«Η υπόθεση είναι πεζή», ξεκινά τον πρόλογο που έγραψε ειδικά για την ελληνική έκδοση του βιβλίου του «Θάνατος ενός ταξιδιώτη – Μια επανεξέταση» ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ντιντιέ Φασέν (Didier Fassin, εκδόσεις «Πόλις», μτφ. Μανώλης Πιμπλής).
Στην πραγματικότητα η υπόθεση που τον απασχόλησε δεν είναι πεζή, ούτε απλή, ούτε δυστυχώς τόσο «έκτακτη». Διότι όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα της 30ής Μαρτίου του 2017, στην κοινότητα Seur της κεντρικής Γαλλίας, έχουν ανατριχιαστικές ομοιότητες με τις υποθέσεις του Νίκου Σαμπάνη και του Κώστα Φραγκούλη.
Ο 37χρονος Αντζελο Γκαράν, καταζητούμενο μέλος της «κοινότητας του ταξιδιού», όπως αυτοαποκαλούνται στη Γαλλία οι Ρομά, «σκοτώνεται στο οικογενειακό αγρόκτημα κατά τη διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης από επίλεκτη και βαριά οπλισμένη μονάδα. Οι δυνάμεις της τάξης επικαλούνται λόγους νόμιμης άμυνας και ισχυρίζονται ότι τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Οι συγγενείς του θύματος, που βρίσκονταν ακινητοποιημένοι στο έδαφος και δεμένοι με χειροπέδες, αμφισβητούν την αστυνομική εκδοχή. Η έρευνα που διεξάγεται δικαιώνει τους αστυνομικούς. Η αδελφή του θύματος οργανώνει μια επιτροπή αγώνα για τη δικαίωση του αδελφού της, διεκδικώντας δικαιοσύνη και αλήθεια.
Η επιτροπή οργανώνει κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, απευθύνοντας κάλεσμα και στους κατοίκους των υποβαθμισμένων γαλλικών προαστίων, μαύρους και Αραβες, που δύσκολα, κατ’ αρχήν, αδελφώνονται με τους Ρομά […]
Η επιτροπή έρχεται σε επαφή και με τον Ντιντιέ Φασέν. Η ιστορία συγκινεί τον κοινωνιολόγο, ο οποίος διακρίνει σε αυτήν, πέρα από ένα σύνηθες γεγονός του αστυνομικού δελτίου, και ένα επεισόδιο που φέρνει στο φως τις μεθόδους των καταπιεστικών μηχανισμών. Επανεξετάζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου και συλλέγοντας τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών, ο Ντιντιέ Φασέν προβαίνει σε μια αντίθετη –από την επίσημη– έρευνα και επικεντρώνεται στο ηθικό και φιλοσοφικό πεδίο».
Το βιβλίο, που κινείται στα όρια ιστορίας και λογοτεχνίας, ανιχνεύει τη λειτουργία του δικαστικού μηχανισμού και περιγράφει πόσο σχετικές είναι οι έννοιες της αλήθειας και του ψεύδους. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος αναλύει και αφηγείται, περιγράφει και διαλογίζεται έχοντας αποφασίσει ότι θα πορευτεί όσο το δυνατόν πιο αμερόληπτος και αντικειμενικός μπορεί.
Αυτό τον μηχανισμό περιγράφει στο απόσπασμα που παραθέτουμε από τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης «Θάνατος ενός ταξιδιώτη» που θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία από αυτήν την εβδομάδα. Πού καταλήγει τελικά ο Φασέν και η έρευνά του; «Να επιστρέψει στους Ρομά ένα μέρος αυτού που η κοινωνία τούς στερεί: την αξιοπρέπειά τους». Σημασία έχει βέβαια και το πώς καταλήγει μέχρι εκεί αλλά και οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες που συναντά στην πορεία του.
Πρόλογος στην ελληνική έκδοση
Μια πεζή υπόθεση
Η υπόθεση είναι πεζή. Κάπου στη Γαλλία, ένας άντρας της κοινότητας του ταξιδιού* καταζητείται επειδή, ύστερα από άδεια εξόδου, δεν επέστρεψε στη φυλακή όπου εξέτιε ποινή για κλοπές χωρίς χρήση βίας. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στο αγρόκτημα των γονιών του, οργανώνεται μεγάλη επιχείρηση από μια υπερεξοπλισμένη –και βαριά οπλισμένη– επίλεκτη μονάδα της Εθνικής Χωροφυλακής. Κρυμμένος στο σκοτάδι μιας αποθήκης, ο άντρας εντοπίζεται και θανατώνεται.
