Οι Ομάδες Προφορικής Ιστορίας έχουν συγκροτήσει από το 2011 πανελλήνιο δίκτυο έτσι ώστε οι μαρτυρίες και οι αφηγήσεις των καθημερινών ανθρώπων, των «αφανών», να έρθουν στο προσκήνιο προτάσσοντας, όπως υπογραμμίζεται, «την προσωπική μνήμη ως αντανάκλαση της συλλογικής απέναντι στις απρόσωπες αγορές και τη λήθη».
Στο πλαίσιο αυτής της εκδήλωσης παρουσιάστηκε -μεταξύ άλλων- και η καθημερινότητα των παιδιών στον δημόσιο χώρο της Αθήνας τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Λήφθηκαν συνεντεύξεις από δεκαεπτά άτομα -δέκα αφηγητές και επτά αφηγήτριες που έζησαν ως παιδιά, ηλικίας πέντε έως δεκατριών ετών, στις περιοχές των Εξαρχείων, της Κυψέλης, των Πετραλώνων, του Μεταξουργείου, του Ρέντη, του Γαλατσίου, του Κολωνού, της Κολοκυνθούς, της Καλογρέζας και του Ν. Κόσμου. Τις συνεντεύξεις παρουσίασαν τα μέλη της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας, Κατερίνα Αρβανιτάκη και Σοφία Τσαγκαράκη.
Οπως τεκμαίρεται αβίαστα, τα παιδιά δρούσαν στον δημόσιο χώρο, εμπεδώνοντας το δικαίωμα στη χρήση και την ισότιμη πρόσβαση στο κοινό αυτό αγαθό. Γνωρίζουν την πόλη τους και βρίσκονται σε συνεχή διάδραση και αλληλεπίδραση μαζί της: οικειοποιούνται, επεμβαίνουν και μεταλλάσσουν το περιβάλλον και τη ζωή τους.
«Δεν είναι θεατές. Κινούνται από τον κόσμο του παιχνιδιού και της φαντασίας στον κόσμο των κανόνων, των ορίων και των ενηλίκων. Εντάσσονται στην κοινότητα και εκεί χτίζουν τις ταυτότητές τους. Διαμορφώνονται ως πολίτες και παράλληλα βρίσκονται σε απόλυτη επαφή με το φυσικό περιβάλλον, ως αναπόσπαστο μέρος του. Ετσι θωρακίζουν τη φυσική και ψυχική τους υγεία», όπως υπογραμμίστηκε χαρακτηριστικά.
Τα παιδιά βρίσκονται κατά βάση έξω από το σπίτι. Κοινωνικοποιούνται, μαθαίνουν τη συνύπαρξη και την αλληλεγγύη. Τα σπίτια δεν είναι κλειστά ερμητικά φρούρια. Σπίτι είναι η αυλή, η γειτονιά, ο δρόμος, το δάσος, τα ρυάκια, ο περιβάλλων χώρος.
Εκεί ανακαλύπτουν τη ζωή και ακονίζουν τη φαντασία τους. Το παιχνίδι, που είναι βασική συνιστώσα της ύπαρξής τους, δεν είναι ταυτισμένο με την κατανάλωση και μια βόλτα σε κάποιο mall. Το παιχνίδι δεν είναι χρήση του διαδικτύου, όπως συμβαίνει σήμερα, σε μια εικονική πραγματικότητα, με απομόνωση, χωρίς φίλους και με ψυχοσωματικά συμπτώματα.
Και όπως σημείωσε ένας εκ των αφηγητών, «αν ξαναγινόμουν παιδί, σε τέτοιες συνθήκες θα ήθελα να ζήσω. Με την αλλαγή των εποχών, το παιχνίδι στον χωματόδρομο και την αλάνα…».
Ολοι παίζαμε
Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ύστερα από έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και έναν Εμφύλιο σημειώνεται ένα μεγάλο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης με τη μετατόπιση από τον αγροτικό στον αστικό τρόπο ζωής.
Η χώρα μπαίνει στη διαδικασία της ανασυγκρότησης και της σταθεροποίησης. Καταγράφονται παράλληλα σημαντικοί μετασχηματισμοί σε θεσμούς, ταυτότητες, σχέσεις και ήθη στην πόλη, στον αστικό πλέον τρόπο ζωής.
Ωστόσο χωροταξικά οι μεγάλες, ελεύθερες, αδιαμόρφωτες εκτάσεις είναι αυτές που δίνουν το στίγμα. Η δόμηση είναι αραιή και χαμηλή. Η αυλή, ο δρόμος, η γειτονιά είναι η αναπόφευκτη προέκταση του σπιτιού.
Τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικοι βρίσκονται για μεγάλα διαστήματα έξω από το σπίτι. Δεν είχαν και ιδιαίτερες επιλογές εξάλλου. Οι χώροι μέσα στα σπίτια είναι εξαιρετικά περιορισμένοι και οι οικογένειες πολυμελείς.
Αφηγητές: «Η γειτονιά είχε πολλά παιδιά και βγαίναμε έξω από το σπίτι. Γιατί μέσα στο σπίτι ήταν όλα περιορισμένα. Σε ένα δωμάτιο σου λέω ήμασταν τέσσερα άτομα. Δεν γινόταν».
«Θυμάμαι ότι τα απογεύματα από άνοιξη έως και φθινόπωρο, και είναι μαγική εικόνα στο μυαλό μου αυτή, βγαίναν καρέκλες έξω από τις αυλές πάνω στον δρόμο. Οι μεγάλοι πίνανε το καφεδάκι τους και συζητούσαν όσο εμείς παίζαμε μπροστά τους, ουρλιάζοντας βέβαια και τρελαίνοντας τον οποιοδήποτε ήταν στη γύρα».
Και επειδή ακριβώς η γειτονιά είναι η προέκταση του σπιτιού, έννοιες όπως φροντίδα, νοιάξιμο, αλληλεγγύη εμπεδώνονται στην πράξη.
Αφηγήτρια: «Επειδή η μαμά και ο μπαμπάς δούλευαν μας πρόσεχε η θεία Κωστούλα. Οχι, δεν ήταν συγγενής, γειτόνισσα ήταν. Η ίδια είχε τέσσερα παιδιά. Μας έβαζε όλα πάνω στην πεζούλα και μας τάιζε με τη σειρά».
Αφηγητής: «Ηταν ένα κλίμα γενικότερα. Αν χτυπούσαμε στο παιχνίδι, έβγαιναν αμέσως όλες οι γειτόνισσες να βοηθήσουν».
Αφηγητής: «Μαζεύαμε παιχνίδια και τα πηγαίναμε το βράδυ και τα αφήναμε έξω από την πόρτα παιδιών φτωχών. Το κάναμε έτσι, στα κρυφά, ώστε να μην προσβάλουμε τα παιδιά και τις οικογένειές τους».
Η χωροταξία του παιχνιδιού εκτείνεται από την κοινή αυλή στον δρόμο, στην αλάνα, στην πλατεία, στην ευρύτερη γειτονιά, σε αξιοσημείωτες μάλιστα αποστάσεις. Ο χώρος παράλληλα τροφοδοτεί και εμπνέει το παιχνίδι. Εκεί που οι μεγάλοι αντικρίζουν χωράφια τα παιδιά «βλέπουν» πεδία μαχών.
Ολος ο περιβάλλων χώρος μετασχηματίζεται: Τα δέντρα είναι ιδανικά για το στήσιμο κούνιας και το σκαρφάλωμα. Οι αγωγοί της Ούλεν γίνονται καταφύγια. Οι αλάνες μετατρέπονται σε γήπεδα ενώ στα ρυάκια γίνονται αρδευτικά έργα…
Αφηγητής: «Στο Πεδίον του Αρεως, στην περιοχή που είναι τα πλατάνια -τότε υπήρχαν πολλά πλατάνια και πολλά μικρά ρυάκια και έτρεχε νερό συνεχώς- φτιάχναμε διάφορα μαστορέματα εκτρέποντας τη ροή των νερών. Σαν να κάναμε αρδευτικά έργα, παιδιάστικα σαν παιχνίδι».
Οι ιδιοκατασκευές στα παιχνίδια είναι λίγο-πολύ καθεστώς. Ολα είναι χρήσιμα για τον σκοπό αυτόν: παλιά κουτιά τσιγάρων, χαρτάκια, ρόδες, σύρματα, καπάκια.
