Τα μεσημέρια περπατούσαμε στου Μπόλαρη και στη Δημοκρατίας πηγαίνοντας σχολείο διά της τεθλασμένης – τα αρχοντικά της όμορφης πόλης και οι λεύκες, το φθινόπωρο τρίζανε κάτω από τις ελβιέλες μας, παπούτσια αθλητικά της εποχής, τα ξερά φύλλα. Την άνοιξη μοσχομύριζαν οι κήποι τους, οι κυρίες της αστικής τάξης ανταγωνίζονταν ποια θα πάει τα ομορφότερα άνθη στους Επιταφίους. Η παλιά πόλη στέναζε ακόμη στη φτώχεια κι ας μύριζαν οι βασιλικοί της στους ντενεκέδες φυτεμένοι. Τα είπε σε στίχους ο Γιάννης Θεοδωράκης. Τα έκανε τραγούδι ο Μίκης.
Γύρισε ο χρόνος κι ο καιρός, τα σοκάκια διασώθηκαν (χάρη στον σοφό αρχαιολόγο Γιάννη Τζεδάκη – ιστορία που κάποτε πρέπει να γραφεί) βάζοντας τα Χανιά στον χάρτη των top destination και τα νεοκλασικά τώρα πολυκατοικίες, άλλες κομψές άλλες κακόγουστες. Κάπως έτσι γίνεται πάντα, εκεί τουλάχιστον που η μνήμη μετράει λίγο. Και το βιβλίο «Τα Χανιά έξω από τα τείχη» της αρχιτεκτόνισσας Αιμιλίας Κλάδου-Μπλέτσα, εξαντλημένο από χρόνια, τόσο η έκδοση του 1978 όσο και του 1998, περιζήτητο, να το ψάχνουν εναγωνίως ερευνητές και λάτρεις του παρελθόντος, είναι πάλι εδώ. Ενας μικρός εκδότης, που ξεκίνησε δειλά από την εφημεριδούλα «Πυξίδα της πόλης» κι ανοίγεται στα βαθιά με γνώση τώρα πια και σωστές συνέργειες.
Το βιβλίο ήταν από την αρχή η δημοσίευση και έκδοση της τεράστιας δουλειάς της Αιμιλίας Κλάδου και εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Κρήτης, Τμήμα Δυτικής Κρήτης επί προεδρίας του Γ. Κατσανεβάκη (1978). Ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή στην Ιστορία της Κρήτης από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 1970, θέτει το πλαίσιο της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην Κρήτη. Τα χρόνια της Επιτροπείας που η πόλη των Χανίων ασφυκτιά μέσα στα τείχη και βγαίνει προς τα έξω, τα πρώτα δημόσια έργα, οι πρώτοι μηχανικοί, κάποιοι από αυτούς Ευρωπαίοι και οι Κρητικοί σπουδαγμένοι στην Εσπερία.
Η πόλη έξω από τα τείχη αποκτά σχέδιο και τα πιο σημαντικά έργα πραγματοποιούνται, δηλαδή το Διοικητήριο, η Τράπεζα Κρήτης και η Αγροτική Τράπεζα, ο Δημοτικός Κήπος με το Ρολόι του, τα πέτρινα σχολεία μας, πολλές κατοικίες, η στρατώνα που κάηκε πριν από λίγα χρόνια – και χάσκει ακόμη κούφια, στον νομό όπου κατοικοεδρεύουν πια κάμποσα πεντάστερα ξενοδοχεία με τις πισίνες πάνω στο κύμα!
Η μακρά αυτή περίοδος συμπεριλαμβάνει ιστορικά τα χρόνια των Μεγάλων Δυνάμεων, με τα πολύ ωραία μέγαρα των προξενείων τους, την πορεία του Βενιζέλου από το Θέρισο στην Αθήνα, τα Χανιά είναι πρωτεύουσα της νήσου, υπάρχει ένα έντονο κοσμοπολίτικο κλίμα, όπως το μαρτυρούν οι πολλές εκατοντάδες φωτογραφίες και καρτ ποστάλ της εποχής.
Σε αυτό, τα όμορφα σπίτια των εύπορων οικογενειών δίνουν τον τόνο. Κάπου εδώ είναι τα πιο συγκινητικά κεφάλαια, με τις αντίστοιχες φωτογραφίες τους στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, για μας που μεγαλώσαμε σε αυτή τη σκηνογραφία. Ηταν ακριβώς μια έξοδος σε σκηνή θεάτρου από την παλιά πόλη τη στριμωγμένη μέσα στα τείχη, η πορεία για το σχολείο μας, η θέα προς τις βίλες, χτισμένα όλα ακριβώς έτσι, δίπατα με κήπους, καγκελόφραχτες αυλές, ακροκέραμα και πασχαλιές στον δρόμο πίσω από τον κήπο ή πιο μακριά, στην περίφημη οδό Νεάρχου ή στην περατζάδα του Μπόλαρη – το ενετικό λιμάνι σχεδόν στην παρανομία, με τις πόρνες και τους μάγκες του. Το νεκροταφείο, τόπος γαλήνης με εκείνη τη μυστήρια φράση: «Φιλιππότης εποίει». Μόλις θα είχα μάθει να διαβάζω κι η μητέρα μ’ έπαιρνε μαζί της στο κοιμητήριο.
Από αυτή τη θαυμάσια δουλειά δεν θα μπορούσε να λείπει η αναφορά στους δημιουργούς της πόλης έξω από τα τείχη, δηλαδή οι λιθοξόοι ή πελεκάνοι για τις δουλεμένες πέτρες, οι σιδηρουργοί, ρόπτρα και χερούλια στις πόρτες, κάγκελα να προφυλάσσουν τους κήπους, από δίπλα οι αγγειοπλάστες που έπλαθαν στον πηλό τα κοσμήματα στις στέγες και τα αετώματα, στα αρκοσόλια των τοίχων, οι μηχανικοί και ο Μιχάλης Σαββάκης, δημιουργός των περισσότερων σπιτιών – πέθανε πάμφτωχος στο δημοτικό γηροκομείο των Χανίων, της πόλης που είχε τόσο όμορφα στολίσει.
Τριακόσιες έντεκα φωτογραφίες περιέχει το βιβλίο της Αιμιλίας Κλάδου-Μπλέτσα. Μαυρόασπρες όλες ανασαίνουν έτσι το κλίμα και τη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής. Οι κατοικίες και εκκλησίες, καταγραμμένες μία μία με στοιχεία ιδιοκτησίας, τύπο κατοικίας, κάποιες και σε σχεδιαστική αποτύπωση, συνυπάρχουν με κάρτες και φωτογραφίες της αντίστοιχης ιστορικής περιόδου.
Δίπλα, στο περιθώριο κάθε σελίδας, λεπτομέρειες από κεραμική, ξυλογλυπτική, ακόμη και σχέδια – σπαράγματα παλαιών κεντημάτων. Δεν ξέρω αλήθεια αν χρειάζεται να προσθέσω πως δεκαετίες των ’60-’70 η έρευνα δεν γινόταν στην οθόνη του υπολογιστή αλλά απαιτούσε ποδαρόδρομο, χέρια υπομονετικά να ψάχνουν σκονισμένα αρχεία και βιβλία, μάτια και αυτιά να συναντούν τους τελευταίους κληρονόμους αυτού του αρχιτεκτονικού πλούτου. Αλλωστε στη μικρή μας πόλη ήταν γνωστή η φιγούρα αυτής της δυναμικής Σφακιανής με τα γαλάζια μάτια που περπατούσε σαν σίφουνας, της αρχιτεκτόνισσας Αιμιλίας Κλάδου-Μπλέτσα. Αναρωτιέμαι αν η πόλη τής έχει πει το οφειλόμενο ευχαριστώ.
