Κορυφαίοι Ευρωπαίοι ερευνητές εντόπισαν αντισώματα που όχι μόνο μπλοκάρουν τη μόλυνση από τις πιο πρόσφατες παραλλαγές SARS-CoV-2, αλλά θα μπορούσαν επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά των μελλοντικών κορονοϊών, επισημαίνει σε επιστημονικό του άρθρο το περιοδικό τεχνολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Cordis.
Το άρθρο τονίζει ότι καθώς ο κορονοϊός συνεχίζει να εξελίσσεται, οι αναδυόμενες παραλλαγές του SARS-CoV-2 καθιστούν τα εμβόλια και τα αντισώματα που κατασκευάζονται στο εργαστήριο λιγότερο αποτελεσματικά.
«Πώς μπορούμε λοιπόν να παράξουμε θεραπείες που να είναι ανθεκτικές στην εξέλιξη του ιού;», διερωτάται το σχετικό δημοσίευμα.
Εχοντας κατά νου αυτόν τον στόχο, μια διεθνής ερευνητική ομάδα που υποστηρίζεται εν μέρει από το χρηματοδοτούμενο από την Ε.Ε. έργο ATAC, ξεκίνησε έρευνα προκειμένου να προσδιορίσει εάν ολόκληρος ο κορονοϊός εξελίσσεται ή αν υπάρχουν στην πραγματικότητα τμήματά του που δεν αλλάζουν. Η ομάδα βασίστηκε στην εκτίμηση ότι ορισμένα μέρη του ιού μπορεί να αναγκαστούν να παραμείνουν αμετάβλητα για να μπορέσουν να λειτουργήσουν ή να διατηρήσουν μια σωστή δομή.
Για να δουν αν αυτό ήταν αλήθεια, ανέλυσαν σχεδόν 10,5 εκατομμύρια αλληλουχίες SARS-CoV-2. Οπως περιγράφεται στην εργασία που δημοσιεύτηκε στο «Science Immunology», οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ορισμένα μέρη της πρωτεΐνης ακίδας του ιού -η πρωτεΐνη που επιτρέπει στον ιό να διεισδύσει στα κύτταρα ξενιστές και να προκαλέσει μόλυνση- διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό. «Αυτά τα ονομάζουμε “ψυχρά σημεία”», δηλώνει η συν-επικεφαλής της μελέτης Βιρτζίνια Κριβέλι από το Ινστιτούτο Ερευνας στη Βιοϊατρική (IRB) στην Ελβετία, συνεργάτη του έργου, σε ένα αναλυτικό δελτίο Τύπου που δημοσιεύτηκε στο «EurekAlert!». Σύμφωνα με την επιστήμονα, «το μεγαλύτερο μέρος του ιού αλλάζει γρήγορα, αλλά ανακαλύψαμε 15 περιοχές που δεν το κάνουν».
Η ανάλυση της ομάδας των δειγμάτων που ελήφθησαν από άτομα που ανάρρωσαν από τη νόσο COVID-19 οδήγησε στην ανακάλυψη ότι ορισμένα άτομα είχαν αντισώματα που ήταν ειδικά για τα κρυολογήματα. «Αυτά τα αντισώματα είναι πολύ σπάνια», σημειώνει ο συν-επικεφαλής της μελέτης Φίλιπο Μπιαντσίνι, επίσης διδάκτωρ στο IRB, «αλλά χάρη σε μια νέα μέθοδο, μπορέσαμε να τα βρούμε». Η εν λόγω μέθοδος είναι γνωστή ως ανακάλυψη αντισωμάτων καθοδηγούμενη από κρύα σημεία, μια προσέγγιση προσυμπτωματικού ελέγχου που εστιάζει σε μέρη της πρωτεΐνης ακίδας του κορονοϊού που -όπως περιγράφεται στη μελέτη- «είναι και λειτουργικά σχετικά και απεχθάνονται να αλλάξουν».
Το δημοσίευμα τονίζει ότι στα εργαστηριακά πειράματα που διεξήχθησαν, αυτά τα σπάνια αντισώματα ειδικά για το αποκαλούμενο «κρύο σημείο» μπόρεσαν να εμποδίσουν την ιογενή λοίμωξη ακόμη και από τις πιο πρόσφατες παραλλαγές που προκαλούν ανησυχία. Παρείχαν επίσης προστασία από ασθένειες σε προκλινικά μοντέλα.
Το ερώτημα τώρα είναι εάν τα αντισώματα που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα θα έχουν κάποια επίδραση κατά των παραλλαγών του SARS-CoV-2 και των κορονοϊών που δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί. «Είναι πιθανό να εμφανιστούν νέοι κορονοϊοί που μολύνουν ανθρώπους», παρατηρεί ο διευθυντής του IRB και ανώτερος συγγραφέας της μελέτης δρ Νταβίντ Ρομπιάνι. Ο Ρομπιάνι επισημαίνει πως «τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι μπορεί να είναι ήδη δυνατό να αναπτυχθούν αντίμετρα που είναι ευρέως αποτελεσματικά κατά των σημερινών και μελλοντικών κορονοϊών».
Το έργο ATAC [θεραπεία αντισωμάτων κατά του κορονοϊού (COVID-19)] έχει βασιστεί στην προηγούμενη εμπειρία θεραπείας με αντισώματα SARS και MERS-CoV για την ανάπτυξη παθητικής ανοσοθεραπείας κατά του COVID-19.
Τέλος, αναφέρει ότι εκτός από την παροχή ενός υποψήφιου για θεραπεία ανθρώπινου αντισώματος, η ATAC αναμένεται πως θα δώσει επίσης γρήγορα αποτελέσματα για να βοηθήσει την ιατρική κοινότητα να ανταποκριθεί στην πανδημία.
