Σε κάποιες περιπτώσεις οι ζωές είναι πραγματικά όμορφες αλλά και δύσκολες, οι άνθρωποι αληθινοί, χαμογελούν αλλά συχνά δυσφορούν, εμφανίζουν ψυχοσωματικά συμπτώματα, διατροφικές διαταραχές, βυθίζονται σε θλίψεις ή διανύουν φάσεις μανίας, αγαπιούνται αλλά έρχονται σε ρήξεις, ενίοτε οριστικές, γιατί κουβαλούν τα τραύματά τους χωρίς να τα επεξεργαστούν και τα αφήνουν να σαμποτάρουν την ευτυχία τους και γίνονται έρμαιο της επαναληπτικότητας των συμπτωμάτων που έχουν τις ρίζες τους στην παιδική μας ηλικία.
Χρειαζόμαστε ψυχοθεραπεία; Και αν ναι, τι είδους θεραπεία χρειαζόμαστε και σε ποιον να απευθυνθούμε; Τα παραπάνω ερωτήματα απασχολούν τον άνθρωπο του 21ου αιώνα, ευτυχώς πλέον «φωναχτά» και όχι κρυφά σαν να πρόκειται για στίγμα ή για αδυναμία.
Μόνο που σε αυτόν τον κόσμο της ευτυχιοκρατίας, προτού προλάβουν να αρθρωθούν τα ερωτήματά μας με τρόπο που υποδηλώνει την αναγνώριση της ύπαρξης του ψυχισμού μας, μας «σερβίρονται» εύκολες και γρήγορες λύσεις. Οι life coaches κουκουλώνουν τις αντινομίες της επιθυμίας μας και τις καθηλώσεις που μας ταλανίζουν ως ενήλικες με εμψυχωτικές κοινοτοπίες.
Δεν μας αφήνουν το περιθώριο να δούμε τη θέση που έχει στη ζωή μας το τραύμα, ούτε μας ανοίγουν τον δρόμο για να ζήσουμε τη ζωή μας πέρα από τους περιορισμούς που θέτει ένα τραυματικό παρελθόν. Οι life coaches δεν κάνουν θεραπεία ούτε διάγνωση, ούτε ασχολούνται με τα τραύματά μας. Δίνουν απλά ώθηση στο άτομο και τονώνουν το εγώ του. Κι έτσι δεν φωτίζουμε τα τυφλά μας σημεία, αλλά ρίχνουμε πάνω τους κι άλλο σκοτάδι μέσα από τους «εμβολιασμούς αυτοπεποίθησης».
Γιατί κανένας δεν μας προστατεύει από τους life coaches; Γιατί δεν έχουμε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο για να θωρακιστούν θεραπευτές και θεραπευόμενοι, για να μην αποπροσανατολιζόμαστε όλοι όσοι έχουμε την ανάγκη όχι μόνο να ανοίξουμε την ψυχή μας αλλά και να αποκτήσουμε μεγαλύτερη συμμετοχή στην προσωπική μας ιστορία;
Στη χώρα μας το πεδίο της ψυχικής υγείας είναι εντελώς αρρύθμιστο. Ολοι μπορούν να αυτοανακηρυχθούν ψυχοθεραπευτές ή «σύμβουλοι ψυχικής υγείας» και «life coaches», αρκεί να το δηλώσουν στην Εφορία και να βάλουν μια ταμπέλα στην είσοδο ενός γραφείου. Ποιος ελέγχει εάν ο θεραπευτής έχει φοιτήσει σε κάποιο Πανεπιστήμιο που τον έχει εξοπλίσει με τα κατάλληλα θεωρητικά εργαλεία, εάν έχει κλινική εμπειρία, εάν έχει κάνει πρακτική άσκηση, εάν ο ίδιος έχει περάσει από ένα υποχρεωτικό στάδιο εκπαίδευσης ή προσωπικής ψυχοθεραπείας; Κανένας. Στην Αμερική, όπου το επάγγελμα μετρά πολλά χρόνια ζωής, οι πρακτικές των life coaches είναι πια αμφιλεγόμενες. Εδώ αντιμετωπίζονται ως γκουρού. Οχι όμως χωρίς συνέπειες.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο. Εμπιστευόμαστε τα τραύματά μας σε κάποιον χωρίς να μας βοηθάει να τα αναγνωρίσουμε ως τέτοια. Για την ακρίβεια, σε κάποιον που μας επιβάλλει τη δικτατορία των θετικών συναισθημάτων και απονομιμοποιεί το δικαίωμα της δυστυχίας δημιουργώντας μας ενοχές για όταν κατακτάμε τον στόχο της χαράς, δίχως να λαμβάνει σοβαρά υπόψη το όποιο δυσβάσταχτο ψυχολογικό φορτίο.
Γιατί ακόμα και στην καλύτερη εκδοχή του, το life coaching είναι μια διαλεκτική διαδικασία που στόχο έχει να υποστηρίξει τον πελάτη να αποσαφηνίσει τους στόχους του και να κατανοήσει πώς μπορεί να τους πετύχει. Δεν θα τον βοηθήσει να δουλέψει το κομμάτι του ίδιου του του εαυτού που του δημιουργεί ένα «πεπρωμένο», δηλαδή μια επαναληπτικότητα στην προσωπική ή επαγγελματική ζωή, αφού δεν θα ανοίξει τον δρόμο για να αναδυθούν οι ασυνείδητοι μηχανισμοί που σαμποτάρουν τη ζωή μας. Κάποτε ο Φρόιντ ανέδειξε την καταλυτική σημασία του ασυνείδητου –όπως όνειρα και φαντασιώσεις– στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Τι χρειαζόμαστε λοιπόν, πραγματικά, στη σύγχρονη εποχή;
Η απάντηση παραμένει αρκετά προσωπική. Σε πρώτη φάση το πιο σημαντικό είναι η παραδοχή πως «κάτι κλοτσάει» και η απόφαση εκκίνησης μιας ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Η αναγνώριση αυτής της ανάγκης ως όχημα ενδοσκόπησης και διαχείρισης των συμπτωμάτων μας. Γιατί αν θέλουμε απλά ένα «χάπι ευτυχίας», στην καλύτερη περίπτωση θα βρούμε κανονικοποιημένες λύσεις που θα μας εντάξουν στη νόρμα. Και το ερώτημα είναι κατά πόσο θέλουμε να έχουμε δικαίωμα εξαίρεσής μας από τη νόρμα, να εξηγήσουμε αυτά που μας συμβαίνουν και συχνά μας βυθίζουν σε απόγνωση και εν συνεχεία να καταφέρουμε να ζήσουμε τη ζωή μας πέρα από τους περιορισμούς που μας θέτει ένα τραυματικό παρελθόν.
Στην εποχή των life coaches δεν εστιάζουμε στη μοναδικότητά μας, απαλλαγμένη από τον δογματισμό του κυρίαρχου λόγου της εποχής, δεν έχουμε δικαίωμα να είμαστε όλες οι αποχρώσεις μας. Στην εποχή των life coaches απλά μαθαίνουμε να «ποστάρουμε» την επιβεβλημένη ευτυχία μας στα social media και προωθούμε μια νέα σχέση χαράς και αυτοκατάκρισης.
