Εναν φόρο τιμής στον σουρεαλισμό, το επαναστατικό πολιτιστικό κίνημα που αμφισβήτησε πολιτικοκοινωνικά συστήματα και κυρίαρχες ιδεολογίες, επιχείρησε να ανατρέψει την καθημερινότητα και να απελευθερώσει τον άνθρωπο αξιοποιώντας τις ασυνείδητες επιθυμίες στην προσπάθειά του να ζωντανέψει τα όνειρα, παρουσιάζει η έκθεση στην Τέιτ Γκάλερι του Λονδίνου με τίτλο «Ο Σουρεαλισμός πέρα από σύνορα» που θα διαρκέσει μέχρι τις 29 Αυγούστου.
Η έκθεση δεν φέρνει απλά στον 21ο αιώνα το κίνημα που έλαμψε στο Παρίσι σχεδόν έναν αιώνα πριν, το 1924, αλλά βασισμένη σε εκτεταμένη έρευνα για πρώτη φορά ρίχνει φως στη σπίθα της εξέγερσης που μεταλαμπαδεύτηκε σε ολόκληρο τον κόσμο από τη δεκαετία του 1920 μέχρι τη δεκαετία του 1970.
Δεν εκτείνεται όμως μόνο στα 60 χρόνια του περασμένου αιώνα, αλλά και σε 50 χώρες σε όλον τον κόσμο: παρουσιάζει καλλιτέχνες από όλον τον πλανήτη που εμπνεύστηκαν και «συστρατεύτηκαν» στον σουρεαλισμό, από το Μπουένος Αϊρες, το Κάιρο, τη Λισαβόνα, την Πόλη του Μεξικού, την Πράγα, τη Σεούλ, το Τόκιο αλλά και την αφρικανική ήπειρο.
Δεν επρόκειτο μόνο γι’ ανατροπή της πραγματικότητας. Ο αστακός τοποθετημένος στο ακουστικό του τηλεφώνου, του Νταλί, με τα γεννητικά του όργανα στο σημείο ομιλίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι φαντασίας. Εμπεριείχε και έναν κίνδυνο (Lobster Telephone). Το τρένο του Μαγκρίτ που ξεπηδά μέσα από το τζάκι έδειχνε και μια κατεύθυνση προς το άπειρο, μια απόπειρα απελευθέρωσης όχι μόνο του πνεύματος αλλά και του συλλογικού ονείρου της εποχής, κάθε εποχής (Time Transfixed).
Ενα πνεύμα τότε συνεπήρε τον κόσμο: αν κάτι μένει από αυτή την έκθεση, είναι η αποκάλυψη αλλά και ανακάλυψη καλλιτεχνών που συνδέθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με κινήματα αμφισβήτησης της εξουσίας.
Παράδειγμα ο πολιτικός πρόσφυγας του ισπανικού εμφυλίου Εουχένιο Γκρανέλ που κατέφυγε στη Δομινικανή Δημοκρατία και το Πουέρτο Ρίκο, ιδρύοντας όπου βρισκόταν πυρήνες αντίστασης στα αυταρχικά καθεστώτα. Ή ο Τέντ Γιόνας που είχε «την τζαζ για θρησκεία και τον σουρεαλισμό ως οπτική», ο οποίος έφυγε κυνηγημένος από τον ρατσισμό στις ΗΠΑ για να αναζητήσει την ελευθερία και να αναπτύξει εστίες της στην Κεντρική Αμερική, τη Βορειοδυτική Αφρική και την Ευρώπη σε ένα διάστημα 30 ετών.
Καλλιτέχνες και ομάδες που κατάφεραν να ονειρευτούν έναν άλλο κόσμο. Και είναι ακριβώς αυτή τη συγκρότηση ενός διεθνικού κινήματος για την επανάσταση «πρώτα και πάντα», την απελευθέρωση από κάθε σύμβαση που παρουσιάζει η έκθεση στην Τέιτ, αποκαλύπτοντας το εύρος και τις διαστάσεις της γύρω από τις συλλογικές ταυτότητες που συγκροτήθηκαν σε όλον τον κόσμο, τη σύγκλιση γύρω από τις βασικές αρχές αμφισβήτησης πέρα από την πραγματικότητα, ίσως και τη λογική. Από το Βελιγράδι τη δεκαετία του ‘20, τη Σανγκάη τη δεκαετία του 1930, το Σαντιάγο της Χιλής τη δεκαετία του 1940 και το Σικάγο τη δεκαετία του 1970.
