Ο Αντρέα Καμιλέρι διαβάστηκε αρκετά, ενώ πολλά από τα βιβλία του έδωσαν το έναυσμα για μεταφορά στην τηλεόραση. Ηταν εκείνος που δημιούργησε τη φανταστική Βιγκάτα μέσα στην πατρίδα του, τη Σικελία, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής. Μπορεί, λοιπόν, ετούτο το μυθιστόρημα να είναι το τελευταίο του με πρωταγωνιστή τον γνωστό επιθεωρητή Μονταλμπάνο, αλλά ο υπέργηρος συγγραφέας τα επόμενα χρόνια της πραγματικά φρενήρους συγγραφικής του πορείας πρόσφερε στους αναγνώστες του αρκετές ενδιαφέρουσες ιστορίες.
Σε τούτη, ο κουρασμένος επιθεωρητής νιώθει τα χρόνια και οι υποχρεώσεις του να τον βαραίνουν απειλητικά, όταν δέχεται ένα πρωινό τηλεφώνημα από έναν άγνωστο ονόματι Ρικαρντίνο για μια συνάντηση, στην οποία δεν πήγε. Λίγο αργότερα, έμαθε από την υπηρεσία για τον φόνο εκείνου του άγνωστου ατόμου που τον ξύπνησε χαράματα. Τρεις άντρες ήταν παρόντες στον φόνο του οικονομολόγου Ρικαρντίνο Λοπρέστι, αλλά κατά τα λεγόμενά τους δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον δράστη.
Ηταν οι τυπογράφοι Μάριο Λιότα και Αλφόνσο Λικάουζι και ο Γκάσπαρε Μπονάνο, λογιστής, όλοι γεννημένοι στα 1972 και παλιοί συμμαθητές. Ο ατυχής Ρικαρντίνο Λοπρέστι εργαζόταν για την Μπάνκα Ρετζονάλε, στην περιοχή τους. Οι τρεις δυνητικοί μάρτυρες είχαν στενές οικογενειακές σχέσεις, ενώ το θύμα όπως έλεγαν ήταν παντρεμένο με Γερμανίδα. Ο Μάριο Λιότα και ο Αλφόνσο Λικάουζι είχαν παντρευτεί τις δυο αδελφές του Γκάσπαρε, ενώ ο Γκάσπαρε ήταν παντρεμένος με την αδελφή του Μάριο Λιότα.
Σχετικά με τον «Ρικαρντίνο», τώρα, διαβάζουμε στο Σημείωμα του εκδότη πως «…ο Καμιλλέρι συνέλαβε την ιδέα του Ρικκαρντίνο το 2004 και την ολοκλήρωσε το 2005, την ξαναδούλεψε μερικά χρόνια αργότερα, το 2016, όταν έκανε μερικές αλλαγές που αφορούσαν τη γλώσσα, αλλά δεν πείραξε την πλοκή. Η γραφή του 2016, η οριστική, φανερώνει πως στην πορεία των χρόνων η έκφραση του Καμιλλέρι πέρασε από την μπασταρδεμένη γλώσσα, που ο συγγραφέας άκουγε από μικρός, στην επινοημένη γλώσσα της Βιγκάτα, δηλαδή έγινε με το πέρασμα των χρόνων […] μια μορφή ζωής […] μιας φανταστικής επαρχιακής πόλης…».
Στη σημείωση του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου, ο τελευταίος είναι αφάνταστα εξομολογητικός: «…Δεν θα γράψω άλλα. Λυπάμαι, αλλά στην ηλικία των ογδόντα χρόνων είναι αναπόφευκτο να βάζεις τέλος σε πολλά, σε πάρα πολλά πράγματα…». Η παράλληλη πορεία γηρατειών και αναποφασιστικότητας έρχεται τακτικά σε πρώτο πλάνο σε όλο το μήκος του κειμένου.
Στην ιστορία, βλέπουμε και τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο κουρασμένο και απογοητευμένο, τόσο από το επάγγελμά του όσο και από τον δεσμό του. Ομως η δολοφονία στη μέση του δρόμου ενός ανθρώπου τον επαναφέρει αναγκαστικά, και πέρα από κάποιες ενδιάμεσες παλινωδίες, να κάνει εκείνο που είχε μάθει καλά και αποτελεσματικά όλα τα χρόνια που διήνυσε στο αστυνομικό σώμα. Μέσα από καθημερινές αντεγκλήσεις με συνεργάτες, υφιστάμενους και προϊστάμενους, πολιτικούς και εκπροσώπους της παντοδύναμης Εκκλησίας, παλινωδίες, ραθυμία και έκδηλη κάποιες φορές αμηχανία και νοσταλγία για τα περασμένα, ο Μονταλμπάνο προσπαθεί να ανακαλύψει την πικρή αλήθεια που κρύβεται πίσω από εκείνη τη δολοφονία.
Την ίδια στιγμή, αναρωτιέται μήπως καμιά φορά να μη θέλεις να κάνεις λάθη αποδεικνύεται πως είναι λάθος; Δεν λησμονεί να τονίσει και τη μοίρα όσων καταθέτουν ως μάρτυρες στη χώρα αυτή: «…κάποιος αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Ελβετία με ψεύτικο όνομα, γιατί απειλούσαν ότι θα σκοτώσουν τη σύζυγο και τα παιδιά του, κάποιος πέθανε σ’ ένα μυστηριώδες αυτοκινητικό δυστύχημα…», μεταξύ πολλών άλλων.
Συζυγικές και εξωσυζυγικές σχέσεις, ο ρόλος της Εκκλησίας στην ιταλική κοινωνία, παράνομα μεγάλα δάνεια επίσημων τραπεζών σε «ημέτερους», έκνομες επιχειρήσεις προς ίδιο όφελος, η δύναμη της τηλεόρασης στη σύγχρονη κοινωνία, η επιρροή της πολιτικής πάνω στη αστυνομία και στην απονομή δικαιοσύνης, η χιλιοειπωμένη σχέση Μαφίας και πολιτικής έρχονται μπροστά με κάθε ευκαιρία. «…Αν ο τρόπος σκέψης ενός απλού παπά είναι, ως γνωστόν, πιο περίπλοκος και σκοτεινός από αυτόν ενός απλού ανθρώπου, φαντάσου τι περιελίξεις, μαίανδροι και λαβύρινθοι θα πρέπει να υπάρχουν στο μυαλό ενός ιερέα, που είχε καταφέρει να φτάσει στο αξίωμα του επισκόπου», γράφει σε ένα σημείο. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι είναι ενδιαφέρουσα η συζήτηση, αλληλογραφία και επικοινωνία μεταξύ του συγγραφέα και του επιθεωρητή της υπόθεσης.
Οι διαφορετικές απόψεις των δύο, ίσως και να αποτελούν ή να απεικονίζουν και την ειλημμένη απόφαση του συγγραφέα να εξοστρακίσει τον Μονταλμπάνο από τα γραπτά του, όπως και έγινε εδώ, στο κύκνειο άσμα του Αντρέα Καμιλέρι (1925-2019)!
*Γιατρός χειρουργός
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr
