Στη Χιλή του Πινοσέτ. Το 1986. Σε ένα από τα ειδεχθέστερα δικτατορικά καθεστώτα, οργανώνεται μια τυραννοκτονία. Οταν τον κυνηγά η αστυνομία, ο φοιτητής Κάρλος, μέλος αντιστασιακής οργάνωσης, συναντιέται με την Τρελή, έναν βασανισμένο και γερασμένο λαϊκό τρανς, που κεντά τραπεζομάντιλα κι ακούει ερωτικά μπολέρο, όπως το «Φοβάμαι, ταυρομάχε», κι έτσι αρχίζουν όλα.
Αυτό το μοναδικό μυθιστόρημα του εμβληματικού Χιλιανού Πέδρο Λεμεμπέλ, που αυτοπροσδιοριζόταν ως «φτωχός, κομμουνιστής και αδερφή», συνταιριάζει τον αγώνα κατά της βαρβαρότητας με την τρυφερότητα του έρωτα, θέτοντας σε αμφισβήτηση τις νόρμες της παραδοσιακής Αριστεράς για τις σεξουαλικές προτιμήσεις. Κι είναι αυτό που προσάρμοσε δραματουργικά και σκηνοθετεί η Αννα Βαγενά στο θέατρο Μεταξουργείο.
Το πολιτικό μυθιστόρημα του θεμελιωτή της ακτιβιστικής performance, τον οποίο έχουν αποκαλέσει «φαινόμενο της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας», έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο το 2020 και κυκλοφόρησε το 2021 σε μετάφραση Κώστα Αθανασίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
● Στη θεατρική μεταφορά του ακούγονται ηχητικά ντοκουμέντα από τη στυγνή δικτατορία, ενώ τον ρόλο της Τρελής υποδύεται ο Νίκος Αρβανίτης, που έχει διακριθεί σε έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
«Ενα μανιφέστο για την ανατρεπτική δύναμη της αγάπης και της τρυφερότητας, ενάντια στην καταστολή των αυταρχικών καθεστώτων οτιδήποτε “διαφορετικού”. Ενας ύμνος για τον άνθρωπο και για τον αγώνα των καταπιεσμένων για την ελευθερία», το χαρακτηρίζει η σκηνοθέτρια, βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ, Αννα Βαγενά, που ανακάλυψε το «Φοβάμαι, ταυρομάχε» από μια βιβλιοκριτική σε εφημερίδα, το διάβασε και το αγάπησε για τον πολιτικό και τρυφερό του χαρακτήρα, αλλά κυρίως για «αυτή τη ρημαγμένη προσωπικότητα που ζει σε αυτό το ρημαγμένο σπίτι. Οι ρημαγμένες προσωπικότητες με συνταράσσουν…». Και μπορεί να είναι ξανά υποψήφια, «από τα 16 μου είμαι στη νεολαία Λαμπράκη, στα κοινά, σαν καθήκον, αλλά η καρδιά μου χτυπά στο θέατρο», μας λέει, θεωρώντας ότι τα πολιτικά μηνύματα που συμπυκνώνει αυτή η παράσταση είναι σαν «100 προεκλογικές συγκεντρώσεις και ομιλίες».

Στη θεατρική προσαρμογή σας, διατηρείτε το ζεύγος Πινοσέτ του βιβλίου που δεν υπάρχει στην ταινία;
Ναι και αυτό αποτέλεσε μια αντίστιξη που αναδεικνύει το άλλο ζευγάρι της Τρελής και του φοιτητή με αυτή την τρυφερή και πλατωνική σχέση από τη μια και απ’ την άλλη ό,τι αντιπροσωπεύει τη δήθεν «κανονικότητα», του δικτάτορα με τη σύζυγό του, ενός ζευγαριού καρικατούρα. Ετσι αναδεικνύεται κι ότι τελικά το αντικανονικό είναι πιο κανονικό. Αυτό τονίζει και η Μικαέλα Δανά, που κρατά τον ρόλο της συζύγου του Πινοσέτ: «Λειτουργούν σαν αντίπαλο δέος αυτά τα δύο ζευγάρια. Το ένα της Τρελής με τον Κάρλος είναι ένα ζευγάρι αρκετά ανθρώπινο, ενώ του δικτάτορα είναι ένα ζευγάρι που θέλει ο ένας να κατασπαράξει τον άλλον. Στο αντισυμβατικό υπάρχει αγάπη, στο συμβατικό υπάρχει μίσος».
