ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βουδικλάρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Έπειτα από μια τριλογία με θέμα το πένθος που του έδωσε μια θέση στον παγκόσμιο καλλιτεχνικό χάρτη, ο Αλί Σαχρούρ φέτος παρουσίασε στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το «Όσα μου αφηγήθηκε η μητέρα μου», μια παράσταση με αφορμή τη θεία του Φάτμε, που μέχρι τον θάνατό της αναζητούσε τον γιο της, ο οποίος χάθηκε πολεμώντας στη Συρία. Ταυτόχρονα, επί σκηνής τραγουδά και χορεύει μια άλλη συγγενής του με τον γιο της, που για να λάβει μέρος στην παράσταση δεν επέστρεψε στον πόλεμο. Ο Σαχρούρ μιλά για τη μοίρα της πατρίδας του, αλλά και ολόκληρης της Μέσης Ανατολής, με τρόπο ευθύ και ταυτόχρονα αφαιρετικό και ποιητικό, τοπικό και παγκόσμιο. Κι αυτή τη φορά δεν απομακρύνεσαι από τη θεματική σου. Αλλά υπάρχει και μια φωτεινότερη πλευρά: ενώ μιλάς για μια γυναίκα που έχασε τον γιο της και τον αναζητούσε μέχρι τον θάνατό της, επί σκηνής υπάρχει και μια άλλη που έχει τον γιο της πλάι της. Υπάρχει θρήνος, αλλά και ελπίδα.

«Ακριβώς, υπάρχει και ένα ψήγμα ελπίδας, κι αυτό προέρχεται από τη δύναμη των μανάδων. Η θεία μου η Φάτμε πέρασε τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής της ψάχνοντας για τον χαμένο γιο της Χασάν. Παράλληλα, στην ίδια οικογένεια, μια μάνα αντιμετώπισε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά και θρησκευτικά κόμματα του Λιβάνου για να προστατεύσει τον γιο της και να τον κρατήσει κοντά της. Άλλαξε λοιπόν το πεπρωμένο του. Για την ακρίβεια, αυτή η παράσταση άλλαξε το πεπρωμένο του, γιατί είπα στον Αμπάς, τον γιο της Λεϊλά, που ήθελε να επιστρέψει στη Συρία να πολεμήσει: «Ή θα πας στον πόλεμο στη Συρία να πεθάνεις ή θα έρθεις μαζί μου να χορέψεις με τη μητέρα σου στη σκηνή. Δεν είμαι υπεύθυνος για τη ζωή σου κι ούτε θέλω να είμαι. Είναι δική σου απόφαση». Λίγες εβδομάδες αργότερα, ήρθε και μου είπε: «Θέλω να είμαι στην παράστασή σου και να μείνω με τη μητέρα μου». Ο θάνατος και η αγάπη κινούνται παράλληλα, ειδικά σε μια χώρα τόσο έντονη πολιτικά, κοινωνικά και θρησκευτικά όπως η δική μας, όπου όταν υπάρχουν αγάπη και νίκες, στο βάθος υπάρχει μια τραγωδία».

● Στην Ελλάδα δεν γνωρίζουν όλοι τι συμβαίνει στον Λίβανο. Θα ήθελες να μου περιγράψεις;

Δεν εκπροσωπώ τη χώρα μου. Εκπροσωπώ τον εαυτό μου. Όλες οι ιστορίες που αφηγούμαι προέρχονται από την προσωπική μου ζωή και την οικογενειακή μου ιστορία. Δεν πιστεύω πως είναι δική μου δουλειά να εξηγήσω τι συμβαίνει στον Λίβανο. Αν οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει σε απόσταση λίγων ωρών από τη χώρα τους, μπορούν να το βρουν στις ειδήσεις. Για τον πόλεμο στην Ουκρανία γνωρίζουμε τα πάντα. Στη Συρία, την Παλαιστίνη, στο Ιράκ, στον Λίβανο, ο πόλεμος και η οδύνη συνεχίζονται επί πολλά χρόνια. Αλλά αυτή είναι η δύναμη της τέχνης: δημιουργεί ερωτήματα. Αναρωτιέσαι τι συμβαίνει επειδή είδες ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα που σου έδωσε την αίσθηση της οδύνης. Ανακάλυψα πως η νίκη βρίσκεται και στη δύναμη να αντισταθείς. Στον Λίβανο ανέκαθεν βρισκόμαστε σε μια ατέλειωτη κρίση, αλλά τα τελευταία τρία χρόνια είμαστε σε ελεύθερη πτώση οικονομικά. Δεν υπάρχουν καύσιμα, ηλεκτρισμός, έχουμε έλλειψη φαρμάκων. Με την έκρηξη στο λιμάνι πριν από δύο χρόνια, περισσότερη από τη μισή πόλη καταστράφηκε. Το θέατρο και ο χορός ήταν ήδη σε πολύ εύθραυστη κατάσταση. Αλλά με όλες αυτές τις κρίσεις μαζί, έχει γίνει εντελώς αδύνατον να δημιουργήσεις στη Βηρυτό.

● Ακόμα ζεις και δουλεύεις εκεί;

Εξακολουθώ να ζω στη Βηρυτό. Από τότε που ξεκίνησε η κρίση και μετά την έκρηξη, αναρωτιόμουν κι εγώ γιατί παραμένω ακόμα σε αυτή τη χώρα, η οποία μας κλέβει τα πάντα: από την ενεργητικότητά μας μέχρι τα χρήματά μας, τα οποία είναι μπλοκαρισμένα από τις τράπεζες. Δούλευα επί 10 χρόνια για να αποκτήσω κάποιες οικονομίες και δεν έχω πρόσβαση στα ίδια μου τα χρήματα. Έπρεπε λοιπόν να ξεκινήσω από το μηδέν. Και στο τέλος σε σκοτώνoυν: η έκρηξη στο λιμάνι ήταν ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα. Αλλά δεν νομίζω πως μπορώ να ζήσω οπουδήποτε αλλού, εκεί είναι οι άνθρωποι που αγαπώ, η οικογένειά μου, η έμπνευσή μου. Αισθάνομαι ότι έχω τη δύναμη και τα εργαλεία να δημιουργήσω κάτι που αγαπώ και να το παρουσιάσω στο κοινό που έχει ανάγκη να το δει. Τώρα όσο ποτέ πριν υπάρχει η ανάγκη για τέχνη, για θέατρο, όσο και για φαγητό, για νερό, για ηλεκτρικό ρεύμα. Παρ’ όλη την κρίση, όποτε υπάρχει παράσταση θεάτρου ή χορού, οι αίθουσες είναι γεμάτες. Ακόμα κι αν δεν έχω ελπίδες για αυτή τη χώρα, πιστεύω πως η μοναδική ελπίδα είναι οι καλλιτέχνες που παραμένουν στον Λίβανο και προσπαθούν να δημιουργήσουν νέα έργα.

● Ως Ελληνα με αγγίζει βαθιά η ιστορία μιας μητέρας που ζητάει το σώμα του παιδιού της για να το θάψει και να συμφιλιωθεί με τον θάνατό του – είναι μια άλλη πλευρά του δράματος της Αντιγόνης. Όμως θα βρεθείς αναπόφευκτα αντιμέτωπος με ερωτήματα όπως: «Ποιο ήταν αυτό το αγόρι, με την πλευρά ποιων πολέμησε; Μήπως ήταν αυτό που εδώ στη Δύση αποκαλούμε τρομοκράτη;»

Το εξηγούμε στην αρχή της παράστασης: οι Λιβανέζες μητέρες δεν έχουν δικαίωμα να δώσουν την υπηκοότητά τους στα παιδιά τους αν έχουν παντρευτεί ξένο. Το αγόρι προέρχεται από μια ταπεινή οικογένεια που δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική. Αναγκάστηκε να πάει στη Συρία –ο πατέρας του είναι Σύρος– για να ανανεώσει τα χαρτιά του και να μπορέσει να συνεχίσει να ζει στον Λίβανο. Το μόνο που θέλει είναι να δουλεύει και να τραγουδάει με τη μητέρα του – τους ακούμε στο φινάλε της παράστασης, έχουν υπέροχες φωνές. Ούτε ήθελε να πολεμήσει στη Συρία ούτε πήγε για πολιτικούς λόγους. Είναι τρομερά απογοητευτικό: για τον ίδιο λόγο χάθηκε και το άλλο παιδί. Αν κάποιος ακούσει τις κρυμμένες ιστορίες των μανάδων στη Βηρυτό –και μιλάω για τη Βηρυτό γιατί ξέρω το κάθε της σπίτι και δρομάκι– υπάρχουν ιστορίες που συναγωνίζονται της Αντιγόνης, τις αρχαίες τραγωδίες όπως κι αυτές του Σέξπιρ. Είναι τόσο έντονες που είναι δύσκολο ακόμα και να πιστέψεις πως είναι αληθινές. Πιστεύω πως τίποτα δεν μπορεί να περιγράψει τα συναισθήματα μιας μητέρας που ψάχνει τον αγνοούμενο γιο της, της λένε πως είναι νεκρός και δεν έχει τίποτα να θάψει και να πενθήσει.

● Στη δουλειά σου η γυναίκα βρίσκεται στο επίκεντρο. Το ίδιο και στα έργα σου που αφορούν το πένθος: εκείνη είναι κυρίως που πενθεί.