Αφηγητής: «Φτιάχναμε αυτοκίνητα ως εξής: παίρναμε μια σανίδα, βάζαμε κάτι σαν ρόδες, τοποθετούσαμε τα καπάκια, όπως και σύρμα για κεραία. Τρέχαμε λοιπόν με αυτή την κατασκευή και βγάζαμε και το χέρι όταν θέλαμε να στρίψουμε».
Το παιχνίδι σε κάθε περίπτωση είναι ιερό. Ολοι οι αφηγητές και οι αφηγήτριες αναφέρονται στο παιχνίδι στον πρώτο πληθυντικό: «Ολοι παίζαμε. Πολλές ώρες της ημέρας».
Ολα τα παιχνίδια ήταν ομαδικά χωρίς παρεμβάσεις ενηλίκων. Τα παιδιά βρίσκονται μεταξύ τους μακριά από την οικογένεια.
Παράλληλα τα παιδιά δημιουργούν σύνολα. Φτιάχνουν σενάρια, υποδύονται ρόλους, παίζουν για τον εαυτό τους ή δίνουν παραστάσεις για τρίτους. Κάθε στοιχείο και πληροφορία της κοινής ζωής της γειτονιάς αξιοποιείται.
Αφηγητής: «Στις παραστάσεις που δίναμε εντάσσαμε τα πάντα. Αν, παραδείγματος χάριν, η μαμά μου είχε κάψει το φαγητό θα γινόταν μέρος του σκετς ή αν ο φούρναρης είχε πιάσει την κουβέντα ξεχνώντας να γυρίσει το ψητό».
Εμπνέονται εξίσου από τη συλλογική μνήμη: «Στις παραστάσεις του Καραγκιόζη είχε περίοπτη θέση ο Καραγκιόζης πρόσφυγας».
Αφηγητές: «Από πού ήρθες εσύ βρομιάρη;» (όντας πολλοί εξ αυτών πρόσφυγες και έχοντας υποστεί την εχθρότητα των ντόπιων).
«Παίζαμε πάρα πολύ και τον Μικρό Ηρωα».
Οι συνθήκες αυτές, της φτώχειας και της εμπεδωμένης αλληλεγγύης, αναπτύσσουν και την κοινοκτημοσύνη. Οποιο παιδί συνέβαινε να διαθέτει ποδήλατο -αυτό το πολύτιμο- ήταν αυτονόητο λίγο-πολύ ότι θα το μοιραστεί με τους υπόλοιπους.
Αφηγητής: «Τέσσερα ποδήλατα υπήρχαν στη γειτονιά. Τα μοιραζόμασταν όλοι. Μόνο αυτός ο γιος του αρχιτέκτονα δεν το έδινε».
Για να πάνε στο σχολείο τα παιδιά συνήθως είχαν να διασχίσουν μεγάλες αποστάσεις. Η μεγαλύτερη πάντως προσβολή ήταν να μεταβούν σε αυτό συνοδεία γονέα.
Αφηγητής: «Θεωρούσαμε μαμόθρεφτα τα παιδιά που τα πήγαιναν στο σχολείο η μαμά ή ο μπαμπάς τους. Ηταν μαγκιά να πηγαίνεις μόνος».
Και βέβαια από πολύ μικρή ηλικία μάθαιναν ότι πρέπει να τρέχουν για τα θελήματα:
Αφηγήτρια: «Από τα πέντε χρόνια μας μάς έδιναν οι μεγάλοι παραγγελίες. Ετσι πηγαίναμε στον χασάπη για να πάρουμε κιμά. Στο αρτοποιείο για το ψωμί ενώ πηγαίναμε και στον μπακάλη για να πάρουμε τα τρία πράγματα που μας παράγγελνε η μαμά. Σε αυτά βοηθάγαμε».
Ακόμη και οι νέες μορφές ψυχαγωγίας συνδέονται με τον δημόσιο χώρο. Οπως ο υπαίθριος κινηματογράφος, οι αγώνες κατς αλλά και το ραδιόφωνο στο περίπτερο.
Ωστόσο κάτι νέο ανατέλλει. Ενα πρώιμο κίνημα αμφισβήτησης και αντισυμβατικότητας που κυοφορείται στη νεολαία. Και αυτοί είναι οι υπαρξιστές, πρόδρομοι του κινήματος των χίπις. Τα παιδιά παρακολουθούν εντυπωσιασμένα τους εκπροσώπους των υπαρξιστών εν Ελλάδι.
