ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αικατερίνη Α. Παπανικολάου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«…η έγνοια μου δεν ήταν… να βρω και να κλειδώσω έναν τόπο, να τον λέω δικό μου και να τον ορίζω. Ηθελα έναν τόπο να τον πω πατρίδα. Και να μ’ ακούσει», λέει σε μια αποστροφή του πυρετικού λόγου του ο Γ. Καραϊσκάκης απευθυνόμενος στον γραμματέα του Δ. Αινιάν. Τον διάλογό τους αναπαριστά θεατρικά ο Π. Μπουκάλας, σ’ αυτό που ο ίδιος ο συγγραφέας προσδιορίζει ως «αυτοβιογραφική εικασία» του Γ. Καραϊσκάκη, υπό τον τίτλο «Το μάγουλο της Παναγίας».

Η αφορμή, η έμπνευση –όχι, πάντως, απαραίτητα και ο αποκλειστικός προορισμός– τούτης της σκηνικής αφήγησης συμπίπτει με την επετειακή διακοσιετηρίδα της ελληνικής επανάστασης του 1821. Το μάγουλο της Παναγίας ωστόσο –όπως άλλωστε συμβαίνει γενικότερα με τα κείμενα του Π. Μπουκάλα– υπερβαίνει τη συγκυρία. Οι ιστορίες που αφηγείται ο Π. Μπουκάλας αντιστέκονται στη γραμμική πρόσληψη κατορθώνοντας τελικά να εκταθούν μέχρι τον ενεστώτα χρόνο και να επιβάλουν τη μετωνυμική τους δυναμική στον ευρύτερο ιστορικό χρόνο.

Υπήρξε πολυκύμαντη προσωπικότητα ο Γ. Καραϊσκάκης, τόσο κατά τις ιστορικές μαρτυρίες, όσο και κατά τα θρυλούμενα της προφορικής παράδοσης. Οχι καρτεσιανός, ούτε δογματικός. Παράφορος κατά τα φαινόμενα, ευάλωτος, φορέας ασθενούς κράσης και φλογερής ψυχής, «έζησε κλέβοντας… τη ζωή του από τον Χάρο κι από την αρρώστια [του], από νωρίς ξεγραμμένος».

«Δεν είναι οι άνθρωποι μόνο σκοτάδι – μόνο φως» διαπιστώνει αποφθεγματικά ο Καραϊσκάκης στην κατά Μπουκάλα αφήγηση. Και είναι ακριβώς αυτό το είδος, στο οποίο ταξινομείται ο βίος και η πολιτεία του ιδίου. Αντιηρωική μάλλον μορφή, ο νόθος γιος της καλογριάς, κατηγορήθηκε για προδοσία και συγκρούστηκε για να ανασκευάσει τις κατηγορίες. Στρατηγικά υψιπέτης, ανεξάντλητα επινοητικός, διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα της ανεξαρτησίας και μάλιστα στη διάρκεια μιας εσωστρεφούς περιόδου, όπου η αυτοαναφορικότητα και oι έριδες των οπλαρχηγών έθεσαν σε διακινδύνευση το απελευθερωτικό εγχείρημα.

Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της προσωπογραφίας που μας παραδίδει ο Π. Μπουκάλας συνίσταται κυρίως στη σύνθεση των αντιφάσεων που ενυπάρχουν στη σκέψη και στη δράση του ιστορούμενου. Χοϊκός, με ελευθεριάζουσα έκφραση και καλός αγωγός των πολύπλοκων δεδομένων του χειραφετητικού τολμήματος, υπήρξε μεν οραματικός, πλην επαρκώς γειωμένος και ενσύνειδος των ιδιόρρυθμων τοπικισμών. Αυτόν τον κατά Μπουκάλα «ποικίλο Ελληνα» και «γνησιώτερον, ούτως ειπείν», κατά Κ. Παπαρρηγόπουλο, «προϊόν της Ελληνικής Επαναστάσεως» «τον έκανε επαναστάτη η ίδια η Επανάσταση, με τις τεράστιες ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις που απελευθέρωσε», λέει ο συγγραφέας.

