Το ποδόσφαιρο φέρει τη δική του κουλτούρα, από τους χωματόδρομους της παιδικής ηλικίας μέχρι τα γήπεδα ως πεδία μεταβιβάσεων με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου. Κάποιοι λίγοι κλοτσούν την μπάλα, οι περισσότεροι παρακολουθούν φανατικά τους αγώνες και αρκετοί τζογάρουν.
Ο τζογαδόρος φετιχοποιεί –βάσει ψυχαναλυτικής σκέψης– το παιχνίδι. Η ιδέα μιας συγκεκριμένης δύναμης της τύχης εντοπίζεται στην έκφραση «η τύχη τού χαμογελά» που απευθύνεται στον ίδιο. Οπως έχει σημειώσει και η Annie Bjerg, «ο τζογαδόρος αποδίδει στο παιχνίδι ένα ορισμένο βλέμμα, με το οποίο ο κόσμος των αντικειμένων τον κοιτάζει (…) Και το μάρκετινγκ εκμεταλλεύεται αυτή τη φετιχοποίηση».
Στον αντίποδα αυτού του είδους του μάρκετινγκ που πουλά «την τύχη» στους εθισμένους στο στοίχημα, υπάρχουν –στο φετινό Μουντιάλ– οι «κάρτες του θανάτου». Στις κάρτες του θανάτου, ο φίλαθλος (και όχι μόνο) αντί για τα πρόσωπα των αθλητών βλέπει τα πρόσωπα των νεκρών μεταναστών εργατών στο Κατάρ. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία του πρότζεκτ Cards of Qatar, πίσω από το οποίο βρίσκεται η ερευνητική ομάδα Blankspot και έχει στόχο να μιλήσει «για αυτούς που πήγαν στο Κατάρ και δεν γύρισαν πίσω».
Πώς μπορεί λοιπόν ένας φίλαθλος-παίκτης στοιχήματος να αντλεί απόλαυση γνωρίζοντας πως το νούμερο στην μπροστινή όψη της κάρτας δεν είναι ο αριθμός της φανέλας αλλά η ηλικία του ανθρώπου που έχασε τη ζωή του στα έργα που ξεκίνησαν το 2010, έτσι ώστε το Κατάρ να είναι σε θέση να φιλοξενήσει το Μουντιάλ;
Ισως γιατί η διάδοση του ποδοσφαίρου σε παγκόσμια κλίμακα ήταν αποτέλεσμα ενός ιμπεριαλιστικού τεχνάσματος, με στόχο να καθηλώνονται οι καταπιεσμένοι λαοί στην παιδική τους ηλικία, όπως έγραφε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο Ουρουγουανός δημοσιογράφος εξηγούσε πως μέσα από αυτή την καθήλωση, το ζωώδες ένστικτο επιβάλλεται στην ανθρώπινη λογική κι έτσι ο όχλος έχει αυτό που θέλει.
Σε κάθε περίπτωση όταν ο αγώνας ξεκινά, η θέασή του διεγείρει τα ίδια κέντρα του εγκεφάλου που διεγείρονται στις νίκες, πολλαπλασιάζοντας την επιθυμία για παιχνίδι. Το αίσθημα της αβεβαιότητας μετασχηματίζει τη σχέση του παίκτη με την απώλεια χρημάτων καθώς απελευθερώνεται ντοπαμίνη.
Βάσει μελετών τα κέντρα του εγκεφάλου που απελευθερώνουν ντοπαμίνη κατά τη διάρκεια τυχερών παιχνιδιών είναι παρόμοια με εκείνα που ενεργοποιούνται με τη χρήση ναρκωτικών. Ετσι κάποια στιγμή ο έλεγχος χάνεται αλλά δύσκολα κάποιος ομολογεί πως από παίκτης απόλαυσης έχει γίνει παθολογικός παίκτης. Η αβέβαιη ανταμοιβή εξιτάρει και οι αριθμοί μαγεύουν. Η κυρίαρχη περσόνα στα τυχερά παιχνίδια είναι πάντα μία: εκείνη του παραλίγο νικητή.
Ποια είναι η λεπτή γραμμή ανάμεσα στον αθλητικό στοιχηματισμό και στον εθισμό στον τζόγο; Ο εθισμός στον τζόγο –ιδίως τον ηλεκτρονικό– είναι μια εξάρτηση χωρίς στίγμα που συνοδεύει άλλες εξαρτήσεις. Το διαδίκτυο παρέχει στον παίκτη τη δυνατότητα να παίζει χωρίς κανένας να τον βλέπει. Αυτή η ανωνυμία απαλείφει κάθε φόβο στιγματισμού και κατ’ επέκταση απαλλάσσει από τις όποιες αναστολές. Γι’ αυτό και ο τζόγος είναι γνωστός ως η «κρυμμένη ασθένεια». Ο συγκεκριμένος εθισμός δεν έχει σωματικά συμπτώματα και δεν είναι εύκολα ορατός στα μάτια των πολλών. Τουλάχιστον μέχρι να λάβει παθολογικές διαστάσεις και να οδηγήσει το άτομο σε κάποια μορφή απόσυρσης. Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (American Psychiatric Association), η εξάρτηση από τον τζόγο συνοδεύεται από μειωμένο έλεγχο συμπεριφοράς στα τυχερά παιχνίδια και έχει σημαντικές ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις στη ζωή του ατόμου.
Γιατί τότε δεν υπάρχει ένα πολιτικό σχέδιο για την απεξάρτηση από τον τζόγο, ένα πολιτικό σχέδιο που θα περιλαμβάνει μια σειρά μέτρων συμπεριλαμβανόμενων της εκπαίδευσης και των θεραπευτικών παρεμβάσεων; Η απάντηση βρίσκεται προφανώς στην επιχειρηματική δραστηριότητα από τον τζόγο, η οποία είναι σημαντική πηγή εσόδων του κράτους. Εάν συνεκτιμήσουμε, ωστόσο το συνολικό όφελος ή τη ζημιά στην κοινωνία και την οικονομία από τον τζόγο, θα διαπιστώσουμε πως κανένα έσοδο του κράτους δεν αποκαθιστά τη ζημιά στην κοινωνία από το φαινόμενο του τζόγου.
Κι όμως οι Ελληνες δεν αποθαρρύνονται να τζογάρουν από την πολιτεία. Από την πανδημία και μετά έχει εκτιναχθεί και ο ηλεκτρονικός τζόγος. Και τελικά παρά τους «νεκρούς εργάτες της Ντόχα», οι συστηματικοί παίκτες του στοιχήματος δεν έπαψαν να τζογάρουν στα παιχνίδια του αιματοβαμμένου Μουντιάλ. Ισως γιατί τελικά το ποδόσφαιρο παραδοσιακά χρησιμοποιείται από την εκάστοτε εξουσία και μετατρέπεται σε άγρια βιομηχανία του θεάματος, σε απόλυτη σύνδεση με την πολιτική δημιουργώντας μισθοφόρους, υποδουλωμένους σε συμφέροντα.
Ενα είναι βέβαιο. Το Μουντιάλ δεν θα είχε την ίδια σημασία για κανέναν φίλαθλο θεατή εάν δεν παρείχε τη δυνατότητα τζόγου. Το Μουντιάλ θα συγκέντρωνε περισσότερη αγάπη απ’ ό,τι μίσος, εάν δεν διεξαγόταν στο Κατάρ και όλοι εμείς δεν θα χάναμε τη χαρά της μπάλας.
