Με το βιβλίο της «Οσοι αγαπιούνται» η Χίσλοπ, Αγγλίδα δημοσιογράφος, συγγραφέας και με ελληνική υπηκοότητα, δίνει με εύληπτο τρόπο τη νεοελληνική ιστορία από το 1930 έως το 2016 (στον κύκλο μιας ολόκληρης ζωής).
Καταφέρνει σε τούτο το ρεαλιστικό-επικό μυθιστόρημα να μας συγκινήσει, εστιάζοντας στη ζωή μιας απλής και έντιμης ηρωίδας της Αριστεράς, της Θέμιδος (το όνομα συμβολικό – κυρίως λόγω της δικαιοσύνης της), αλλά και να μας δώσει ένα πανόραμα των σημαντικότερων σταθμών της νεοελληνικής Ιστορίας που καθόρισαν τη ζωή τόσο της ίδιας όσο και των άλλων Ελλήνων, με ακρίβεια και αντικειμενικότητα.
Η αφήγηση ξεκινά από το 2016, με τα γενέθλια της γηραιάς, μικροκαμωμένης, με ασημιά μαλλιά, Θέμιδος Σταυρίδη, που περιστοιχίζεται από δεκαοχτώ μέλη της οικογένειας –παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα–, ενώ ο σύζυγός της βρίσκεται κοντά της αλλά κλεισμένος στα άδυτα της άνοιας…
Εικόνες της καθημερινής ζωής στην Αθήνα, με τον Ελληνοαμερικανό εγγονό να ενοχλείται για τ’ ανοιχτά παράθυρα που αποκαλύπτουν ιδιωτικές στιγμές, να νιώθει απέχθεια για τις βιαιότητες της Χρυσής Αυγής απέναντι στους μετανάστες. Στην πλατεία, μητέρες καπνίζουν μανιωδώς δίπλα σε παιδιά που παίζουν, ενώ εκτυλίσσεται εμπόριο ναρκωτικών… Ουρές στα συσσίτια και νεοάστεγοι εξαιτίας της κρίσης. Ωστόσο, η γιαγιά Θέμις είναι αισιόδοξη και προβλέπει για την άνεργη εγγονή καλύτερη ζωή, παρά τις αρχικές δυσκολίες…
Η αναδρομή στο παρελθόν από τη γιαγιά στα εγγόνια γίνεται με αφορμή μιας φωτογραφίας της Φωτεινής, της καλύτερης φίλης της Θέμιδος στα εφηβικά της χρόνια, προσφυγικής καταγωγής. Στην πλατεία αυτή, απέναντι από το σπίτι, στην Κατοχή, στον λιμό, βρέθηκε η Φωτεινή νεκρή από πείνα, όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι άνθρωποι.
Η οικογενειακή ιστορία –οιονεί προγονική κληρονομιά– ξεκινά από το 1930 στο τριώροφο νεοκλασικό αρχοντικό, όπου η μητέρα της, η Ελευθερία Κοράλη, γυναίκα ναυτικού, προσπαθεί να αναστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Το αρχοντικό λόγω έλλειψης χρημάτων και ελλιπούς συντήρησης κάποια στιγμή με τους σεισμούς καταρρέει και η οικογένεια βρίσκεται στον δρόμο, σαν τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, που είχαν κατακλύσει τότε την Ελλάδα. Ευτυχώς, θα αναλάβει τα παιδιά η γιαγιά Κοράλη, η οποία θα μεταφέρει την οικογένεια στο διαμέρισμά της στα Πατήσια και με τον δυναμισμό της θα καταφέρει να νιώσουν ασφαλή -παρά την οικονομική ύφεση- κι ενώ η μητέρα τους σύντομα θα παραιτηθεί, πέφτοντας σε κατάθλιψη, μέχρι να διαγνωστεί με σχιζοφρένεια και να κλειστεί σε ίδρυμα…
Τα παιδιά μεγαλώνουν, γίνονται έφηβοι, έχουν τις αγάπες και τις συγκρούσεις τους, τις πολιτικές διαφορές τους, τις απαιτήσεις τους. Ομως η Θέμις προσπαθεί να περνάει απαρατήρητη για να μην υφίσταται τις κακοποιήσεις της αδερφής της Μαργαρίτας, που τη ζηλεύει… Το σχολείο είναι η διέξοδός της και εκεί θα γνωρίσει τη Φωτεινή, μια έξυπνη, πάμφτωχη μαθήτρια, προσφυγικής καταγωγής, μοναχοπαίδι, που μετά τον θάνατο του πατέρα της σε κινητοποίηση καπνεργατών στην Καβάλα ήρθε να μείνει με τη μητέρα της στην Αθήνα. Το φτωχικό σπιτάκι, όπου ζει η Φωτεινή, εντυπωσιάζει και θλίβει τη Θέμιδα: ένα δωμάτιο μόνο, με κοινόχρηστη αυλή και μπάνιο έξω…
Ολοι αυτοί οι άνθρωποι πώς πορεύονται στην ελληνική Ιστορία; Πώς φτάνουν τις ζωές τους στον 21ο αιώνα;
Η γραφή της Χίσλοπ στέκεται σε όλους: σ’ αυτούς που αντιστέκονται, σ’ αυτούς που συνθηκολογούν ή ακόμη και συντάσσονται, αλλά και στη «σιωπηλή πλειοψηφία». Στις εξορίες αλλά και στους έρωτες, στις προδοσίες, στις εκτελέσεις…
Είναι ένα μυθιστόρημα με ανατροπές μέσα στη διεισδυτική εξιστόρηση των συμβάντων στην Ελλάδα, που οριοθετούν τον κύκλο ζωής της ηρωίδας, της Θέμιδος, με την «αθόρυβη» προσωπικότητα που αναμετρά τους νεκρούς της ανάβοντας ένα κερί για τον καθένα, μαζί με τα εγγόνια της, για να τους κρατήσει έτσι «ζωντανούς», αφού «όσοι αγαπιούνται και νεκροί, ποτέ τους δεν πεθαίνουν» (στίχος του Γ. Ρίτσου από τον «Επιτάφιο»).
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr
