ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ή το καλάθι του σουπερμάρκετ φάρδυνε και μεγάλωσε ή οι Ελληνες αγοράζουν όλο και λιγότερα τρόφιμα με τα ίδια λεφτά. Βλέπεις ανθρώπους να στέκονται στην ουρά μ’ ένα πακέτο ψωμί, δύο μπίρες, ένα γάλα και μια συσκευασία φτηνού τυριού και πάριζας σε φέτες για τοστ, και είσαι θανάσιμα σίγουρος πως μ’ αυτά τα ολίγα η βλοσυρή κοπέλα ή ο συννεφιασμένος τύπος θα τη βγάλουν για μέρες – για μέρες!

Με τον πληθωρισμό να φτερουγίζει στο 10,2% τον Απρίλιο, με τον μισθό να εξατμίζεται ως διά μαγείας από τα μέσα του μήνα, μ’ όλο και περισσότερους συμπολίτες μας να πεινούν, το μόνο που μας μένει, εκτός δηλαδή από το να πάρουμε τα βουνά, είναι η σπουδή των λέξεων – τα νοήματα που περικλείουν αυτές, όπως τα τσόφλια την καρυδόψιχα, δεν θα γεμίσουν το στομάχι, αλλά θα θρέψουν το μυαλό.

Λοιπόν, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, η πείνα και η πενία είναι αδελφές λέξεις. Η πείνα, δηλαδή, πρώτον, το αίσθημα που προκαλείται σε έναν ζωντανό οργανισμό από την έλλειψη τροφής, δεύτερον, η γενική και διαρκής έλλειψη τροφίμων και το σύνολο των δυσχερειών που αυτή προκαλεί (όπως η πείνα στην Κατοχή), και τρίτον, το έντονο αίσθημα στέρησης και η σφοδρή επιθυμία για κάτι (για έρωτα, ας πούμε, ή για δικαιοσύνη), είναι μια αρχαιότατη λέξη. Η ετυμολογία της είναι αβέβαιη, αλλά το Λεξικό λέει πως ίσως προέρχεται από το πεν-jα, που εμφανίζει το θέμα του ρήματος «πένομαι». Ομόρριζα του «πένομαι» είναι ο «πένης», ο «πενιχρός» και, βέβαια, ο «πόνος»…

«Πένομαι», στα αρχαία, σήμαινε «μοχθώ, κοπιάζω». Ομως, η αρχική του σημασία, δηλαδή «μοχθώ για να εξασφαλίσω τα προς το ζην», περιορίστηκε στη σημερινή: «στερούμαι των αναγκαίων, είμαι πένης». Τώρα, το πώς από τη σκληρή δουλειά φτάσαμε στο ότι δεν έχω να φάω, όσο και να δουλέψω, νομίζω πως κάτι είπε επ’ αυτού ο Μαρξ, αλλά δεν θα επεκταθούμε τώρα, για να μη χαλάσουμε το αφήγημα της κυβέρνησής μας, που λέει πως είμαστε φτωχοί επειδή δεν συντάσσουμε ελκυστικά βιογραφικά…

Τέλος πάντων, η πενία, λέει το Λεξικό, είναι η στέρηση των αναγκαίων, η ανεπάρκεια και των στοιχειωδέστερων πόρων για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ομως, όσο εφευρετικοί και να γίνουμε, όσα τεχνάσματα κι αν επινοούμε για να υπερκεράσουμε τις δυσκολίες και τις στερήσεις, όσες τέχνες κι αν κατεργάζεται η πενία δηλαδή, πλέον είναι δύσκολο να μην κατρακυλήσουμε στην ένδεια.

«Ενδεια» είναι η παντελής έλλειψη πόρων για να ζήσει κάποιος. Ο φτωχός, αυτός που πένεται, ναι μεν στερείται τα αναγκαία, αλλά διατηρεί την αξιοπρέπειά του με νύχια και με δόντια, όπως ο τύπος ή η κοπελιά στο σουπερμάρκετ που λέγαμε, που υποσιτίζονται για να πληρώσουν το νοίκι και τη ΔΕΗ. Ομως ο ενδεής, ο άπορος, βρίσκεται μόλις ένα βήμα μακριά από τον επαίτη, σε μια θέση όπου λείπει η ειδοποιός διαφορά: η αξιοπρέπεια.

Βέβαια, όταν αναγκάζεσαι να σταθείς στη γωνιά του δρόμου με ένα χαρτόνι που λέει μία και μόνο τρομερή λέξη, «ΠΕΙΝΑΩ», όταν τη στήνεις έξω από το σουπερμάρκετ και παρακαλάς για ένα γάλα για το παιδί, τότε η αξιοπρέπεια έρχεται σε δεύτερη μοίρα: η πείνα και η πενία σου, οι δίδυμες τρομερές αδελφές, κάνουν τώρα κουμάντο στη ζωή σου.


? Πενία:

«Πενία στάσιν εμποιεί και κακουργίαν»

«Κρείσσων πενία άφοβος ή πλούτος μετά αναγκών και επηρειών»

«Πενία τέχνας κατεργάζεται»

«Η πενία πολλών εστιν ενδεής, η δ’ απληστία πάντων»