Αυτοί που πυροβόλησαν ισχυρίζονται ότι τους επιτέθηκε με μαχαίρι και ότι αναγκάστηκαν να ρίξουν ευρισκόμενοι σε θέση άμυνας, αφότου μάλιστα είχαν δηλώσει την παρουσία τους και είχαν προσπαθήσει να τον ακινητοποιήσουν αόπλως. Πέντε μέλη της οικογένειάς του που βρίσκονταν έξω από την αποθήκη, ελάχιστα μέτρα από τη σκηνή της τραγωδίας –ακινητοποιημένα στο έδαφος, δεμένα με χειροπέδες και υπό την απειλή όπλου–, διαβεβαιώνουν ότι οι πυροβολισμοί ακούστηκαν μερικά μόνο δευτερόλεπτα μετά την είσοδο των χωροφυλάκων στην αποθήκη, χωρίς να έχει προηγηθεί προειδοποίηση ή θόρυβος πάλης. Διατάσσεται αμέσως έρευνα από τις ανακριτικές υπηρεσίες της Εθνικής Χωροφυλακής, τα συμπεράσματα της οποίας επιβεβαιώνουν την εκδοχή των οργάνων της τάξης.
Οι δημόσιες δηλώσεις του εισαγγελέα κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, επειδή όμως υπήρξε νεκρός ζητείται η διεξαγωγή δικαστικής έρευνας. Η ανακρίτρια, βασισμένη σε στοιχεία από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τα οποία δημιουργούν ερωτηματικά, αποφασίζει να απαγγείλει κατηγορίες στους δύο υπαξιωματικούς. Ενάμιση χρόνο αργότερα, λίγο πριν εκδώσει απόφαση, μετατίθεται σε άλλη περιφέρεια. Η συνάδελφός της που τη διαδέχεται, πρωτοδιοριζόμενη ανακρίτρια, καλείται να συντάξει το βούλευμα αμέσως μόλις αναλαμβάνει καθήκοντα. Υιοθετεί την επιχειρηματολογία του εισαγγελέα και εκδίδει απαλλακτικό βούλευμα.
Η οικογένεια ασκεί έφεση. Η απόφαση δεν αλλάζει. Επομένως, οι δύο άντρες του GIGN2 που έριξαν τις θανάσιμες βολές δεν θα οδηγηθούν στο δικαστήριο. Συντετριμμένη από τον θάνατο του αδελφού της, έχοντας εξαρχής την υποψία ότι οι δηλώσεις των χωροφυλάκων ήταν ψευδείς, και σοκαρισμένη από την ταχύτητα με την οποία η εκδοχή τους για τα γεγονότα επικυρώθηκε από την εισαγγελία, η αδελφή του Αντζελο αναλαμβάνει δημόσιες πρωτοβουλίες έτσι ώστε, όπως λέει, να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Οργανώνει μια τοπική κινητοποίηση, κατά το πρότυπο ανάλογων κινητοποιήσεων με επικεφαλής άλλες νεαρές γυναίκες, τα αδέλφια των οποίων επίσης έχασαν τη ζωή τους όταν οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν με τις δυνάμεις της τάξης, χωρίς ποτέ να υπάρξει καταδίκη των αστυνομικών που εμπλέκονταν σε αυτούς τους θανάτους. Μετά την απόρριψη της έφεσης, προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ελπίζοντας ότι το γαλλικό κράτος θα καταδικαστεί τόσο για τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του Αντζελο όσο και για τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε η Δικαιοσύνη, απαλλάσσοντας τους χωροφύλακες που τον σκότωσαν.
Μια πεζή υπόθεση, λοιπόν. Ενα μικροσυμβάν του αστυνομικού δελτίου. Που δεν έτυχε ούτε μίας αναφοράς από τα μέσα εθνικής εμβέλειας. Μόνο ο τοπικός Τύπος δημοσίευσε κάποια μικρά άρθρα, που αναπαρήγαν την εκδοχή του εισαγγελέα και, ως εκ τούτου, των χωροφυλάκων, χωρίς καν να αναζητηθεί η μαρτυρία της οικογένειας. Η κοινοτοπία αυτής της υπόθεσης, ωστόσο, είναι που πρέπει να προσελκύσει την προσοχή μας.
Η φαινομενική της ασημαντότητα είναι αυτό ακριβώς που την καθιστά σημαίνουσα. Συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία τόσων και τόσων παρόμοιων συμβάντων που λαμβάνουν χώρα καθημερινά σε όλο τον κόσμο: νεαροί άντρες που ανήκουν σε εθνοφυλετικές μειονότητες και οι οποίοι πεθαίνουν όταν οι δρόμοι τους διασταυρώνονται με την αστυνομία· έρευνες που διεξάγονται από συναδέλφους των φερομένων ως δραστών και οι οποίες κάνουν δεκτή τη δική τους εκδοχή για τα γεγονότα· εισαγγελείς και δικαστές που αποφασίζουν να μη δώσουν συνέχεια, αποδεχόμενοι τον ισχυρισμό τους περί νόμιμης άμυνας. Καταδίκες που δεν υπήρξαν, για φόνους που δεν έγιναν.
