Ο Φρανσουά Σενιό είναι ένας από τους πιο δραστήριους και ενδιαφέροντες χορευτές και χορογράφους της Γαλλίας. Είναι απορίας άξιον πώς δεν έχουμε δει ακόμα δουλειά του στην Αθήνα. Εχει συνεργαστεί με πολλούς ξεχωριστούς δημιουργούς του σύγχρονου χορού, ενώ συμμετείχε σε μια παράσταση-μήτρα για τις σύγχρονες τάσεις, το «(M)imoza», μαζί με τη Σεσίλια Μπενγκολέα, τη Μαρλένε Μοντέιρο Φρέιτας και τον Τράγιαλ Χάρελ. Ο Ζοφρουά Ζουρντέν είναι διευθυντής της ομάδας Les cris de Paris (Οι κραυγές του Παρισιού), η οποία ασχολείται με την παλαιά φωνητική μουσική (και όχι μόνο) εκδίδοντας λαμπρές ηχογραφήσεις.
Ο Φρανσουά Σενιό και ο Ζοφρουά Ζουρντέν συναντήθηκαν και δημιούργησαν το «Tumulus»(Τύμβος), ένα έργο σπάνιο και ακατάτακτο ανάμεσα σε φωνητική μουσική και χορό με συντελεστές εξίσου ικανούς και στα δύο. Κατά την περιπλάνηση της παράστασης στα διεθνή φεστιβάλ τούς συναντήσαμε στο Kunstenfestivaldesarts των Βρυξελλών. Ιδού ο διάλογός μας.
● Το «Tumulus» είναι χορός, αλλά είναι και φωνή.
Φ.Σ.: Αυτό το πρότζεκτ το κάναμε μαζί και το όνειρό μας ήταν να επιτύχουμε ένα γεγονός όπου δεν θα υπάρχουν σύνορα ανάμεσα στις μορφές τέχνης: εδώ ο χορός, εδώ το τραγούδι. Μας πήρε τρία χρόνια να συγκεντρώσουμε μια ομάδα καλλιτεχνών από διάφορες κατευθύνσεις -κάποιοι δουλεύουν με τους Les cris de Paris, το σύνολο που διευθύνει ο Ζοφρουά.
Δημιουργήσαμε μια κοινότητα από δεκατρείς καλλιτέχνες. Ολο αυτό το διάστημα δουλέψαμε, ανταλλάξαμε πρακτικές δουλειάς, τρόπους έκφρασης συνδεδεμένους με πολύ συγκεκριμένα φωνητικά ρεπερτόρια και με ιδιαίτερες αισθητικές χορού, για να επιτύχουμε τελικά ένα είδος άσκησης όπου θα έχουμε εξαλείψει τα σύνορα μεταξύ χορού και τραγουδιού, τέχνες που μοιάζουν πολύ διαφορετικές. Ως παράπλευρη συνέπεια υπάρχουν πολλά άλλα συμβολικά σύνορα των οποίων οι γραμμές θολώνουν: αυτά μεταξύ αντρών και γυναικών, μεταξύ ζωντανών και νεκρών, αυτά της παροδικότητας…
● Ζοφρουά, στη δική σας δουλειά το σύνορο που χάνεται είναι αυτό του χρόνου. Με τους Les cris de Paris ασχολείστε κυρίως με την παλαιά μουσική, αλλά και με τη σύγχρονη.
Ζ.Ζ.: Υπάρχουν στη δουλειά μας σύνορα μεταξύ αυτού που αποκαλούμε πολιτιστική κληρονομιά και στο ρεπερτόριο ή την παράδοση. Το δικό μας σημείο εκκίνησης είναι τα ιερά ρεπερτόρια που κανονικά ερμηνεύονται σε κοντσέρτα. Αποδίδονται σε μια εποχή και σε ένα ύφος. Σήμερα στον τομέα της παλαιάς μουσικής είμαστε ενήμεροι σε ό,τι αφορά τις λεπτομέρειες, τον τρόπο που τραγουδιέται, όμως ταυτόχρονα είναι το αποτέλεσμα μιας παράδοσης που, όπως όλες οι παραδόσεις, προδίδει την αρχική πρόθεση.
Για παράδειγμα όταν τραγουδάμε ένα μοτέτο βγαλμένο από μια νεκρώσιμη ακολουθία, δεν βρισκόμαστε πλέον καθόλου εντός της λειτουργίας μιας νεκρώσιμης ακολουθίας. Οταν μάλιστα το εκτελούμε στο πλαίσιο ενός κοντσέρτου όπου πληρώνει κανείς είσοδο, έξω από το πλαίσιο οποιασδήποτε θρησκευτικής λειτουργίας, βρισκόμαστε ήδη πολύ πολύ μακριά. Στην καρδιά της έρευνάς μας, των ανακαλύψεών μας υπάρχει το γεγονός πως συνειδητοποιούμε ότι αυτό το ρεπερτόριο με αυτόν τον τρόπο μένει ζωντανό: με τις μετατοπίσεις του.

● Οι Les cris de Paris υπάρχουν εδώ και σχεδόν 20 χρόνια.
Ζ.Ζ.: Οπως επισημαίνει και το όνομα, είναι μια ομάδα πολλαπλή. Σε αυτή δουλεύω εξίσου καλά με οργανοπαίκτες και με τραγουδιστές, παρ’ όλο που είναι μια ομάδα αφιερωμένη στη φωνητική τέχνη η οποία ταξιδεύει ανάμεσα σε ρεπερτόρια πολύ διαφορετικά, κάποιες φορές και στον χώρο της προφορικής μουσικής παράδοσης. Το πρότζεκτ υπάρχει εδώ και είκοσι χρόνια, όμως ωριμάζει. Αυτό που μας συνέδεσε με τον Φρανσουά είναι το γεγονός πως αντιμετωπίζουμε τη σχέση μας με τον χρόνο και τον χώρο συνεργαζόμενοι με καλλιτέχνες με διαφορετικά οράματα, προερχόμενους από διαφορετικούς χώρους.
● Φρανσουά, την τελευταία φορά σε είδα στη σκηνή στο «Romances inciertos, un autre Orlando» σε συνεργασία με τον Nino Laisné. Δεν χόρευες μόνο, αλλά και τραγουδούσες. Τι είναι αυτό που προσελκύει έναν σημαντικό χορευτή και χορογράφο να θελήσει να εξερευνήσει τη φωνή του;
Φ.Σ.: Υπάρχουν χίλιοι λόγοι! Οταν τελείωνα τις σπουδές μου στον χορό, χορεύαμε σε μια παραγωγή μαζί με τραγουδιστές που κι εκείνοι ολοκλήρωναν τις σπουδές τους στο τραγούδι. Ζήλευα πάρα πολύ τους τραγουδιστές, γιατί έβρισκα τη θέση τους πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Μπορούσαν να αρθρώσουν λέξεις, να ενσαρκώσουν μια αφήγηση, μια κατάσταση. Ενώ εμείς όταν χορεύαμε παραμέναμε μουγγοί κι επιπλέον βρισκόμασταν πίσω τους. Ηταν πολύ ενοχλητικό! Χορεύοντας δουλεύουμε με το εξωτερικό μέρος του σώματός μας, αλλά και με το εσωτερικό: με την αίσθηση των μυών, των οργάνων μας -και οι τραγουδιστές ακόμα περισσότερο γιατί με αυτή την άυλη παραγωγή έχει κανείς πρόσβαση σε κάτι πολύ οργανικό, εσωτερικό, πολύ βαθιά ριζωμένο, βιολογικό, σωματικό.
Από κει ξεπηδά κάτι που φέρνει στον νου έναν χώρο κι έναν χρόνο πολύ συγκεκριμένο, μια εποχή, μια γεωγραφία. Γιατί η φωνή επιτρέπει να έχουμε μια αρθρωμένη γλώσσα, άρα μια χώρα, μια κουλτούρα. Και στον χορό προφανώς είναι δυνατόν μέσα από παραθέσεις, από αναφορές, να ανακαλέσουμε ένα Αλλού, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο, γιατί ο τρόπος με τον οποίο η κίνηση δημιουργεί νόημα είναι πιο περίπλοκη. Ενώ αρκεί να προφέρεις μια λέξη στα λατινικά και ξαφνικά μεταφερόμαστε σε ένα φαντασιακό, σε μια αναφορά. Ηταν η επιθυμία μου να συνεχίσω να χορεύω, αλλά να χρησιμοποιώ και τη φωνή, για να βρίσκομαι στο παρόν του χορού, αλλά ταυτόχρονα να ανακαλώ ένα γεωγραφικό και ιστορικό Αλλού. Αυτό εξακολουθεί να με αναζωογονεί πολύ. Εχω μια επιθυμία, κάπως σαν παιδικό όνειρο, να τραγουδάω, να χορεύω, να μεταμφιέζομαι ή να φοράω στολές.
Η είσοδός μου στην τέχνη είχε να κάνει με το γεγονός ότι μπορούσα να χρησιμοποιώ όλα αυτά τα εργαλεία ως μέσα για να μεταμορφώνομαι. Ο τρόπος ο πιο παιδιάστικος και αστείος ή ο πιο βαθύς και πολιτικός είναι η επιθυμία να κάνεις πράγματα που μοιάζουν αδύνατον να γίνουν. Είναι πολύ διασκεδαστικό όταν στις παραστάσεις μας προσπαθούμε να αποδώσουμε καταστάσεις αδύνατες. Μου αρέσει πολύ η μουσική, το τραγούδι, να προκύπτει, να ξεπηδά μέσα σε έδαφος εχθρικό. Η μελωδία ή οι δυνατότητες της φωνής να ξεπηδούν όταν το σώμα και η κατάσταση μοιάζουν οι λιγότερο ευνοϊκές για να προκύψει το τραγούδι. Αυτό το αδύνατο μου φαίνεται συναρπαστικό γιατί προσθέτει πραγματικότητα.

● Μου αρέσει που χρησιμοποιείς τη λέξη «αδύνατο» και τη λέξη «διασκεδαστικό» στην ίδια φράση. Δεν συμβαίνει συχνά!
Φ.Σ.: Μα αυτό είναι η παράσταση! Υπάρχει κάτι το αδύνατο σε αυτό που επιχειρούμε. Σήμερα θα παίξουμε για έκτη φορά, όμως συνεχίζουμε να το δουλεύουμε κάθε μέρα. Εχει στοιχεία πολύ θεαματικά. Αλλά ταυτόχρονα είναι μια άσκηση, με τον ίδιο τρόπο που σε ένα μοναστήρι έχουν την καθημερινή τους άσκηση με την οποία μεγαλώνουν μέσα στην κατανόηση των πραγμάτων που αφηγούνται. Αν πρέπει να ασκούμαστε τόσο, είναι γιατί αυτό στο οποίο στοχεύουμε είναι εντελώς αδύνατον. Στοχεύουμε σε μια συνύπαρξη υπερβολικά πολλών πραγμάτων στο μικρό μας σώμα. Αλλά το γεγονός ότι το επιχειρούμε είναι που μας κινητοποιεί, που μας επιτρέπει να δώσουμε για λίγο μορφή σε μια ουτοπία.
● Ζοφρουά, τι ήταν αυτό που σας προσέλκυσε να αφιερωθείτε στην έρευνα της φωνητικής μουσικής παράδοσης;
Ζ.Ζ.: Καταλαβαίνουμε γιατί κάτι μας προσελκύει. Ακούγοντας τον Φρανσουά να μιλάει μαθαίνω πόσα κοινά έχουμε. Κι εγώ όταν ήμουν παιδί ήθελα να κάνω χορό! Αλλά προερχόμουν από μια οικογένεια όπου τα αγόρια δεν χόρευαν. Κατάλαβα γρήγορα, αν και πέρασα κυρίως από την ποπ πριν να κάνω κλασική μουσική, ότι στην κίνηση, και ιδιαιτέρως στην κίνηση της διεύθυνσης ορχήστρας, υπήρχε κάτι που απαντούσε σε ένα ερώτημα. Η κίνηση του μαέστρου -που προφανώς δεν είναι χορογραφία πάνω σε μια μουσική- είναι ένας καταλύτης: διανέμει την ενέργεια μέσω μιας κίνησης που εκτελεί ο ίδιος, που είναι πηγή ήχων, αλλά κι αυτός εξαρτάται από αυτό που ακούει.
Συνδυάζει μια επιθυμία για μουσική με μια επιθυμία για κίνηση. Σήμερα μέσω της άσκησής μας, αλλά και με την ηλικία, κατανοώ πως είναι συνδεδεμένο και με τον ακουστικό χώρο. Ο τρόπος με τον οποίο ο χώρος δονείται ή κινείται, προσαρμοζόμενος με αυτό που παράγουμε, είναι η προσοχή με την οποία ακούμε -μιλώ για ένα μουσικό σύνολο, όχι για κάποιον μόνο σε ένα πιάνο. Η προσοχή που δίνουμε στο να ακούμε με τον ίδιο τρόπο είναι για μένα η γενεσιουργός πράξη της ερμηνείας.

● Βγαίνουμε από μια περίοδο όπου ήταν απαγορευμένο το να αγγίζει κανείς τον άλλο στη σκηνή, το να τραγουδά. Πώς βιώνουν μια τέτοια παύση άνθρωποι που δουλεύουν διαρκώς;
Φ.Σ.: Είχαμε μόλις συγκεντρώσει την ομάδα. Ημασταν απασχολημένοι και με άλλα πρότζεκτ. Την περίοδο του εγκλεισμού είχα την τύχη να το κάνω πολύ ήρεμα, σε ένα άνετο περιβάλλον. Αυτό με συνέδεσε ακόμα περισσότερο με μία από τις κινητήριες δυνάμεις αυτού του πρότζεκτ: την πολύ συχνή άσκηση.
Ο εγκλεισμός, διακόπτοντας για λίγο τον πολύ κατακερματισμένο τρόπο ζωής μας, δυνάμωσε την πεποίθησή μας για τη δύναμη που χαρίζει μια έντονη, τακτική, καθημερινή άσκηση, χωρίς ζάπινγκ ανάμεσα σε 28 πρότζεκτ. Διατηρώ μια ευτυχή ανάμνηση από εκείνη την περίοδο, σαν να ανακάλυψα κάτι θετικό, όχι μόνο να υπέφερα. Μπορούμε να απαριθμήσουμε όλα τα αρνητικά, αλλά αυτό έχει ήδη γίνει, οι στήλες των εφημερίδων είναι γεμάτες από τέτοιες αναλύσεις.
Ζ.Ζ.: Χωρίς να ξέρουμε τι θα συνέβαινε, με τον Φρανσουά τρέφαμε την επιθυμία να χτίσουμε αυτή την κοινότητα εδώ και περίπου τρία χρόνια, εξαιρετικά μεγάλο διάστημα. Είχαμε πει πως δεν προβλέπαμε τίποτα πριν από την άνοιξη του 2022. Οπότε το πρότζεκτ δεν υπέφερε πολύ από τον εγκλεισμό, με εξαίρεση κάποια διαστήματα που δεν μπορούσαμε να συναντηθούμε και κάναμε διαδικτυακά εργαστήρια. Χρειάστηκαν περίπου δύο χρόνια δουλειάς. Ισως αν δεν είχαμε περάσει αυτό που περάσαμε να μας είχε αποσπάσει η κατακερματισμένη μας ζωή.
Χωρίς να ευχόμαστε έναν εγκλεισμό, νιώθω μεταμορφωμένος από την ιδέα των μακρών χρόνων, της σύλληψης ενός σχεδίου και της σκέψης για αυτό επί δύο ή τρία χρόνια. Αυτό στον κόσμο της μουσικής, όπου μπορούμε να ανεβάσουμε μια παραγωγή σε μια εβδομάδα εφόσον έχουμε τις παρτιτούρες, είναι σίγουρα πάρα πολύς χρόνος.
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
