Το περίγραμμα των κριτηρίων που εισηγούμαστε ονομάζεται στη χεγκελιανή γλώσσα «ποιοτικό ποσόν» («das qualitative Quantum»), ως σύζευξη «ποιότητας» και «ποσότητας» και προφανώς ως δυνατότητα μετατροπής της δεύτερης στην πρώτη.
Το πλαίσιο αναφοράς αυτών των κριτηρίων, ως αξιολογική δέσμη εκφορών, καθορίζεται πρώτιστα από τον βαθμό της συνάφειάς του με την πραγματικότητα προς την οποία απευθύνεται. Ετσι δεν αυτονομείται ως δαμόκλεια σπάθη, αλλά συνάγεται αβίαστα από το σύνολο του έργου όσων στελεχώνουν έναν Τομέα και αποφασίζουν να περάσουν, για μιαν ακόμη φορά, από το «στάδιο του καθρέφτη» και να διακριβώσουν τα όρια της αυτοδυναμίας τους.
Με τα λόγια του Wittgenstein, το «Σάββατο δεν είναι απλώς η μέρα της ανάπαυλας και της αναψυχής. Θα πρέπει να κοιτάμε την εργασία μας όχι μονάχα από μέσα, αλλά κι απ’ έξω». Σ’ αυτήν τη θεώρηση, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «internalist extrernalism», εξυπονοείται ο επιμερισμός του ενιαίου σώματος των «Πεπραγμένων»:
α. Η δυναμική του Προσωπικού (κατηγοριοποιήσεις, επιστημονικές ειδικεύσεις του ΔΕΠ, υπηρεσιακή κατάσταση, σύνθεση των φύλων, τρόπος εκλογής και χώροι των μεταπτυχιακών τους σπουδών, μορφές συνεργασίας και οικεία παράδοση, διοικητική δομή και λειτουργία του φορέα, τα οικονομικά του ως μερίδιο από τον προϋπολογισμό του Ιδρύματος κ.λπ.).
β. Το διδακτικό έργο (κριτήρια, δομή και διάρθρωση, του προγράμματος προπτυχιακών σπουδών, η προκαταρκτική ενημέρωση των φοιτητών/τριών και οι κατοπινές συζητήσεις για τη φυσιογνωμία του Τμήματος, οι φοιτητές/τριες της ειδίκευσης και οι επαγγελματικές τους προοπτικές, αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων, διατμηματικά προγράμματα, οι μεταπτυχιακές σπουδές, θέματα εσωτερικού κανονισμού, η προκήρυξη, οι φοιτητές/τριες του μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης, οι υποψήφιοι διδάκτορες: θέματα-επιβλέποντες, οι δυνατότητες υποτροφιών και η φοιτητική μέριμνα, οι διδάκτορες φιλοσοφίας [τίτλοι διατριβών, επιβλέποντες, παρούσα απασχόληση], οι επίτιμοι διδάκτορες φιλοσοφίας, η παρουσία των μελών σε συμβουλευτικές/εξεταστικές επιτροπές διδακτορικών διατριβών που εκπονούνται/εκπονήθηκαν σε άλλα Τμήματα, εκπαιδευτικές άδειες στο εξωτερικό, διδασκαλία σε άλλα Πανεπιστήμια, διαλέξεις/μαθήματα, παρουσιάσεις βιβλίων, οι επισκέπτες καθηγητές και οι προσκεκλημένοι για διαλέξεις/μαθήματα, οι διαρκέστερες συνεργασίες, η συμβολή στην επιμόρφωση εκπαιδευτικών και υπαλλήλων κ.λπ.).
γ. Τα ερευνητικά προγράμματα (η ερευνητική πολιτική των Ιδρυμάτων, η οριοθέτηση της «έρευνας» στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών, οι συμμετέχοντες, τα συλλογικά επιμέρους ερευνητικά προγράμματα με τα αποτελέσματά τους κ.λπ.).
δ. Τα επιστημονικά συνέδρια (η οργάνωσή τους από τον Τομέα και η συμβολή των μελών του, η συμμετοχή με ανακοίνωση σε διεθνή και σε ελληνικά συνέδρια).
ε. Το συγγραφικό έργο (βιβλία: αυτοτελή, επιμέλεια συλλογικών τόμων, μεταφράσεις-εργασίες: σε διεθνή ή σε ελληνικά περιοδικά, σε Πρακτικά διεθνών ή ελληνικών συνεδρίων, σε συλλογικούς τόμους διεθνείς ή ελληνικούς, βιβλιοκρισίες, μεταφράσεις, τα ερευνητικά ενδιαφέροντα ως συσχέτιση αριθμητικών δεδομένων και ιδιοσυστασίας του συγγραφικού έργου, η συγκροτησιακή ιδιαιτερότητα του επιμέρους γνωστικού αντικειμένου, η εδραίωση του «κριτηρίου αρμοδιότητας» στην «κοινότητα» των ομοτέχνων, εισηγητικές εκθέσεις, βιβλιοκρισίες και «αναφορές», το μερίδιο στον εθνικό και τον διεθνή καταμερισμό, της επιστημονικής γνώσης, η αποτίμηση των μορφών «αποτίμησης», δευτερογενείς πτυχές της εμβέλειας: σε εκλεκτορικά σώματα εκλογής μελών ΔΕΠ άλλων Τμημάτων, επιστημονικές εταιρείες, τιμές κ.λπ.).
στ. Η Βιβλιοθήκη (οργάνωση και λειτουργία, οι πηγές και η οικεία βιβλιογραφία, τα περιοδικά, οι βάσεις δεδομένων και τα CD-ROMs,οι εξειδικευμένες χρήσεις των ερευνητικών Κέντρων: έντυπο και αρχειακό υλικό, οι εκδόσεις κ.λπ.).
ζ. Οι διδάσκοντες στην κοινωνία της εποχής τους (μέλη ΔΕΠ πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, επιστημονική αρμοδιότητα και εναλλακτικές επιλογές της κοινωνίας, «γειώσεις» της πρακτικής του επιστημονικού λόγου κ.λπ.).
η. Ο δακτύλιος της τοπικής κοινωνίας (τα ιστορικά όρια της «τοπικότητας», οι επιμέρους διαντιδράσεις, εργάσιμος και διαθέσιμος χρόνος κ.λπ.).
θ. Η καθημερινότητα διδασκομένων και διδασκόντων, μέσα και έξω από τον περίβολο του Πανεπιστημίου.
ι. Ο Ελληνισμός της Διασποράς (πρωτοβουλίες για τη μεγιστοποίηση και τη διεύρυνση των λειτουργιών ενός πανεπιστημιακού Ιδρύματος).
ια. Η «κινητικότητα» διδασκόντων και διδασκομένων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (αποκωδικοποίηση της «ευρωπαϊκής ιθαγένειας», η δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ευρώπη, «επικοινωνιακή επάρκεια» κ.λπ.).
ιβ. Η συμβολή στην αποσαφήνιση της «βαλκανικής πολιτικής» του Ιδρύματος.
ιγ. Ο αναστοχασμός για το παρόν και το μέλλον του Πανεπιστημίου.
Θέση αιχμής (και όχι στάση οπισθοφυλακής) είναι ότι η πανεπιστημιακή παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό που προσφέρεται, σύμφωνα με την επιταγή του Συντάγματος, δωρεάν. Συνακόλουθα, η αυτοτέλεια του Πανεπιστημίου κατανοείται ως λειτουργική, εκπαιδευτική και ερευνητική αυτονομία που αποκρούει τόσο τις κρατικές πιέσεις όσο και τις διεμβολές που πολλαπλασιάζει ο κερδώος Ερμής της αγοράς.
Είναι επίσης αναγκαίο το Πανεπιστήμιο να διατηρήσει και να διευρύνει την ιδιοσυστασία του ως πνευματικό ίδρυμα, στους κόλπους του οποίου θα (ανα)παράγεται η γνώση με τρόπο (αυτo)κριτικό χωρίς να εξαντλείται στον στενό ορίζοντα της επαγγελματικής κατάρτισης, έτσι ώστε να «συντείνει στη διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση» (Ν. 1268, άρθρο 1, § 2ιι). Από τους εμπνευστές αυτής της νομοθετικής πράξης, ο καθηγητής Δημήτρης Ρόκος, γενικός Γραμματέας του υπουργείου Παιδείας κατά τα έτη 1981-1983, συνέλεξε «μετά είκοσι έτη» σε αυτοτελή τόμο («Εναλλακτικές Εκδόσεις») τα κείμενα που εξηγούν τι οδήγησε στον «Νόμο πλαίσιο» και πώς αυτός στη συνέχεια («ιδιαίτερα μετά το 1985») υπονομεύθηκε.
Διατηρούσε ο συνάδελφος, ως πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης εδώ και πολλές δεκαετίες, την προσήλωσή του στην αποστολή ενός «αυτοδιοικούμενου δημόσιου και κοινωνιοκεντρικού» Πανεπιστημίου, δηλαδή στην «υπηρεσία της ελεύθερης έρευνας και διδασκαλίας» και για τούτο «μη υποταγμένου στα συμφέροντα της ασύδοτης μονοκρατίας της αγοράς».
Συστρατεύτηκε στις «νέες αποτελεσματικές αντιστάσεις και συλλογικότητες». Προφανώς δεν ήταν ο μόνος στην εκδίπλωση ενός τέτοιου πανεπιστημιακού κινήματος (βλ. και Δ. Ρόκος, «Δημόσιο πανεπιστήμιο: Το τελευταίο οχυρό αντίστασης της κριτικής σκέψης», Ουτοπία, τχ. 92, Νοέμβρ.-Δεκ. 2010, 22-25). Βλ. επίσης την εργασία του: «Η φύση, η αποστολή και ο δημόσιος χαρακτήρας του πανεπιστημίου σήμερα», στο: Τομέας Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Το Πανεπιστήμιο στην κοινωνία που αναδύεται, Αθήνα, «Ελληνικά Γράμματα» 1999, 17-43.
Ο Δημήτρης Ρόκος (1941-2022), που κηδεύτηκε στις 22 του Σεπτέμβρη που πέρασε, συγκρότησε ένα διαρκές και ενιαίο τετράπτυχο δραστηριότητας: α) νομοθεσία για το δημόσιο Πανεπιστήμιο και συνεχής κριτική παρακολούθηση των απορρίψεών της, β) ερευνητικό/συγγραφικό έργο για την «αξιοβίωτη ολοκληρωμένη ανάπτυξη», γ) συμμετοχή στις συζητήσεις για το: «Και τώρα τι», «το μέλλον της σοσιαλιστικής ιδέας στον 21ο αιώνα», δ) έγνοια για την «τοπικότητα» της Ηπείρου και ιδιαίτερα του Μετσόβου. Συνυπάρξαμε σε συνέδρια, δημοσιεύσεις και φορείς. Αντίο, φίλε μας Δημήτρη!
*Ο Π. Νούτσος είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