Κλεμμένες ζωές χωρίς απόδοση δικαιοσύνης. Πέρα, όμως, από τις ομοιότητες που παρουσιάζουν τα εν λόγω γεγονότα, αυτό που καθιστά υποδειγματικό το συγκεκριμένο συμβάν είναι, αφενός, η κανονικοποίηση της ανάπτυξης επίλεκτων μονάδων και της δυσανάλογης χρήσης βίας ως τρόπου δράσης σε λαϊκά, εθνοφυλετικά περιβάλλοντα, και, αφετέρου, η προηγηθείσα καθολίκευση των φυλακίσεων ως απάντηση στα αδικήματα που διαπράττουν τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, σε αντίθεση με την επιείκεια του νόμου και των δικαστών μπροστά στην παραβατικότητα και την εγκληματικότητα των ανώτερων τάξεων. Για πολύ καιρό, τέτοιου είδους τραγικά συμβάντα παρέμεναν εκτός του οπτικού πεδίου της πλειονότητας των πολιτών. Οι επίσημες εκδοχές δικαιολογούσαν αυτές τις τιμωρητικές πρακτικές, δυσφημώντας τα θύματα, και αθώωναν τους αστυνομικούς που τις ασκούσαν, στο όνομα της διαφύλαξης της δημόσιας τάξης.
Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, έρχονται στο φως μέσω πολιτικών κινητοποιήσεων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι το κίνημα Black Lives Matter, το οποίο γεννήθηκε μετά τη δολοφονία του Μάικλ Μπράουν από έναν αστυνομικό, στο Φέργκιουσον του Μισούρι, το 2014. Στη Γαλλία, είναι οι συλλογικότητες «Δικαιοσύνη και Αλήθεια», η γνωστότερη από τις οποίες σχετίζεται με τον Ανταμά Τραορέ, που πέθανε στον σταθμό της χωροφυλακής του Μπομόν-συρ-Ουάζ, λίγη ώρα μετά τη σύλληψή του το 2016. Αλλά είναι κυρίως οι εικόνες του Τζορτζ Φλόιντ να ψυχορραγεί κάτω από την μπότα ενός αστυνομικού στη Μινεάπολη, στις 25 Μαΐου 2020, που είχαν παγκόσμιο αντίκτυπο, αντικατοπτρίζοντας την αστυνομική βία κατά μειονοτήτων σε πολλές χώρες. Ο,τι ώς τότε ήταν ένα τυφλό σημείο του δημόσιου χώρου, έχει πια γίνει κοινή αντίληψη. Ο,τι ώς τότε οι κοινωνίες ανέχονταν σιωπηρά, φαίνεται σήμερα να θεωρείται μη ανεκτό.
Ο θάνατος του Αντζελο βρίσκει τη θέση του σε αυτή τη νέα ηθική οικονομία, όπου εκείνο που διακυβεύεται δεν είναι μόνο ο αφανισμός μιας ζωής αλλά και η αναξιοπρέπεια των περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτός ο θάνατος –ιδίως όσον αφορά τη μεταχείριση του σώματος του νεκρού–, όπως επίσης και το θεσμικό ψεύδος που επιτρέπει πολύ συχνά να παραμένουν ατιμώρητοι οι δράστες, πράγμα που προστίθεται στο στίγμα το οποίο συνοδεύει τη μνήμη των θυμάτων.
Ως νέα Αντιγόνη, η αδελφή αγωνίζεται να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια του νεκρού αδελφού της και, μέσω αυτού, των ανθρώπων του ταξιδιού που αιωνίως στιγματίζονται και υφίστανται διακρίσεις· δεν διστάζει, έτσι, να συγκρουστεί με όλους τους Κρέοντες που μιλούν στο όνομα της κρατικής εξουσίας.
Αλλά πώς να μιλήσουμε γι’ αυτή την τραγωδία χωρίς να κρύψουμε το τι στ’ αλήθεια διακυβεύτηκε; Πώς να ξεφύγουμε από τις δύο εναλλακτικές, είτε να καταγγείλουμε με αγανάκτηση μια συντελεσμένη αδικία είτε να παραθέσουμε ψυχρά τα γεγονότα; Ιδού ένα κλασικό δίλημμα των κοινωνικών επιστημών, που επικαλούνται συχνά την αξιολογική ουδετερότητα η οποία αποδίδεται στον Μαξ Βέμπερ, γνωρίζοντας ωστόσο πως εμπλέκονται σε ό,τι ο Νόρμπερτ Ελίας περιέγραψε ως στρατευμένη επιστημολογία.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η απάντηση δεν έπαψε να αμφιρρέπει, με κυριότερο παράδειγμα, στη γαλλική περίπτωση, τη διάσταση ανάμεσα στην κριτική κοινωνιολογία του Πιερ Μπουρντιέ –που θεωρείται ότι αποκαλύπτει κρυμμένες σχέσεις κυριαρχίας– και την πραγματιστική κοινωνιολογία του Λυκ Μπολτανσκί –που θεωρείται ότι καθιερώνει μια καθαρή γραμματική της δράσης και των αιτιολογήσεών της–, κοινωνιολογικές αντιλήψεις που επικράτησαν διαδοχικά στα τέλη του προηγούμενου αιώνα.
Αντί να δηλώνουμε ότι θέλουμε να βρούμε λύση στο πρόβλημα, ίσως αποδειχτεί πιο γόνιμο να το θεωρήσουμε, αντίθετα, εκ προοιμίου άλυτο και να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο. Ξεκινώντας λοιπόν από αυτή τη βάση, αποφάσισα να προσεγγίσω τον θάνατο του Αντζελο με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σε πρώτη φάση, πάσχισα να καταγράψω όλες τις μαρτυρίες που συλλέχθηκαν από την αστυνομική έρευνα, και από εμένα τον ίδιο, όχι μόνο των ανθρώπων που ήταν παρόντες στη σκηνή του δράματος, αλλά και εκείνων που παρενέβησαν αργότερα για να αναφερθούν σε κάποια ιδιαίτερη πτυχή του, από τον γιατρό μέχρι τον εισαγγελέα, από τον δημοσιογράφο μέχρι τις ανακρίτριες.
Σε δεύτερη φάση, προσπάθησα να διεξαγάγω εκ νέου την έρευνα βασισμένος στο σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων, από τα πρακτικά των ακροάσεων μέχρι τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να επιτύχω μια ανασύσταση των γεγονότων η οποία, στηριγμένη αποκλειστικά σε εμπειρικά δεδομένα, να είναι όσο το δυνατόν πιο απαλλαγμένη από προκαταλήψεις και πιέσεις. Η μέθοδος γραφής που επινόησα είναι, επομένως, πειραματική.
Προσπαθεί καταρχάς να αποφύγει την ψευδή αντικειμενικότητα οποιασδήποτε μονοσήμαντης αφήγησης των γεγονότων, καθώς αφήνω να ακουστούν αντικρουόμενες φωνές και ασύμβατες μεταξύ τους εκδοχές. Αυτή η μέθοδος μου επιτρέπει επίσης να αποφύγω έναν βολικό σχετικισμό που θα αρκούνταν σε μια παράθεση των επιχειρημάτων του καθενός, αφού, στο τέλος της ανάλυσής μου, προτείνω ένα αφήγημα για τα γεγονότα έτσι όπως αυτά θα ήταν αποδεκτό να έχουν συμβεί.
Πράγμα που σημαίνει, σε ό,τι με αφορά, πως ανοίγω το μαύρο κουτί της λειτουργίας του κράτους, και ειδικότερα του κατασταλτικού του μηχανισμού, δηλαδή της αστυνομίας και της Δικαιοσύνης, ενώ συνήθως, αντίθετα, οι κοινωνικές επιστήμες τείνουν να το εξετάζουν απ’ έξω.
Για να το θέσουμε διαφορετικά, σημαίνει ότι πραγματοποιώ έρευνα επί της έρευνας, και ότι το κάνω με τρόπο ο οποίος φέρνει στο φως όσα οι δικαστές εξαφάνισαν. Στην πράξη, η προκαταρκτική εξέταση προστατεύεται από το απόρρητο που μόνο ο εισαγγελέας μπορεί να άρει. Αποφασίζοντας την απαλλαγή από κάθε κατηγορία, και άρα εμποδίζοντας τη διεξαγωγή δίκης, η ανακρίτρια εξαφάνισε την υπόθεση από τη δημόσια θέα. Το εκ νέου άνοιγμα του φακέλου καθιστά τα διάφορα στοιχεία του προσβάσιμα στους αναγνώστες.
Η πρόταση που κάνω εντάσσεται σε ένα πεδίο έρευνας που δεν είναι καινούργιο, στα όρια ιστορίας και λογοτεχνίας, νομικής επιστήμης και δημοσιογραφίας, καλούμαι ωστόσο να προβώ στη διερεύνηση εξ υπαρχής […].
D.F., Αύγουστος 2020