Στη συζήτησή μας με τους συντελεστές του έργου, φωτίζονται οι όψεις που καθιστούν το έργο βαθιά πολιτικό και τον συγγραφέα του φωνή των καταπιεσμένων.
«Υποδύεστε για πρώτη φορά τον ρόλο ενός ομοφυλόφιλου;», ρωτήσαμε τον Νίκο Αρβανίτη. «Δεν έχει νόημα», λέει, «να το κάνεις πολλές φορές και, βέβαια, έχει σημασία και το ίδιο το έργο. Σε μια αντιπαράθεση της Τρελής με τον Κάρλος, όταν εκείνη έχει αρχίσει και αποκτά πολιτική συνείδηση, του λέει: «Δεν με νοιάζει αν είναι ο στρατός ή οι κομμουνιστές στην εξουσία ή όποιος άλλος θέλει, γιατί γι’ αυτούς είμαστε πάντα “γαμημένοι πούστηδες”. Αν κάποτε γίνει μια επανάσταση που περιλαμβάνει κι εμάς, ειδοποίησέ με κι εγώ θα είμαι εκεί, στην πρώτη γραμμή. Αλλά τώρα χάσου από τα μάτια μου, γιατί τους ξέρω τους δικούς σου»».
● Θίγει τη δυσκολία της Αριστεράς με την ομοφυλοφιλία;
«Το έργο είναι πρόκληση, γιατί είναι βαθιά πολιτικό, τρομερά σύγχρονο και ίσως και μελλοντικό -παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις που έχουμε ότι είμαστε εξοικειωμένοι με τα διαφορετικά πρόσωπα των ανθρώπων-, γιατί βάζει το ζήτημα ότι βαθιά μέσα μας θα πρέπει να είμαστε ανεκτικοί, συμπεριληπτικοί προς ανθρώπους που ακόμα θεωρείται ότι δεν είναι στην κανονική νόρμα των φύλων. Μην ξεχνάμε ότι η μεγαλύτερη τραγωδία της ανθρωπότητας καθάρισε όλους τους διαφορετικούς: εβραίους, τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές, φτωχούς, ανάπηρους. Αυτός ήταν ο ναζισμός και οι παραλλαγές του είναι ίδιες σε όλον τον κόσμο και έχουν την ίδια κοψιά και γλώσσα. Δεν μας κάνει εντύπωση ότι η γλώσσα που μιλάει ο Πινοσέτ μάς είναι απολύτως γνώριμη. Η ίδια ορολογία, κάτι χρυσαυγίτικο και τραμπικό…», απαντά ο Νίκος Αρβανίτης.
Και η Αννα Βαγενά μονολογεί: «Πολλές φορές παγώνω, όταν στη σκηνή μιλάει ο “Πινοσέτ”, καθώς έζησα τη δικτατορία στα 20 χρόνια μου κι όλο αυτό μού είναι πολύ γνώριμο…».
Αλλά για τους νεότερους συντελεστές της παράστασης, που ίσως δεν παγώνουν όταν ακούν τον Πινοσέτ, τι έχει να πει το έργο;
«Η αλήθεια είναι», απαντά ο Σταμάτης Μπάκνης, που υποδύεται τον φοιτητή Κάρλος, «ότι, ενώ είμαστε σε άλλη εποχή, όχι ακριβώς χούντα, έχω βρει πάρα πολλά κοινά, καθώς ζούμε μέσα σε ένα περιβάλλον κοινωνικά πολύ καταπιεσμένο. Στο έργο έχει ενδιαφέρον, όμως, το πώς μέσα σε μια τόσο δύσκολη συνθήκη ο Κάρλος, που δεν είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος, αφήνεται να αγαπηθεί και να αγαπήσει έναν τέτοιο άνθρωπο που είναι πολύ διαφορετικός για τα δεδομένα της εποχής και πώς βλέπει τον εαυτό του μέσα από αυτό. Το γεγονός ότι δημιουργούν μια πολύ τρυφερή πλατωνική σχέση σημαίνει ότι ο ίδιος έχει πολλές ευαισθησίες. Αλλά και μέσα σε αυτή, την πολύ τρομακτική συνθήκη μιας χώρας, έχει επίσης ενδιαφέρον το πόσο στρέιτ οφείλει να φαίνεται ως μέλος μιας αντιστασιακής τρομοκρατικής οργάνωσης αλλά και πόσο τρυφερός και ευαίσθητος είναι μέσα σε μια προσωπική σχέση».

Ο Ανδρέας Κωνσταντινίδης υποδύεται τον Πινοσέτ. Πώς προσέγγισε, αλήθεια, αυτό τον ρόλο, που είναι και ιστορικό πρόσωπο;
«Ο ρόλος ήταν», λέει, «μια πρόκληση, καθώς αφορά σε μια υπαρκτή προσωπικότητα, άρα υπάρχει κι η δυνατότητα μελέτης της συμπεριφοράς και του βίου του. Ο Πινοσέτ ήταν ένας σκληρός και αδίστακτος άνθρωπος. Εμείς δείχνουμε μια δημόσια πλευρά του, πώς παρουσιάζεται στον στρατό και τον λαό αλλά και ταυτόχρονα μια πιο προσωπική του όψη με τη σύζυγό του στο σπίτι, τα παιδικά του βιώματα… Και, όταν όλα αυτά συνδέονται, βλέπεις πώς αυτός ο άνθρωπος από μικρός είχε αντισυμβατικά συναισθήματα και ήθελε να προκαλέσει πόνο. Αυτό τουλάχιστον σύμφωνα με τον Λεμεμπέλ, που παρουσιάζει μια όχι απόλυτα ρεαλιστική εικόνα του Πινοσέτ με πολλά σουρεαλιστικά στοιχεία, παίζοντας και με τη σάτιρα, καθώς αυτή την εγκληματική προσωπικότητα καταδυναστεύει η γυναίκα του».
«Ας αναλογιστούμε», λέει παρεμβαίνοντας στη συζήτηση και ο Νίκος Αρβανίτης, «ότι εμείς είχαμε επτά χρόνια δικτατορία, ενώ στη Χιλή ήταν από το 1973 μέχρι τη δεκαετία του ‘90. Οι άνθρωποι γεράσανε μαζί με τον Πινοσέτ. Και είναι φοβερός ο τρόπος που τον παρουσιάζει και τον αποδομεί ο Λεμεμπέλ».
«Οι καιροί έρχονται και παρέρχονται», παρατηρεί η Μικαέλα Δανά. «Είμαι από το Κερατσίνι και εμείς είχαμε νεκρό από φασίστα, τον Παύλο Φύσσα, και πολλές επιθέσεις. Είναι σημεία των καιρών και πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε. Το γκροτέσκο που χρησιμοποιεί ο Λεμεμπέλ στην παρουσίαση του δικτάτορα δίνει μια αίσθηση γελοίου, που συμπλέει με την αίσθηση της πραγματικότητας και της πίκρας…».
Στο έργο υπάρχει και η Λάουρα, σύντροφος του Κάρλος στον αγώνα ή, όπως περιγράφει η Ελενα Μεντζέλου που την υποδύεται, «η Λάουρα είναι μια γυναίκα ταγμένη στον σκοπό της οργάνωσης, τον αγώνα. Ολα τα υπόλοιπα της φαίνονται επουσιώδη. Είναι στοχοπροσηλωμένη. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος βγάζει την πανοπλία της και εμφανίζει το ανθρώπινο πρόσωπό της. Βοηθάει την Τρελή. Νομίζω ότι αυτή είναι και η ουσία των ανθρώπων που αντιστέκονται τόσο έντονα σε ένα καθεστώς, ότι, πέρα από την ιδεολογία, είναι βαθιά ανθρώπινοι στο τι πιστεύουν και μάχονται για μια καλύτερη συνθήκη για όλους…». ‘Η τουλάχιστον, όπως σχολιάζει η Αννα Βαγενά, «αυτή είναι η φωτεινή πλευρά των οργανώσεων, αν και δεν είναι πάντα έτσι…».
«Η τέχνη έχει δύναμη. Πώς να μην τη μισούν;»

● Πώς τοποθετείστε απέναντι στην… αβρότητα που σας επιφύλαξε η κυβέρνηση να σας κάνει όλους «αποφοίτους λυκείου»;
Αννα Βαγενά: Η πολιτική τις τέχνες τις έχει για τις επίσημες πρεμιέρες και τις φωτογραφίσεις. Στην πραγματικότητα, πώς να ανεχτούν ό,τι μπορεί να κάνει η τέχνη; Αυτή η παράσταση π.χ. και τα μηνύματά της είναι πιο σημαντικά από δέκα προεκλογικές συγκεντρώσεις και ομιλίες. Η τέχνη έχει μια δύναμη που ο τρόπος που κάνουν πολιτική δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει. Πώς να μην τη μισούν;
Νίκος Αρβανίτης: Ολο αυτό κάποια στιγμή θα καταρρεύσει. Ξεφτιλίστηκαν και, επειδή το θέμα σερνόταν τόσα χρόνια, νόμιζαν ότι δεν ενδιαφέρεται κανείς και θέλησαν να του βάλουν μια ταφόπλακα. Τελικά, αναδείχθηκαν και διάφορα θέματα που είναι σε εξέλιξη, όπως ο ρόλος των κολεγίων, το Αρθρο 16 του Συντάγματος, μια εκδικητική μανία ενάντια στους καλλιτέχνες, που εκφράστηκε με την πανδημία και με την υπόθεση Λιγνάδη. Το τοπίο στις σπουδές έχει αλλάξει. Εμείς τότε σπουδάζαμε αποκλειστικά για να παίξουμε στο σανίδι, δεν υπήρχε η εκπαιδευτική καριέρα, τα μεταπτυχιακά. Τα παιδιά τώρα έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα, πάνε στην Ευρώπη, μιλάνε γλώσσες, ξεπερνάνε ακόμη και στο θέατρο το εμπόδιο της γλώσσας, κάνουν σεμινάρια, διαλέξεις. Εμφανίζεται, λοιπόν, μια κυβέρνηση στην Ελλάδα με τραγελαφικούς υπουργούς που λένε «εμείς σας απαγορεύουμε οτιδήποτε έχει σχέση με την ακαδημαϊκή εξέλιξή σας…».
Μικαέλα Δανά: Εχει να κάνει και με μια γενικότερη πολιτική αντιμετώπιση και νοοτροπία περί φτηνού εργατικού δυναμικού. Δεν υπάρχει βούληση να λάβουν ολοκληρωμένη μόρφωση τα παιδιά της τέχνης.
Ανδρέας Κωνσταντινίδης: Το λέει και ο Πινοσέτ στο έργο: «Εγώ μισώ την ποίηση. Το είπα και τις προάλλες σε έναν ηλίθιο δημοσιογράφο που με ρώτησε αν διαβάζω Νερούδα. Εχετε γράψει ποτέ σας κανένα ποίημα; με ρώτησε. Θέλετε να σας απαντήσω; Τα μισώ τα ποιήματα. Δεν θέλω ούτε να τα γράφω ούτε να τα διαβάζω ούτε να τα ακούω ούτε τίποτα. Μισώ την ποίηση και τους καλλιτέχνες κι απορώ πώς τολμήσατε να μου κάνετε μια τέτοια ερώτηση…».
«Φοβάμαι, ταυρομάχε»
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Επιμέλεια μουσικής: Γιάννης Καραγιάννης
Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Αννα Βαγενά – Wasaf Butt
Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Στεφανάτου
Παίζουν: Νίκος Αρβανίτης, Σταμάτης Μπάκνης, Μικαέλα Δανά, Ελενα Μεντζέλου, Ανδρέας Κωνσταντινίδης
Θέατρο «Μεταξουργείο», (Ακαδήμου 14, Μεταξουργείο, τηλ.: 210 5234382)
Εισιτήρια 12-15 €. Ισχύουν εισιτήρια ΟΑΕΔ (ΔΥΠΑ) Προπώληση: www.viva.gr
