ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαρία Ψαρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οποιος θέλει να εξηγήσει γιατί τόσοι νέοι επιστήμονες από την Ελλάδα μεταναστεύουν, όσοι αναζητούν τους λόγους για το λεγόμενο brain drain, δεν έχουν παρά να διαβάσουν το βιβλίο «Αναζήτηση εργασίας» (εκδόσεις Περίπλους).

Σε αυτό το γεμάτο ωμές αλήθειες βιβλίο, ο Αρης Δανάζογλου περιγράφει με κυνισμό, μερικές φορές αμοραλισμό, αλλά και με… κρυμμένο τραύμα την προσπάθειά του να βρει μια αξιοπρεπή δουλειά στην Ελλάδα.

Δεν είναι το αληθινό του όνομα. Ο συγγραφέας επιλέγει το ψευδώνυμο για να μπορεί να γράψει χωρίς φίλτρο και περιστροφές. Από ένα διαμέρισμα στο Δυτικό Λονδίνο όπου διαμένει σήμερα και το οποίο, όπως γράφει, μοιράζεται με άλλους τέσσερις μη Βρετανούς, έχοντας μόλις 170 λίρες στην τσέπη, επιχειρεί μια ακτινογραφία της αγοράς εργασίας στη χώρα μας. Μιας εμπειρίας που περνάει -μεταξύ άλλων- από εστιατόρια και καφέ, προωθήσεις πωλήσεων, τηλεφωνικά κέντρα, αλλά και φροντιστήρια, μουσεία, Δημόσιο και τράπεζες.

Ο ίδιος είναι απόφοιτος Φιλοσοφικής. Ενας από όλους. Ενας από τους νέους μιας γενιάς που μετά την ψευδαίσθηση της φοιτητικής ελευθερίας, τους έρωτες, τα ταξίδια, τα μεθύσια και τις κραιπάλες, βγήκε στην αγορά εργασίας χωρίς να έχει τις «πλάτες» της οικογένειάς του.

Και έφαγε τα μούτρα του: με τους Ελληνες εργοδότες που συχνά λένε «είμαστε οικογένεια εδώ» για να δικαιολογήσουν τα εξωφρενικά ωράρια, τις συνθήκες εργασίας που παραπέμπουν σε τριτοκοσμικές φάμπρικες, τα «μαύρα», τις συμφωνίες που δεν τηρούνται, τις προχειρότητες και τα «ματσιλίκια».

Και η κατάσταση που περιγράφει είναι ίδια: από τη συνοικιακή καφετέρια μέχρι τα ΕΛΤΑ. «Εκείνη την Παρασκευή εγώ έμεινα στο μαγαζί 14 ώρες και όταν έφυγα, ένιωθα σαν να με πάτησε τρένο. Μέσα σε αυτές τις 14 ώρες, πρόλαβα να κάνω δύο πεντάλεπτα διαλείμματα: ένα για τσιγάρο και ένα για να φάω στα όρθια ένα σάντουιτς. Την Κυριακή ξανάπιασα τον κύριο Αντρέα για τα λεφτά…».

«Τέλη Αυγούστου που σταμάτησα από την πιτσαρία ήταν μάλλον η πρώτη φορά που άρχισα να ψυλλιάζομαι γιατί η γιαγιά μου η Φτυχούλα επέμενε τόσο πολύ να διαβάζω. Γιατί αν δεν διαβάζεις, καταλήγεις σερβιτόρος. Αυτό που δεν υποψιαζόμουν τότε ήταν πως ακόμα και αν διαβάζεις, πάλι σερβιτόρος καταλήγεις», γράφει, εκφράζοντας την πικρή αλήθεια της ελληνικής πραγματικότητας.

Μεγάλο κομμάτι του βιβλίου αφορά τον κόσμο των θέσεων εργασίας «λευκού κολάρου» που λένε, αλλά και πιο ακαδημαϊκούς χώρους. Εχει στείλει, λέει, χίλια κάτι βιογραφικά παντού – κάθε φορά νιώθει σαν να βάζει μήνυμα σε μπουκάλι που ρίχνει στον απέραντο ωκεανό.

Προσπάθησε σε εταιρείες, σε θεσμούς, μουσεία, φεστιβάλ, στην Ελλάδα, στο εξωτερικό, έλαβε μέρος σε διαγωνισμούς στο ΙΚΥ, το ΑΣΕΠ, τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, παντού! Οι μόνες δουλειές που βρήκε ήταν προσωρινές, στο Δημόσιο και σ’ ένα μουσείο – και αυτές με πολιτικό βύσμα. Κατάφερε και μια υποτροφία στο ΙΚΥ για λίγο.

Κατά τα άλλα, η αξιοκρατία ανύπαρκτη, οι προοπτικές πουθενά, η ελπίδα χάνεται. Η μόνη ευκαιρία που είδε να προχωράει ήταν μια αίτηση που έκανε στο Βρετανικό Μουσείο. Εφτασε στην τελική φάση, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.

Ο Δανάζογλου συχνά επιλέγει την αυτοδικία για να λύσει τα προβλήματά του. Δεν διστάζει να κάνει μικροκλοπές, τις οποίες αποπειράται να ιδεολογικοποιήσει, ούτε να εκδικηθεί, για παράδειγμα, το κάθαρμα που βάζει την 6 μηνών έγκυο υπάλληλό του να σηκώσει ένα κιβώτιο και να σκέφτεται σοβαρά να διαπράξει οικονομική απάτη.

Υπερβολές που επιτρέπει η ανωνυμία; Μπορεί. Ομως σε αυτό το πολιτικό βιβλίο που διαβάζεται μονορούφι, θα βρει κανείς μια κριτική στην Αριστερά και τα κινήματα, τους αναρχικούς και τις καταλήψεις, κυρίως όμως στο ελληνικό σύστημα το ίδιο. Και στο επίμετρο, ο ίδιος καταγγέλλει κάτι τελευταίο: στην Ελλάδα, δεν θεωρούμε ότι δεσμευόμαστε από αυτό που λέμε. «Οποιος ψάχνει για τους λόγους που οδήγησαν αυτή τη χώρα στη χρεοκοπία ας το βάλει κι αυτό στην εξίσωση», γράφει.