Ανάμεσα στα εκθέματα, τα ντοκουμέντα και τα γλυπτά, περιλαμβάνονται και πειραματικά φιλμάκια καθώς και ηχητικό υλικό από ραδιοφωνικές εκπομπές. Τεκμήρια που δείχνουν ότι, όπως κάθε κίνημα, ο σουρεαλισμός ήταν και κοινότητα μεταξύ ομοϊδεατών καλλιτεχνών και συγγραφέων που τους ένωναν κοινά ιδανικά: τα συλλογικά έργα τέχνης, τα μανιφέστα και περιοδικά, οι δημιουργικές φιλίες τους, οι πολιτικές και ηθικές πεποιθήσεις τους.
Οι δημόσιες δηλώσεις-μανιφέστα συχνά υπογράφονταν από άτομα από πολλές διαφορετικές τοποθεσίες. Για παράδειγμα, ένα αντιαποικιακό κείμενο του 1932 περιλάμβανε υπογραφές από το Παρίσι και τη Μαρτινίκα, ενώ το Αραβικό Σουρεαλιστικό Μανιφέστο εκδόθηκε από τους Σουρεαλιστές του Σικάγου το 1975.
Στο επαναστατικό πνεύμα του σουρεαλισμού, όπως το εξέφρασε η ιδρυτική πράξη του στο Παρίσι το 1924, είναι και τα κείμενα που ζητούν τον θάνατο του καπιταλισμού και αντιπαραθέτουν στη Διεθνή Εκθεση του Παρισιού μια έκθεση με τα αποικιακά εγκλήματα της χώρας. Ή το μανιφέστο για το Βιετνάμ τον Απρίλιο του 1947 που τασσόταν ενάντια στην αποικιοκρατική κατοχή του.
Πέρα από τα γνωστά έργα, το κίνημα του σουρεαλισμού αποτέλεσε ένα σοβαρό όπλο στον αγώνα για πολιτική, κοινωνική και προσωπική ελευθερία. Ηταν κάτι πολύ περισσότερο από καλλιτεχνικό κίνημα. Ηταν ένα κίνημα βαθιά πολιτικό: οι φοιτητικές διαμαρτυρίες, τα πολιτικά δικαιώματα, οι αντιπολεμικές διαμαρτυρίες, η αντίσταση στην αποικιοκρατία, τον ρατσισμό, τον σταλινισμό και τον ναζισμό.
Οπως εξήγησε ο Léopold Senghor, ποιητής, πρώτος πρόεδρος της Σενεγάλης και συνιδρυτής του κινήματος της Μαύρης Συνείδησης Négritude το 1960: «Αποδεχτήκαμε τον σουρεαλισμό ως μέσο, αλλά όχι ως σκοπό, ως σύμμαχο και όχι ως κύριο». Και είναι η πρώτη φορά που ανακαλύπτεις την αφρικανική Γκερνίκα για τη Μοζαμβίκη, έργο του 1967 του Malagatanga Ngwenya κατά της πορτογαλικής κυριαρχίας.
Στην έκθεση συνυπάρχουν η ειλικρίνεια των περίπλοκων ιδεών με τα ζητήματα της σεξουαλικότητας, η αναψηλάφηση της βίας και της περιχαράκωσης των έμφυλων ταυτοτήτων, η αναζήτηση των μονοπατιών προς την απελευθέρωση. Ακόμη μία σπουδαία θεματική στην έκθεση είναι αυτή των γυναικών σουρεαλιστριών: άλλωστε η αφίσα της Τέιτ είναι έργο της Λεονόρα Κάρινγκτον, της «χαμένης σουρεαλίστριας της Βρετανίας».
Κι άλλες πολλές γυναίκες συνδέθηκαν με το σουρεαλιστικό κίνημα, συμπεριλαμβανομένων των Eva Sulzer, Joyce Mansour, Cecilia Porras, Suzanne Césaire και Meret Oppenheim, καλλιτέχνες και συγγραφείς που δημιούργησαν έργα για να εξερευνήσουν τις παραδοσιακές αφηγήσεις για το φύλο, τη σεξουαλικότητα, την επιθυμία, την πατριαρχία, την καταπίεση και την καταστολή.
Και όπως ευχόταν και η μεγάλη ποιήτρια Τζόις Μανσούρ (Cries, 1953): «Είθε οι επιθυμίες μου να εκπληρωθούν στο εύφορο έδαφος του κορμιού σου χωρίς ντροπή».
