Ο Τάσος Αθανασιάδης στα «Παιδιά της Νιόβης» βάζει έναν καφετζή της Αττικής, που έχασε τον γιο του στη Μικρασιατική Εκστρατεία, να προσβάλλει έξαλλος τρεις Μικρασιάτες από το Σαλιχλί λέγοντάς τους «πρόσφυγκες». Δεν είναι ο μόνος: οι Ελλαδίτες είχαν επινοήσει ευφάνταστες βρισιές για να λοιδορήσουν τους πρόσφυγες, που γλίτωσαν από το μαχαίρι των Νεότουρκων για να γίνουν ανεπιθύμητοι στην Ελλάδα.
Η παρομοίωση των προσφύγων με τις σφή(γ)κες είναι ενδεικτική της απέχθειας που ένιωθε η ελληνική κοινωνία για τους εξαθλιωμένους Μικρασιάτες. Μια απέχθεια, που αιτία της δεν ήταν μόνο η αξενία των Ελλήνων απέναντι στους «ξενομπάτες», αλλά και ο φθόνος: οι πρόσφυγες απολάμβαναν στον τόπο τους γενικά ένα υψηλό επίπεδο πολιτισμού, υλικού και πνευματικού, που ενοχλούσε: η «Σμυρνιά» ήταν μια «παστρικιά», δηλαδή μια γυναίκα κακής διαγωγής, όπως λέει το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, γιατί επέμενε να πλένεται, όπως οι ιερόδουλες που αναγκαστικά καθαρίζονταν μετά από κάθε πελάτη, όταν οι «τίμιες» μικρή σχέση είχαν με την οικιακή και ατομική καθαριότητα, την «πάστρα».
Επιπλέον, οι Ελληνες εκμεταλλεύτηκαν αγρίως τους πρόσφυγες αρπάζοντας τα κτήματα των μουσουλμάνων που είχαν εγκαταλείψει τον ελλαδικό χώρο με την ανταλλαγή των πληθυσμών, τα λεγόμενα «ανταλλάξιμα», που υποτίθεται πως προορίζονταν για τους Μικρασιάτες. Πογκρόμ, ληστείες, πυρπολήσεις των τσαντιριών τους, φόνοι και τραυματισμοί ήταν στην ημερήσια διάταξη, κι από πάνω τους έβριζαν κιόλας. Για τον Γεώργιο Βλάχο, τον εκδότη της «Καθημερινής», ήταν «προσφυγική αγέλη», ενώ ο Νίκος Κρανιωτάκης, ο εκδότης του «Πρωινού Τύπου», είχε απαιτήσει να φορέσουν οι πρόσφυγες κίτρινα περιβραχιόνια για να τους ξεχωρίζουν και να τους αποφεύγουν οι Ελληνες, που άκουαν και υπάκουαν στους ταγούς τους! «Φωτιά στους Τουρκόσπορους πρόσφυγες!» φώναζαν στο συλλαλητήριο στους στύλους του Ολυμπίου Διός το 1923 οι αντιβενιζελικοί διαδηλωτές, εννοώντας πως οι Μικρασιάτες ήταν μπάσταρδοι, τουρκοσπέρματα, ευτελή υποπροϊόντα γενετικής επιμιξίας, με πατέρα Τούρκο και μάνα χριστιανή.
Πολλοί εύχονταν «να είχε σφάξει ο Κεμάλ όλους αυτούς τους τουρκοσπορίτες», ενώ, όπως γράφει η Βασιλική Ράλλη (στο βιβλίο της «Πατρίδα αξέχαστη Μικρά Ασία», εκδόσεις ΙΔΙΣΜΕ), στη Μυτιλήνη, όπου είχαν καταφύγει πολλοί από τα Μοσχονήσια και το Αϊβαλί, είχε ακουστεί στη λεσβιακή ντοπιολαλιά το εξής: «σουργούνια, να βούλα του καγίτς π’ σας έφιρνι», δηλαδή «να βούλιαζε το καΐκι που σας έφερε, ξεφτιλισμένοι».
Μια άλλη βρισιά ήταν και το «παλιοαούτης». Ο «αούτης», σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ήταν χαρακτηρισμός για τους πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Παράγεται από τη λέξη «αούτος», που σημαίνει «αυτός», μια συχνή και χαρακτηριστική λέξη της διαλέκτου του Πόντου. Το Λεξικό λέει πως είναι πιθανή η διατήρηση της αρχαίας προφοράς της διφθόγγου «αυ» ως «αού».
Επίσης, τους έλεγαν «σκατοουγλούδες». Το «-σκατο» δεν χρειάζεται διευκρίνιση, αλλά αυτό το επίθημα κυρίων ονομάτων, το «-ογλου», έχει την ιστορία του. Προέρχεται από το τουρκικό «oglu», από το «ogul», που σημαίνει «γιος». Οπότε ο Τερζόγλου, για παράδειγμα, είναι ο γιος του ράφτη: «terzi» είναι ο ράφτης στα τουρκικά. Αυτός λοιπόν ο κύριος Τερζόγλου, που είδε κι απόειδε από τη συμπεριφορά των Ελλήνων εξαιτίας της καταγωγής του, πολύ πιθανόν να άλλαξε το επώνυμό του σε «Τερζόπουλος» αντικαθιστώντας την κατάληξη «ογλου» με το αντίστοιχο «-όπουλος» ή το «-ίδης». Ή μπορεί και να το μετάφρασε εντελώς κάνοντάς το «Ραπτόπουλος», για να μην μπορεί κανείς να καταλάβει ότι κατάγεται από «πρόσφυγκες», ώστε να ενταχτεί ευκολότερα στην ελληνική κοινωνία…
«Οσα έχω αποχτήσει
πρόσφυγας στην ξένη γη
σου τα δίνω όλα μπαξίσι
και τραγούδα ώς την αυγή»
«Εγώ ’μαι πρόσφυγας ξεριζωμένος
και με σμυρνέικα παλιά νανουρισμένος»
«Ο πρόσφυγας», Μανώλης Αγγελόπουλος
