Οποια και να ’ναι η εξέλιξη του καλλιτεχνικού αιτήματος, που παλεύει ν’ ακουστεί με κάθε τρόπο σχεδόν δυόμισι μήνες (και προσωπικά εύχομαι να είναι ό,τι θα όφειλε εξαρχής, κυρίως μια κίνηση δημόσιας αποκατάστασης της αξιοπρέπειας του χώρου του σύγχρονου πολιτισμού), χρωστάμε ήδη τρία πράγματα σε ό,τι βαφτίστηκε «καλλιτεχνικό κίνημα».
Τη λειτουργία, με άψογους όρους αυτοδιαχείρισης, καλλιτεχνικών καταλήψεων – συνθήκη που, περιλαμβάνοντας υψηλού επιπέδου δρώμενα και συζητήσεις, είναι κοινή στο εξωτερικό ενώ, μάλιστα, σε πόλεις όπως το Βερολίνο υποστηρίζεται από το κράτος. Την «ανακατάληψη» με υγιείς ή και ευφάνταστους όρους τής, εξαιρετικά τρωθείσας από την πανδημία αλλά κι από κυβερνητικές και δημοτικές επιλογές, σχέσης μας ως πολιτών με τον δημόσιο χώρο, όπως σωστά επισήμανε ο πρώην γ.γ. ανθρωπίνων δικαιωμάτων Κ. Παπαϊωάννου. Και τη «συστέγαση», κάτω από την «ομπρέλα» του κοινού αιτήματος, διαφορετικών ελλειμματικών «όψεων» της εκπαιδευτικής-καλλιτεχνικής διαδικασίας.
Δεν μιλώ τόσο για το χρόνιο αίτημα της δημιουργίας πανεπιστημιακού επιπέδου δημόσιων σχολών. Μιλώ για επί μέρους αιτήματα τα οποία, π.χ., στην περίπτωση της ΑΣΚΤ ήταν η υλικοτεχνική υποδομή και η ενίσχυση των σπουδαστών για την αγορά των απαραίτητων υλικών. Στην περίπτωση του Καλλιτεχνικού Σχολείου Αθηνών, η καταγγελία της αβελτηρίας υπουργείου Παιδείας και Δήμου Αθηναίων, που επί μήνες είναι ασυνεπείς στις αυτονόητες υποχρεώσεις τους.
Και στην περίπτωση της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, είναι η ρωγμή στο φοβικό σύνδρομο που από τον Σεπτέμβριο αποσιωπούσε ότι σπουδαστές και των τριών ετών αρνούνταν να έχουν πλέον καθηγητή τον Γιάννη Λιγνάδη, έναν άνθρωπο που, έστω για να υπερασπιστεί τον καταδικασμένο πλέον για δύο βιασμούς ανηλίκων αδελφό του, ασπάστηκε πλήρως τη γλώσσα του «συνηγόρου», δηλώνοντας δημόσια: «Υπάρχουν ομοφυλόφιλοι που είναι επαγγελματίες […] Και στο θέμα του θεάτρου, αυτά είναι παθογένειες».
Σε ένα μέρος της κοινωνίας η «ομπρέλα» βέβαια κλείνει οδηγώντας σε έναν φοβικό, ατομικιστικό νεοσυντηρητισμό. Σε ένα άλλο, όμως, ανοίγει καταλύοντας αυτές τις προσεκτικά καλλιεργημένες ενοχοποιητικές ρητορείες περί –κακώς εννοούμενης– «ατομικής ευθύνης». Κάποιοι ανακαλύπτουν ξανά το «μαζί» – κι εμείς τους ακούμε. Προσεκτικά.
