγμή που έπρεπε να το βουλώσουν όλοι, το άνοιξαν! Γιατί δεν έχουν μάθει ν’ ακούνε! Δεν αντέχουμε ν’ αφουγκραστούμε μόνο τον πόνο του άλλου. Θέλουμε να τον υπερβούμε, να τον κάνουμε κτήμα μας και να κερδίσουμε απ’ αυτόν. Αυτό είναι το χειρότερο για μένα: ο άνθρωπος τείνει να γίνει το χειρότερο τέρας. Πασχίζω να μη γίνω έτσι. Θέλει κόπο και συνεχή υπενθύμιση… Λέει ο Βιριπάγιεφ στις «Ψευδαισθήσεις» ότι θα πρέπει να υπάρχει μια σταθερά σ’ αυτό το ευμετάβλητο Σύμπαν. Ε, γι’ αυτή τη γαμημένη τη σταθερά εγώ θέλω να παλέψω…
● Αυτό κάναν και οι σπουδαστές σε σχέση με το Προεδρικό Διάταγμα;
Γ.Μ: Αυτό ακριβώς: μπήκαν μπροστά στον αγώνα, για τις πρώτες, τις «γρήγορες». Μετά, ακολούθησαν και οι επαγγελματίες του χώρου και στήριξαν. Αλλά τα παιδιά μπήκαν σε αυτό με μία αθωότητα, έναν δυναμισμό και μια ανεμελιά – παλέψανε για το όνειρο! Για κανέναν κομματικό σκοπό δεν αγωνίστηκαν κι ας προσπάθησαν κάποιοι να το καπηλευτούν. Για το όνειρο πάλεψαν. Και σε έναν τέτοιο αγώνα δεν χωράει νίκη ή ήττα. Ο αγώνας είναι η νίκη, γιατί είναι η αρχή, γιατί σημαίνει ζωή! Αυτά τα παιδιά είναι τα δικά μας «τριζόνια».
Χ.Σ: Στην Ελλάδα ήμασταν χαμένοι από χέρι, ως καλλιτέχνες, απέναντι στο Π.Δ. Δες τι γίνεται στη Γαλλία πέρασε αλλαγές στα εργασιακά με Π.Δ ο Μακρόν και παρέλυσε η χώρα. Αντέδρασαν κυρίως γιατί αυτό δεν πέρασε από τη Βουλή! Εδώ, δεν άνοιξε τελικά ρουθούνι στην κυβέρνηση: μάς έχουν τελείως γραμμένους τους καλλιτέχνες. Δεν ξέρω πραγματικά αν βγήκε κάτι ουσιαστικό απ’ όλο αυτό που έγινε. Ελπίζω μόνο να κατάφερε να εγκαταστήσει στις ψυχές των παιδιών το πόσο σημαντικό πράγμα είναι ο αγώνας κι ας βρεθούν, αυτά τα ίδια, στο μελλοντικό ρεπερτόριο του Εθνικού. Από κει και πέρα, όσο αφορά το #ΜeToo, καλό να μιλήσουμε και για τη λεκτική κακοποίηση που υφίστανται πολλοί ηθοποιοί και σήμερα από κάτι πιτσιρικάδες που νομίζουν ότι κάνουν ό,τι πιο μοντέρνο και πρωτοποριακό στο θέατρο…
● Στο έργο γίνεται αναφορά «για τη σιωπηλή κραυγή του ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία». Αυτό μού θύμισε την «προσωρινή φθορά» που είπε ο κ. Μητσοτάκης ότι έκαναν τα Τέμπη στη Ν.Δ…
Γ.Μ: Στέκομαι σιωπηλός απέναντι στο έγκλημα στα Τέμπη. Η «προσωρινή φθορά» που είπε ο πρωθυπουργός είναι φράση για τατουάζ, όχι για πρωθυπουργική δήλωση… Από ένα σκατά θεατρικό έργο δεν πέθανε ποτέ κανείς. Από ένα σκατά πολιτικό έργο, όμως, πέθαναν πολλοί.
Χ.Σ: Οσοι λένε αυτά τα περί «προσωρινής φθοράς» και τέτοιες βλακείες είναι γελοίοι και επικίνδυνοι… Στο έργο ακούγεται απ’ όλους μας κάτι σημαντικό: «Μακάρι να μπορούσα να είμαι κάποιος διαφορετικός» λέμε. Απ’ όλα αυτά τα «μακάρι» που λέμε, αυτό που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο είναι το «μακάρι να μπορούσε να είμαι κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που πρέπει να είμαι». Αυτό το «πρέπει» μάς το έχουνε φορέσει. Δεν είναι δικό μας. Οι δικές μας επιθυμίες μας δεν είναι δικές μας – είναι «φορεμένες» πάνω μας, συνήθως βίαια. Αυτό φαίνεται και στον «Χρυσό Δράκο» καθώς όλοι μας παίζουμε διαφορετικούς ρόλους. Ακόμα και τα φύλα εναλλάσσονται. Οπως γίνεται συνεχώς στο θέατρο.
Οπως γίνεται συνεχώς και στην κοινωνία: μπορεί να είσαι εργαζόμενος, μεσάζοντας, ιδιοκτήτης, αφεντικό ή απλώς πεθαμένος. Μπορεί να έχεις πεθάνει και να είσαι ακόμα ζωντανός! Να νομίζεις ότι είσαι ζωντανός, αλλά η απάθεια και η ακινησία σου να είναι πεθαμένου. Μπορεί λίγη εξουσία να πάρεις στα χέρια σου και να το παίζεις ανάλγητο αφεντικό, κι ας πεινάς το ίδιο με τον διπλανό σου. Ολα τα έχουμε δει να διαδραματίζονται δίπλα μας, ίσως και μέσα μας. Ας επιλέξουμε, τέλος πάντων, ποιοι θέλουμε να είμαστε. Είναι και στο χέρι μας, διάολε. Στο λέω εγώ που δεν είμαι καν αισιόδοξος.
? Ο «Χρυσός Δράκος» παίζεται στο Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 45, Κεραμεικός, τηλ. 210-3464380), κάθε Τετάρτη έως Σάββατο στις 21.00, Κυρ. 18.30, έως 21/5. Η εξαιρετική μουσική είναι του Λευτέρη Βενιάδη (τον έχουμε ήδη συστήσει, ως έναν από τους διοργανωτές του Φεστιβάλ Χίου) και η μετάφραση ανήκει στην Ερι Κύργια.
Προπώληση: www.viva.gr. Ειδικές τιμές για ομαδικές κρατήσεις άνω των 10 ατόμων (στο τηλ. 2103647200)