Αφηγήτρια: «Και δεν έχω γνώση τι είναι ο υπαρξισμός. Εμένα μου άρεσε το ότι πέρναγε το αυτοκίνητο σαν την καλή χαρά. Ηταν καρό τζιπ ανοιχτό, κίτρινο-μαύρο. Ο Σίμος με μούσια και δίπλα είχε συνήθως άλλον με μούσια, κάτι κοπέλες με μακριά μαύρα μαλλιά, οι οποίοι ήταν ντυμένοι διαφορετικά από εμάς. Ηταν διαφορετικές αυτές οι κοπέλες. Είχαν έναν άλλο αέρα. Πέρναγε το αυτοκίνητό τους και εμείς χειροκροτούσαμε. Γιατί; Γιατί ήταν ωραίοι. Μας χαιρετούσαν, τραγούδαγαν, είχαμε μια συμπάθεια σε όλο αυτό το κομμάτι που λέγεται Σίμος ο Υπαρξιστής».
Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις
Ως προς την ασφάλεια στον δημόσιο χώρο η συνηθισμένη προτροπή των μεγάλων ήταν να αποφεύγουν τα παιδιά τις καραμέλες από τους ξένους. Ο μεγαλύτερος φόβος τους, πάντως, ήταν αυτός της αρπαγής των παιδιών.
Αφηγήτρια: «Ημουν δυόμισι ετών και καθόμουν έξω. Η μητέρα μου δεν με είδε και θεώρησε ότι είμαι στη γειτόνισσα. Εως ότου η γειτόνισσα ήρθε στο σπίτι οπότε συνειδητοποίησαν ότι έλειπα. Βγήκαν έξω παρανοϊκές ψάχνοντάς με. Ρώτησαν τα αγόρια της γειτονιάς και αυτά τους είπαν ότι την πήρε ένας κύριος με καροτσάκι. Αρχισαν να τρέχουν προς τον Κολωνό -τα πιτσιρίκια από κοντά- έως ότου τον βρήκαν. Με άφησε κάτω και έφυγε τρέχοντας. Μετά τους είπα: “Μου είπε: Να σε πάω μια βόλτα με το καρότσι; Και εγώ μπήκα”».
Σε κάθε περίπτωση οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις ήταν και τότε όπως και τώρα καθεστώς.
Αφηγήτρια: «Σαν παιδιά δεχόμασταν πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις από μεγάλους. Μέσα από την αυλή, από τον μπακάλη, τον γαλατά, από μεγάλα άτομα και από συγγενικά επίσης. Μπορεί να σε βούταγε για να σε φιλήσει, να σου πιάσει το στήθος. Κυρίως το στήθος δηλαδή. Πώς τους αποφεύγαμε; Πρώτα από όλα τους απειλούσαμε ότι θα το πούμε στη γυναίκα τους. Δεν κόταγες να το πεις στους δικούς σου. Φοβόσουνα. Δεν ξέρω τι φοβόμασταν. Φοβόμασταν μήπως κατηγορηθούμε εμείς;».
Το παιχνίδι πάντως βιώνεται ως τόπος μάθησης. Ταξικές διακρίσεις δεν υπάρχουν ως προς αυτό. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα διαφορετικά φύλα. Ετσι, από κάποια στιγμή και μετά τα κορίτσια και τα αγόρια διαχωρίζονται.
Παίζουν στους ίδιους χώρους, όχι όμως πάντα σε μικτές παρέες. Μέσα από τα κατά φύλο διαχωρισμένα παιχνίδια χτίζουν την «ταυτότητα» του φύλου τους με τα ισχύοντα στερεότυπα.
Για τα αγόρια προορίζονται το ποδόσφαιρο και τα παιχνίδια με έντονη δράση και ανταγωνιστικότητα. Οι πέτρες, τα ξύλινα σπαθιά, οι σφεντόνες ή, ελλείψει αυτών, οι βρισιές και το ξύλο αποτελούν την πεμπτουσία του παιχνιδιού.
Αφηγητής: «Εχθροί ορίζονται τα παιδιά της άλλης γειτονιάς, οι ποδοσφαιριστές της άλλης ομάδας ή οι μαθητές του διπλανού σχολείου… Υπήρχαν τα δύο σχολεία, το 35ο και το 37ο. Το σύνηθες παιχνίδι των διαλειμμάτων ήταν πόλεμος μεταξύ του ενός και του άλλου σχολείου. Στην καλύτερη περίπτωση περιοριζόμασταν σε λεκτικές αψιμαχίες. Φτάναμε όμως και στις χειροδικίες, στα μπουγελώματα και σε άγριο ξύλο».
Από την άλλη πλευρά, τα παιχνίδια των κοριτσιών είναι πιο ήπια και περισσότερο περιορισμένα χωροταξικά ακολουθώντας πιστά τις επιταγές των στερεοτύπων. Παίζουν το «περνά περνά η μέλισσα», το κουτσό, το σχοινάκι, τις κουμπάρες. Υποδύονται τη μαμά και τη δασκάλα στο σχολείο.
Βίαιες ενηλικιώσεις
Για πολλά παιδιά όμως η ζωή δεν ήταν μόνο παιχνίδι αλλά και εργασία, ενίοτε πολύ σκληρή.
Αφηγητής: «Στο Γαλάτσι έκανα και εγώ τον παγοπώλη. Περισσότερο περιμένοντας τη στιγμή που θα αδειάσει το κάρο από πάγο και θα έχει τελειώσει η διανομή. Γιατί τότε μπορούσα να επιστρέψω με το άλογο καβάλα πάνω στη σούστα διασχίζοντας τους δρόμους του Γαλατσίου. Αυτά σε ηλικία δώδεκα ετών».
Αλλα παιδιά όμως δούλευαν σε βαριές εργασίες.
Αφηγήτρια: «Τον γνώρισα στο μαραγκάδικο που ήταν δίπλα μας. Ηταν ένα αγόρι πολύ μελαχρινό, πολύ αδύνατο. Είχε κάτι ποδαράκια σαν καλαμάκια. Η μάνα μου νευρίαζε που αυτό το μικρό αδύνατο παιδί υποχρεωνόταν να κουβαλήσει τα ξύλα με το καρότσι από την Κλωναρίδου, όλη αυτή την ανηφόρα, και να τα φέρει στο Γαλάτσι. Αυτό το καρότσι ήταν ξύλινο με ρόδες. Εβαζε ένα σαν λουρί και το τοποθετούσε στη μέση του. Εβλεπες αυτό το πράγμα. Ενα παιδί να σέρνει αυτό το πράγμα έτσι. Αντί για άλογο. Και το συμπονούσαμε. Γιατί ήταν λίγο μεγαλύτερο από εμάς. Δηλαδή αν εγώ ήμουν πέντε-έξι χρονών, εκείνος ήταν δώδεκα;».
Κατά τις δεκαετίες αυτές, ο εσωτερικός εχθρός, δηλαδή οι αριστεροί, συνιστούν τον εθνικό κίνδυνο. Για πολλά παιδιά οι κανόνες συνωμοτικότητας είναι όρος επιβίωσης στον οποίο από τρυφερή ηλικία εκπαιδεύονται να εντρυφήσουν.
Αφηγητής: «Η “Αυγή” αγοραζόταν πάντα με άλλες εφημερίδες μαζί. Οι άλλες εφημερίδες κάλυπταν την “Αυγή”. Ετσι τις αγοράζαμε από το περίπτερο».
Αφηγήτρια: «Και κυρίως μην πεις στη δασκάλα ότι αγοράζουμε “Αυγή”».
Αφηγητής: «Για να πάμε το 1961 στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ έπρεπε να περάσουμε από έναν φραγμό αστυνομικών».
Εισπράττουν τη βιαιότητα του μετεμφυλιακού κράτους:
Αφηγήτρια: «Βλέπαμε αφίσες με κονσερβοκούτια. Εχω κάτσει με τη φίλη στο πεζούλι και συζητάμε. “Αυτοί θα έρθουν να μας σώσουν”, της λέω. “Οχι”, μου απαντά. “Θα έρθουν να μας σφάξουν”».
Πολλά από αυτά τα παιδιά με την έλευση της δικτατορίας αποχωρίζονται βίαια από τους γονείς τους που γίνονται πολιτικοί εξόριστοι ή βιώνουν τις παρακολουθήσεις της Ασφάλειας.
Αφηγητής: «Κυνηγούσαν τον πατέρα μου για να τον συλλάβουν. Και όλο αυτό έχει περάσει στο πετσί μου. Με παρακολουθούσαν και εμένα Ε’ Δημοτικού στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν τον πατέρα μου».