Θα σου απαντήσω πολύ προσωπικά. Με έχει αγγίξει πολύ η μητέρα μου. Είναι μια πολύ ισχυρή γυναίκα. Εκείνη μας μεγάλωσε. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 13, και μας ανέθρεψε χωρίς ποτέ να νιώσουμε την απουσία της πατρικής φιγούρας. Κι όμως διατηρούσε τη θλίψη της και θρηνούσε τον πατέρα μου. Ταυτόχρονα είχε τη δύναμη να κάνει τα πράγματα να συμβούν. Όλα της τα παιδιά σπουδάσαμε στο πανεπιστήμιο και κάναμε ό,τι θελήσαμε. Με περιβάλλουν τέτοιες ισχυρές γυναίκες – ακόμα και επιθετικές, με έναν ποιητικό τρόπο. Διατηρούν τον χώρο για να είναι συναισθηματικές ή θλιμμένες και ταυτόχρονα είναι αγωνίστριες και πρότυπα. Αυτή η συνάντηση ευθραυστότητας και δύναμης είναι ο χορός για μένα. Να έχεις τη δύναμη να είσαι εύθραυστος, να είσαι επιθετικά ποιητικός επί σκηνής. Αυτό ακριβώς είναι οι Λιβανέζες μητέρες και γυναίκες.

● Το «Όσα μου αφηγήθηκε η μητέρα μου» είχε πολύ καλή υποδοχή στην Αβινιόν. Θεωρώ αδύνατον να μείνει κανείς ασυγκίνητος από την παράσταση. Παρ’ όλα αυτά, έχεις νιώσει καχυποψία από πλευράς μέρους του κοινού ή των κριτικών για πολιτικούς λόγους;

Είναι αλήθεια πως κάποιοι το βλέπουν ως μια παράξενη παράσταση από τη Μέση Ανατολή και δεν ξέρουν πώς να το αντιμετωπίσουν. Αναζητούν τους κώδικες για να καταλάβουν τι κάνει αυτός ο τύπος που προέρχεται από τον αραβικό κόσμο. Λες και χρειάζεσαι κώδικες και αναφορές για να συνδεθείς με μια παράσταση χορού για μια μητέρα που έχασε τον γιο της… Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτό είναι σκέτη άγνοια, προκατάληψη απέναντι στον πολιτισμό από τον οποίο προέρχομαι. Είναι δύσκολο να μην επικοινωνήσεις με την ιστορία που λέει η παράσταση, αλλά σίγουρα ένα μέρος του κοινού δεν συσχετίζεται – ίσως έχει να κάνει με τη φόρμα. Κάποιοι φεύγουν στα μισά, σε κάποιους αρέσει. Είχαμε και κακές κριτικές, όπως και πολύ καλές. Χαίρομαι που δεν υπήρξαν μεσοβέζικες αντιδράσεις – είτε το αγάπησαν και επικοινώνησαν μαζί του ή το μίσησαν. Αυτή η ριζοσπαστικότητα των αντιδράσεων με κάνει να νιώθω πιο σίγουρος γι’ αυτό που προτείνει η παράσταση.

● Οι προηγούμενες παραστάσεις σου είχαν να κάνουν με το πένθος, στοιχείο που υπάρχει και στην τωρινή. Αυτό είναι το κεντρικό σημείο της δουλειάς σου;

Δεν ξέρω αν κάποτε θα μπορέσω να κάνω μια παράσταση για τη ζωή και την ευτυχία. Θα μπορέσω όταν η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη, όταν θα σταματήσει ο πόλεμος στη Συρία, αν θα επιλυθεί η κρίση στον Λίβανο, αν βρεθεί ο Χασάν, αν, αν, αν… Γι’ αυτό δεν βλέπω πώς θα μπορέσω να βγω από αυτή την πραγματικότητα. Μπορώ να δω την ομορφιά της θλίψης και την ποίηση της δύναμης και της αντίστασης των γυναικών που ζουν στον Λίβανο. Την απαγορευμένη αγάπη εξαιτίας πολιτικών και θρησκευτικών λόγων. Τις μικρές νίκες. Όμως μας περιβάλλει ο θρήνος. Κι αυτό το βρίσκω όμορφο, δεν είναι μόνο θλίψη: έτσι διατηρείς τη μνήμη των ανθρώπων που αγαπάς, δείχνεις πως δεν είναι μόνο αριθμοί και πως η ιστορία τους θα συνεχίσει να ακούγεται, όπως η ιστορία της Φάτμε. Έχουμε ήδη περιοδεύσει σε 11 χώρες και έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα γι’ αυτή στον Λίβανο και στο εξωτερικό. Η φωνή αυτών των μητέρων θα συνεχίσει να ηχεί στα αυτιά του κοινού. Η Φάτμε δεν χάθηκε, είναι ακόμα εδώ. Εξακολουθούμε να ακούμε τη φωνή της.


*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής