ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαριάννα Τζιαντζή
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το βιβλίο του μουσικολόγου και μουσικοκριτικού Γιώργου Λεωτσάκου «Ισοβίτης στο ελληνικό κάτεργο» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Είναι το αποτύπωμα μιας ζόρικης αλλά δημιουργικής ζωής αλλά και μια χυμώδης και διόλου εγκυκλοπαιδική καταγραφή της ιστορίας και των περιπετειών της ελληνικής έντεχνης μουσικής των δύο τελευταίων αιώνων.

Ο Γ. Λεωτσάκος δεν διστάζει να τσαλακώσει τον εαυτό του, τους γονείς του («σποριάδες» τούς αποκαλεί) και να αποκαθηλώσει αρκετά ιερά τέρατα της ελληνικής δημοσιογραφίας, της μουσικής, της πολιτικής κ.λπ. με ύφος καυστικό, χολερικό αλλά ταυτόχρονα ευφάνταστο και συναρπαστικό.

Είναι αδύνατο να δοθεί μια περίληψη ενός βιβλίου περίπου χιλίων σελίδων. Ο 87χρονος σήμερα συγγραφέας μιλά για τα παιδικά του χρόνια, την προσωπική του ζωή, την επαγγελματική διαδρομή του (επί 60 χρόνια έγραφε μουσική κριτική σε μεγάλες εφημερίδες και περιοδικά και διέκοψε με την παύση συναυλιών λόγω κορονοϊού). Μιλά για ανθρώπους ή «έμβια όντα» που υπήρξαν «βδελύγματα υποκρισίας», οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν εκδημήσει, «δυστυχώς όχι από το χέρι μου όπως θα ευχόμουν». Κάποιους δεν καταδέχεται να τους αποκαλέσει με το ονοματεπώνυμό τους: είναι το «Πλάσμα», ο χαριποτερικός «λόρδος Βόντερμολτ», ο «Μενελύκος», ο «Αμερικανόμαγκας Μικρασιάτης».

Ας μην αναφέρω τα ονόματά τους και τους διόλου κολακευτικούς χαρακτηρισμούς και τις περιγραφές που τους συνοδεύουν, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει κουτσομπολίστικα, γαργαλιστικά. Ομως ο συγγραφέας μιλά με εκτίμηση για κάποιους εκδημήσαντες των οποίων την εύνοια δεν έχει κανέναν λόγο σήμερα να επιδιώκει (για τον Αιμίλιο Χουρμούζιο, τον Κώστα Νίτσο, τον Γιάννη Χρήστου, τον Φίλιππο Βλάχο, την Πία Χατζηνίκου, τον Κώστα Παπαϊωάννου και πολλούς άλλους).

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κεφάλαια που αναφέρονται στην εργασία του στην «Καθημερινή» και αργότερα στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη. Μας δίνουν κάποια ιδέα του ρόλου που έπαιζαν κάποτε οι εφημερίδες, κάποιες από τις οποίες «είχαν αναγάγει τον υψηλό πολιτισμό σε προϊόν ευρύτατης λαϊκής καταναλώσεως».

Μυθικές κυκλοφορίες αλλά και μυθικές υπογραφές. Στις «επικίνδυνες μετεμφυλιακές εποχές», γράφει, τα «Νέα» δημοσίευσαν «κρυπτομαρξιστικές αναλύσεις» και παρείχαν «πλήρη ενημέρωση για την καλλιτεχνική και πολιτική δραστηριότητα πάσης πολιτικής αποχρώσεως καλλιτεχνών, διανοουμένων και συγγραφέων, ιδίως της πάντα κατατρεγμένης Αριστεράς». Συχνά παραπονιόταν ο γερο-Δημήτρης Λαμπράκης στον Κώστα Νίτσο: «Κώστα, αριστερίζουμε…». Κι εκείνος τον αποστόμωνε δείχνοντάς του τις «αλματικές κυκλοφοριακές ανόδους».

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο «απόσταγμα βαθύτατου πόνου που με φαρμακώνει μια ζωή». Οκτώ χρόνια χρειάστηκε για τη συγγραφή του. Γράφει σαν εξεγερμένος έφηβος: με πάθος, με (συχνά φονικό) χιούμορ, με φαντασία, αλλά και με οργή για υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις. Μιλά για την «καθημερινή ελληνική φτήνια, την πυρηνική χυδαιότητα, την προστυχιά», για «τσακάλια αμοραλισμού», για «μαφιόζους βιρτουόζους του φάλτσου», για τη «μουσικοκτόνο μητριά Ελλάδα».

Εμπαθής, εμμονικός, κάποτε κακούλης (π.χ. τι του φταίει η αλογοουρά του Αλκίνοου Ιωαννίδη, η οποία άλλωστε δεν υπάρχει πια;). Ισως αυτά τα επίθετα να περάσουν από το μυαλό του αναγνώστη που πιθανόν να μη συμφωνήσει με πολλές απόψεις του συγγραφέα, όπως αυτές για την έξωθεν επιβολή του λαϊκού τραγουδιού και του ρεμπέτικου.

Ομως ένας άνθρωπος που με συνέπεια και γνώση αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη μουσική έχει δικαίωμα να είναι απόλυτος, άτεγκτος, κατηγορηματικός. Χίλιες φορές προτιμότεροι οι καταιγιστικοί αφορισμοί του Γ. Λεωτσάκου από τις γλυκανάλατες αβρότητες που θυμίζουν το γνωστό «λέγε με Σέξπιρ να σε λέω Γκέτε».

Με την αρθρογραφία και γενικότερα με τη δράση του, ο Γ. Λεωτσάκος άνοιξε ορίζοντες σε γενιές και γενιές. Πολλοί του λένε ότι χάρη σ’ αυτόν έμαθαν «να ακούνε μουσική». Το 1973, δύο μόλις μέρες μετά τη δημοσίευση της επιφυλλίδας του στο «Βήμα» για τη 15η Συμφωνία του Σοστακόβιτς «δεν υπήρχε ούτε ένα αντίτυπο του δίσκου στην αγορά».

Ο ίδιος διευκρινίζει ότι δεν έγραφε με πρόθεση να διδάξει τον αναγνώστη γιατί «η ακρόαση οποιασδήποτε μουσικής […] είναι πάνω απ’ όλα βίωμα λεπτότατο» και «ό,τι έχω να πω για τη μουσική, απλά το εξηγώ γραπτώς στον εαυτό μου και το δημοσιοποιώ». Ωστόσο δίδαξε, άνοιξε ορίζοντες, όπως έκαναν, σε διαφορετικά πεδία και με διαφορετικά μέσα, ο Γιάννης Πετρίδης και ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος.

Διαβάζοντας τον «Ισοβίτη» ο αναγνώστης πολλές φορές θα χαμογελάσει, θα σουφρώσει τα φρύδια, θα θυμώσει, κάπου θα αγανακτήσει, το σίγουρο όμως είναι ότι δεν θα πλήξει. Είναι χαρά να διαφωνείς με έναν έξυπνο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που τον σέβεσαι ακριβώς επειδή τολμά να πάει κόντρα ακόμα και στην κατεστημένη προοδευτική ή αριστερή κοινή γνώμη. 

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα του βιβλίου προς τέρψη του αναγνώστη:

Για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή

«Φυσικά, οι πάντες γνώριζαν ότι στο πρόσωπο του Καραμανλή πρεσβυτέρου αντιμετώπιζαν έναν ευφυέστατο πολιτικό, κυριολεκτικά όμως μεγαλοφυή στο να διακρίνει ποιαν ακριβώς στιγμή έπρεπε να το βάζει στα πόδια. Το 1963, όταν ως “Κώστας Τριανταφυλλίδης” έφυγε για το Παρίσι, προκειμένου να γλιτώσει τη μήνι των Ανακτόρων και μετά, όταν εγκατέλειψε την ενεργή πολιτική για το προεδρικό αξίωμα. Προφανώς διαισθανόταν πόσο γαγγραινιασμένο ήταν το ρωμαίικο έμψυχο υλικό που αντιμετώπιζε».

Η Φρειδερίκη και τα μυστήρια του Σύμπαντος

«Θυμούμαι πως την Ελλάδα είχε επισκεφθεί κάποιος μεγάλος φυσικός, κάτοχος βραβείου Νόμπελ, πιθανότατα ο Δανός Νηλς Μπωρ (Niels Bohr). Toν δεξιώθηκαν η Ακαδημία Αθηνών και… τα Ανάκτορα. Ο Αιμίλιος [Χουρμούζιος] έστειλε εμένα να καλύψω και τις δύο εκδηλώσεις. […] Αντί του υψηλού καλεσμένου, μίλησε η… Μεγαλειοτάτη, γνωστή για τις “μεταφυσικές” ανησυχίες της, τις οποίες και εξέθεσε σε ένα κείμενο, προφανώς γραμμένο τη υποδείξει της από κάποιον τρίτο. Το κείμενο αυτό μοιράστηκε σε επιλεγμένους δημοσιογράφους και την επομένη έπρεπε να δημοσιευθεί στις εφημερίδες. Ακόμη θυμούμαι μια φράση του: “Kαι όταν ο Υψηλός μου Σύζυγος, με εν μειδίαμα, με ενθάρρυνε όπως εισδύσω εις τα μυστήρια του Σύμπαντος…” κ.λπ. κ.λπ. Ο Αιμίλιος το πήρε, το διάβασε και το συνήθως σκυθρωπό πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα πλατύ ανοιχτόκαρδο χαμόγελο. Ακόμη θυμούμαι τα λόγια του: “E, ρε, γλέντια που θα κάνουν αύριο οι αναγνώστες μας με τη Μεγαλειοτάτη!”».

Μια μπαλαλάικα στη Συμφωνική της Ραδιοφωνίας

(Οταν ο Γ. Λεωτσάκος εργαζόταν στο Τρίτο Πρόγραμμα (1975-1976), η πρέσβειρα της Σουηδίας ζήτησε με επιμονή να τον συναντήσει. Κι επειδή «δεν κουβαλάς κοτζάμ πρέσβειρα στην Αγία Παρασκευή», πήγε ο ίδιος να τη δει στη σουηδική πρεσβεία. Και ιδού πώς κύλησε η συνάντηση)

«Η διπλωματική εκπρόσωπος της Σουηδίας δεν ήταν καμιά ξανθή ξερακιανή, αλλά μια στρουμπουλότατη νταρντάνα, που καθετί επάνω της πρόδιδε εντονότατο ερωτικό παρελθόν και παρόν. Περίμενα να μπει στο θέμα και άρχισε να μου αραδιάζει άρες μάρες, ροκανίζοντας τον πολυτιμότατο χρόνο μου. Σιγά-σιγά, δίχως να το καταλάβω, άρχισε να εστιάζει, μου μίλησε για κάποιον Ρώσο (το όνομά του ξέχασα αμέσως), εγκατεστημένο στη Σουηδία και… παγκόσμιο πρωταθλητή της σκοποβολής με συγκεκριμένο τύπο πιστολιού, ας πούμε 45άρι. Η συζήτηση τραβούσε σε μάκρος, εγώ άρχισα να νομίζω ότι με είχαν απαγάγει όχι Βίκινγκς αλλ’ εξωγήινοι, και ξαφνικά εγένετο φως: ο Ρώσος, έλεγε, ήταν εκπληκτικός σολίστ στην μπαλαλάικα και θα ήταν πολύ ωραίο να εμφανιζόταν ή να ηχογραφούσε με τη Συμφωνική της Ραδιοφωνίας… Τα όσα είπα από μέσα μου εκείνη τη στιγμή, στα “κόμικς” περιγράφονται με νεκροκεφαλές, φιάλες δηλητηρίου, κεραυνούς, στιλέτα, αγχόνες. Εδώ είχα τεράστιο πρόβλημα οικονομίας πολύτιμου εργάσιμου χρόνου, αντιμετωπίζαμε γενικότερο πρόβλημα αξιοποιήσεως της ορχήστρας με εκτελέσεις και ηχογραφήσεις ελληνικών έργων, και θα τη βάζαμε να παίξει κοντσέρτα για μπαλαλάικα που δεν χρειαζόταν να ακούσω για να καταλάβω για τι μουσική μιλούσαμε».

Γιατί μετά το «Με κομμένη την ανάσα» ΔΕΝ ξαναείδε ταινία του Γκοντάρ

(Στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Βερολίνου, το 1960, πρωτοέζησε «το όργιο του μάρκετινγκ» που προκαθορίζει μια επιτυχία».)

«Ηταν, θυμούμαι, η χρονιά που πρωτοπροβλήθηκε η ταινία “Με κομμένη την ανάσα” (A bout de souffle) του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, που μου άφησε εντυπώσεις τέτοιας αηδίας, ώστε καίτοι φίλος του καλού κινηματογράφου, έκτοτε δεν ξαναείδα ταινία του. Κοινό γεμάτο “κράχτες” […] ανάμεσά τους ένας [γαλλοθρεμμένος Αραβας, τυπικός Γάλλος σνομπ διανοούμενος… που] ωρυόταν κοσμιότατα ότι ο Γκοντάρ “avait reinventé la grammaire e le syntaxe du cinema” (είχε επανεφεύρει τη γραμματική και το συντακτικό του κινηματογράφου). Το ρήμα reinventer (επανεφευρίσκω) αναμασούσαν σαν ξεζουμισμένη τσίχλα επί δεκαετίες όλες οι αυθεντίες ενός κάλπικου γαλλικού διανοουμενισμού».