ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συγγραφείς όπως η Ελένη Σαραντίτη δε χρειάζεται να παρουσιάζονται εξαρχής κάθε φορά που η κριτική επιλέγει να ασχοληθεί με κάποιο από τα βιβλία τους. Πόσω μάλλον όταν, αφ’ ενός, πρόκειται για μία συγγραφέα που έχει εργαστεί στην «Ελευθεροτυπία» (στο ένθετο «Βιβλιοθήκη»), επί 27 χρόνια και, όταν, αφ’ ετέρου, το συγκεκριμένο βιβλίο της είχε τιμηθεί (στην πρώτη έκδοσή του) με τον Έπαινο της UNESCO, στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό του 1997, με θέμα την ανοχή και την κατανόηση ανάμεσα στους λαούς. Αντίστοιχα βιβλία, βέβαια, φέρουν μαζί τους ως ευχή και κατάρα τη διηνεκή επικαιρότητά τους, η οποία τα οδηγεί σε επανεκδόσεις/ επανεμφανίσεις σε έναν αδιάκοπα, δυστυχώς, ευρισκόμενο σε ανάγκη αναγνωστικό στίβο.

Μέσω μιας, πολύ συχνά, μακροπερίοδης, αλλά ιδιαιτέρως φροντισμένης και εύληπτης λογοτεχνικής γραφής, που διατηρεί σε χρήση έναν πλούτο λέξεων και άρα εννοιολογικών αποχρώσεων, ενώ, ταυτόχρονα, παραμένει δραματικά ζωντανή και οικεία, η Ελένη Σαραντίτη αποδίδει στο χαρτί τον ψυχικό και πνευματικό κόσμο της ηρωίδας της Ευρυδίκης και του ανθρώπινου περιβάλλοντός της με ενάργεια, ακρίβεια και ανεπιτήδευτη ευαισθησία.

Από τη Λακωνία του Εμφυλίου πολέμου στην Αλβανία, μετά στην Ουγγαρία και από εκεί στην Τασκένδη (όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες), η οικογένεια της ηρωίδας επαναπατρίζεται, τελικά, στο πλαίσιο της μαζικής παλιννόστησης που ακολούθησε την πτώση του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, με γλυκές ελπίδες και μεγάλες προσδοκίες, απατηλά, ωστόσο, δημιουργημένες επί τη βάσει πρόχειρων σχεδίων και κούφιων κυβερνητικών υποσχέσεων. Εγκαθίστανται (προσωρινά, όπως αποδεικνύεται) στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας και ζουν (οι δυο γονείς, η γιαγιά και τα τρία παιδιά) σε μια αποθήκη καταμεσής στα μπαμπακοχώραφα του κάμπου των Τρικάλων, παραχωρημένη από τα αφεντικά του πατέρα της οικογένειας· ένας ακόμη πτυχιούχος (και μάλιστα πανεπιστημιακός καθηγητής ραδιοηλεκτρολογίας) που εξαναγκάστηκε από τον σκληρό «κυνηγό», το αδήριτο «προς το ζην» των οικογενειακών ευθυνών (αυτή είναι μία πρόσθετη δυνητική ερμηνεία του μυθιστορηματικού τίτλου, ο οποίος, βέβαια, αποτελεί μέρος των στίχων του Γιώργου Σεφέρη από «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα» (πρώτη ενότητα της «Κίχλης»): «κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά/ κάποτε δεν τα βρίσκει […]» – μικρά αποσπάσματα από την εν λόγω ποιητική ενότητα έχουν τεθεί από τη συγγραφέα ως μότο, ενώ ο πρώτος στίχος, ημιτελής, βρίσκεται στον τίτλο του παρόντος άρθρου), να εγκαταλείψει όσα όνειρα είχε κάνει και όσους κόπους είχε αφιερώσει στην επαγγελματική του σταδιοδρομία.

Ο κεντρικός μυθιστορηματικός άξονας είναι, πάντως, η Ευρυδίκη και η εφηβική ερωτική ιστορία που αυτή βιώνει, γύρω από την οποία δομείται μια επιτυχής αναπαραγωγή των επαναλαμβανόμενων ανέκαθεν, σε πλείστες παραλλαγές, κοινωνικών αντιξοοτήτων που στέκουν εμπόδιο στην εκδήλωση ενός ειδυλλίου· κατάσταση η οποία, όμως, όπως κάθε κλισέ, αφορμάται από μία, ενίοτε πολύ σκληρότερη, συνθήκη της πραγματικής ζωής. Ορθά διαπιστώνει η Ευρυδίκη, γράφοντας νοερά μια επιστολή στη φίλη της Ρεγγίνα στην Τασκένδη: «[…] ο Μεσαίωνας δεν είναι μόνο μια μεγάλη σκοτεινή περίοδος της Ιστορίας, είναι και νοοτροπία, είναι και πεποιθήσεις, είναι και τρόπος σκέψης και τρόπος ζωής, που σίγουρα υπάρχει και στις μέρες μας. Και μάλιστα δεν κρύβεται. Ορισμένες φορές προκαλεί. Για να επιβάλλεται. Και να διαιωνίζεται έτσι…».

Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη στο ανά χείρας βιβλίο είναι η έμμεση (αλλά όχι γι’ αυτό και λιγότερο ουσιαστική) προσφορά ποικίλων και σημαντικών γνώσεων, οι οποίες αναδύονται είτε από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση είτε από τη ρύμη του λόγου των ηρωίδων και ηρώων. Με αυτόν τον έντεχνο αφηγηματικό τρόπο, η πεπειραμένη και ταλαντούχα συγγραφέας και κριτικός διοχετεύει ενδιαφέροντα όσο και ετερόκλητα στοιχεία για (επί παραδείγματι): την ηρωίδα του μυθιστορήματος του Ναθάνιελ Χόθορν «Το άλικο γράμμα» / τα ονομαστά χαλιά τοίχου του Ουζμπεκιστάν, όπως και τα ξακουστά κουτάκια Πάλεχ, λεπτοδουλεμένα έργα τέχνης με παραστάσεις από τη ζωή και τους μύθους / τον ποταμό Ληθαίο των Τρικάλων και, βέβαια, την ίδια την ονομαστή Τρίκκη της αρχαιότητας / την ταινία «Το θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αϊζενστάιν/ τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον έναν εκ των τριών ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας (το Μουσείο της βρίσκεται στην Οδησσό – Βρίσκεται;;), ο οποίος ψωμοζούσε τα τελευταία χρόνια πριν τον άδοξο θάνατό του/ το στρατηγείο των αντιστασιακών οργανώσεων κατά της γερμανικής Κατοχής, που είχε την έδρα του στο Περτούλι του Κόζιακα/ την ταινία «Το δέντρο με τα τσόκαρα» του Ερμάνο Όλμι. Ένα πρόσθετο θετικό στοιχείο για το ανά χείρας βιβλίο είναι η ενσωμάτωση ρωσικών φράσεων (με ελληνικούς χαρακτήρες και μετάφραση, τις περισσότερες φορές) στην αφήγηση ή στους διαλόγους, κάτι που ισχυροποιεί την πειστικότητα του λογοτεχνικού κειμένου, ενώ, ταυτόχρονα, πλαταίνει τους ορίζοντές του.

Όσο για το κεφάλαιο που εστιάζει στην ιστορία του συνταξιούχου σιδηροδρομικού, τον οποίο είχε εγκαταλείψει η πιανίστρια κόρη του και ζούσε μόνος στην Τασκένδη, θα μπορούσε να λειτουργεί και ως συμπύκνωση ενός συγγραφικού μηνύματος/ σχολίου: χωρίς αγάπη, του ανθρώπου στον άνθρωπο, ούτε πατρίδα υπάρχει. Η Ευρυδίκη έχει ήδη προλάβει νωρίτερα να εξηγήσει γιατί η Τασκένδη των πρώτων ήχων, των πρώτων βλεμμάτων, των πρώτων βημάτων της, των πρώτων συλλαβισμών, των πρώτων παιχνιδιών, των πρώτων βιβλίων, των πρώτων φίλων θα είναι πάντα η πατρίδα της καρδιάς της. Η Ελλάδα τα παιδιά της τα πρόδωσε, τα οδήγησε στην ξενιτιά, όπως έγινε και με τον σκληρό πατέρα και την κόρη του, η οποία πρόκοψε πολύ στα ξένα, έγινε διάσημη. Το παιδί θα βρει τον δρόμο του αν όχι στη γενέτειρα τότε κάπου αλλού· ο (κακός) γονιός, όμως, θα μαραζώσει.


Ελένη Σαραντίτη

Κάποτε ο κυνηγός…

εκδόσεις Πατάκη, 2022