Ο Π. Μπουκάλας μοιάζει να αντιλαμβάνεται τον πατριωτισμό ως έννοια δυναμική και αεί εξελισσόμενη, όχι δηλαδή ως προνόμιο ή μονοπώλιο της Ιστορίας. Με άλλα λόγια, οι ήρωες δεν αποτελούν πεπερασμένο δημιούργημα των σχολικών εγχειριδίων ή παρακαταθήκη μόνο για την ιστορική μνήμη. Ηρωες παράγει πάντα η συγκυρία, η κάθε συγκυρία με τα ιδιοσυστασιακά της χαρακτηριστικά, η πυκνή πραγματικότητα του τρέχοντος χρόνου. Και το υλικό από το οποίο συγκροτούνται οι ηρωικές προσωπικότητες συναρτάται ευθέως με τα προτάγματα των καιρών και τις βαθύτερες ανάγκες των εμπερίστατων ιστορικών υποκειμένων – όποια κι αν είναι αυτά: καταπιεσμένοι και ανελεύθεροι στον τόπο τους τότε, πρόσφυγες που εκδιώχθηκαν από τα πατρώα και διακινδυνεύουν αναζητώντας ασφάλεια σε άλλες χώρες σήμερα ή όποια άλλη μορφή δουλικής επιβίωσης υπολειπόμενη της ανθρώπινης αξίας αγωνίζονται να αποτινάξουν οι καταφρονημένοι απανταχού της Γης.

Ηρωας δεν είναι ο άσφαλτος

Κι όμως, η αληθινά ηρωική διάσταση της προσωπικότητας του Καραϊσκάκη, όπως αυτή αποδίδεται από τον Π. Μπουκάλα, δεν αποκαλύπτεται στα πολεμικά ανδραγαθήματά του. Είναι, κυρίως, η αυτοκριτική του εντιμότητα, η συντριπτική αναδοχή της ευθύνης και του λάθους. Η αδυναμία του να εγγυηθεί τελικώς την ασφαλή έξοδο των Αρβανιτών αιχμαλώτων από το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, τον Απρίλιο του 1827, παρά τις σχετικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει, τον οδηγεί σε κατάρρευση. Είναι απαρηγόρητος, όταν αναφωνεί: «Δε θέλω πια να κυβερνάω ένα τέτοιο άπιστο ασκέρι». Δεν χωρούν δικαιολογίες, ούτε μετακύλιση ευθυνών: «αν είναι να το φκιάξουμ’ έτσι το Ρωμαίικο, μη σώσει και το φκιάξουμε».

Μεταξύ άλλων, οφείλουμε στον Π. Μπουκάλα ειδικά αυτές τις σελίδες όπου η ανάγνωση του εθνικού αφηγήματος εμφανίζεται απαλλαγμένη από συμβατικές εξιδανικεύσεις. Η απομάγευση των ιστορικών πρωταγωνιστών δεν αναιρεί τη συνεισφορά τους στο σύνολο εγχείρημα, ούτε τους αποκαθηλώνει από το αγιολόγιο των γενναίων. Τουναντίον, συμβάλλει στη συμφιλίωση ημών των επιγόνων με τη διαχρονικά φθαρτή και ευάλωτη ανθρώπινη φύση, η οποία ωστόσο δεν παύει να είναι άξια του θαύματος. Ηρωας δεν είναι ο άσφαλτος, ο αναμάρτητος, ούτε ο αμέτοχος των ανθρώπινων παθών. Ηρωική είναι μάλλον η επιμονή εκείνων που αντέχουν να δίνουν κόντρα μάχες ανθιστάμενοι στην κόπωση και στη ματαίωση. Εκείνοι, δηλαδή, που συντηρούν ενεργό το αγαθό κίνητρο, χωρίς να αποθαρρύνονται όταν πρέπει να αναγνωρίσουν το λάθος ή τη σημειακή αστοχία.

Ο ευαίσθητος Καραϊσκάκης του Μπουκάλα μετέχει στα μεγάλα επίδικα της εποχής του με ευρύχωρη καρδιά. Οσο, λοιπόν, κι αν τον βασάνιζαν οι λεκτικές του διολισθήσεις ενώπιον της αγίας εικόνας, δύσκολα η αλάνθαστη ανθρωπογνωσία της αγαπημένης του Μαυρομάτας θα του χρέωνε αμαρτήματα για τις «λόγω» παρεκτροπές του. Κι ας ομολογούσε ο ίδιος την αδυναμία του: «πάντα μπροστά η γλώσσα μου και πίσω εγώ αγκομαχώντας». Μοιάζει παρ’ όλ’ αυτά οριστική η κατάταξή του στους δικαιωμένους της τελικής κρίσης· σ’ αυτούς δηλαδή που αγάπησαν πολύ, αγωνίστηκαν πολύ και μεταμελήθηκαν εκ καρδίας.

*Δικηγόρος, μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών