Ο Λαοκράτης Βάσσης επιλέγει να αναπτύξει τους συλλογισμούς του στήνοντας μια «ανοιχτή συζήτηση» πλατωνικού χαρακτήρα. Δεν είναι μόνο η βαθιά επίδραση που άσκησαν οι κλασικοί συγγραφείς στη σκέψη και την όλη συγκρότηση όσων, όπως ο συγγραφέας, είχαν τη χαρά και την τιμή να ανιχνεύσουν και να διδάξουν τα κείμενά τους. Είναι, θαρρώ, πιο πολύ η σημειολογία των καιρών μας: η αμείλικτη αναγκαιότητα του διαλόγου, της συντροφιάς και της συνομιλίας, η σύνθεση και η ανασύνθεση του πρόσφατου παρελθόντος μέσα από τη διαλογική και διαλεκτική διαδικασία. Και ανοιχτή γιατί, όπως σημειώνει ο ίδιος, οι παρεμβάσεις των ομιλητών ανοίγουν πολύ περισσότερα θέματα απ’ αυτά που κλείνουν.
Ο Λαοκράτης Βάσσης ανοίγει με την ειλικρίνεια της επιστημονικής σκέψης και του καθαρού λογισμού την πόρτα της πρόσφατης ιστορίας και θέτει επί τάπητος το καυτό πρόβλημα του Εμφυλίου Πολέμου στη χώρα μας. Πρόθεσή του δεν είναι να περιγράψει τα αίτια, τις αφορμές και τις επιμέρους πλευρές του· πρόθεσή του είναι να αναπτύξει τον φιλοσοφικό στοχασμό του πάνω στο μετά. Και όχι τόσο στο τι ακολούθησε όσο στο γιατί και πώς οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν, εβδομήντα χρόνια από τη λήξη του, να βρουν έναν τρόπο κι έναν δρόμο να συμφιλιωθούν και να συνυπάρξουν ειρηνικά κάτω από τον ουρανό της ίδιας γλώσσας, της ίδιας παράδοσης και του ίδιου πολιτισμού.
Ο συγγραφέας, ωστόσο, γνωρίζει εκ των προτέρων πως στα δραματικά και τραγικά ερωτήματα που ορθώνονται μέσα από τη συζήτηση δεν υπάρχουν σταθερές και οριστικές απαντήσεις. Η πόρτα δύσκολα κλείνει. Γενικώς «δεν υπάρχουν… άβατα στην ιστορία μας», σημειώνει. «Τα πάντα ερευνώνται, θεωρούνται και αναθεωρούνται επί τη βάσει νέων ιστορικών δεδομένων και με αυστηρή, πάντοτε, τήρηση της δεοντολογίας της επιστήμης της ιστορίας». Ζητούμενό του είναι η καταπολέμηση του «διχονοείν» και «συνέχθειν», που φέρνουν πόλεμο και καταστροφή, και η καλλιέργεια του «ομονοείν» και «συμφιλείν», που φέρνουν ειρήνη, αδελφοσύνη και αρμονική συνύπαρξη.
Ο Εμφύλιος παραμένει ανοιχτή πληγή. Μια σκιά κι ένα φόβητρο που ανασύρονται εντέχνως από τις δυνάμεις του κατεστημένου και εμφανίζονται προ των πυλών μας, για να διατηρείται έτσι η γνωστή ισορροπία του τρόμου. Εχει μια ιδιαίτερη αξία η γνώμη του συγγραφέα πως στον Γράμμο τελείωσε απλά το φονικό του Εμφυλίου. Αλλά το πνεύμα της διαίρεσης, των διώξεων και του εκφοβισμού, της προ-εκκαθάρισης του «μέλλοντος» με την πάσης φύσεως καπηλεία, διαπέρασε και διαπότισε όλο το σώμα της νικήτριας όχθης, που έγινε το μετεμφυλιακό και διχαστικό κράτος, με αποκορύφωμα την επιβολή της εφτάχρονης δικτατορίας.
Ο συγγραφέας αποκαλύπτει μια παράδοξη αλήθεια μιλώντας για την «ήττα των νικητών και τη νίκη των ηττημένων»: η «ήττα» των νικητών σημειώνεται στο πεδίο της ηθικής και των αξιών. Και στο πεδίο της πολιτικής, θα πρόσθετα εγώ. Γιατί το άλλο παράδοξο είναι που, εννιά χρόνια μετά την ήττα της Αριστεράς, η ΕΔΑ αναδεικνύεται στις εκλογές της 11ης Μαΐου του 1958 δεύτερο κόμμα με ποσοστό 24,4%. Με άλλα λόγια, ένας στους τέσσερις Έλληνες ψήφισε αριστερό κόμμα, το κόμμα των ηττημένων, μέσα σε ένα καθεστώς ασυδοσίας, τρομοκρατίας, διώξεων, εκτοπίσεων και εκτελέσεων.
Ο Λαοκράτης Βάσσης ανήκει στους στοχαστές που έχουν συνάψει μια ερωτική σχέση με τον τόπο και την πατρίδα και, γι’ αυτό, πονούν βαθιά τον λαό και την ιστορία του. Τα γραπτά του δεν είναι μόνο απόσταγμα διαλεκτικής ανάλυσης. Είναι απόσταγμα πόνου. Και στην κορυφή αυτού του πόνου βρίσκεται ο πόθος της εθνικής συμφιλίωσης και συνοχής. Όχι της ταύτισης και της ομοφωνίας. Της συνύπαρξης με σεβασμό στη διαφορετικότητα και με τη μεγαλοσύνη να κρατήσεις στην αγκαλιά σου και τον στρατιώτη και τον αντάρτη, «για να βρουν στις καρδιές μας κοινό μνήμα και οι Ετεοκλήδες και οι Πολυνείκηδες της εθνοκτονίας του Γράμμου».
Η συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Όπως και το θέμα του Εμφυλίου και, ιδίως, του μετεμφυλιακού Εμφυλίου, όπως ορίζει ο συγγραφέας τη νέα εποχή των δεκαετιών που ακολούθησαν. Γιατί, χωρίς ουσιαστικά να υφίσταται «πραγματικός κομουνιστικός κίνδυνος», τα απόνερά του πλημμύρισαν και έπνιξαν κάθε αγαθή πρόθεση για μετάβαση σε έναν ομαλό εθνικό βίο. Και τούτο δεν ήταν ένα σύμπτωμα ή ένα απότοκο των τραγικών γεγονότων. Ήταν, αντίθετα, μια συνειδητή πολιτική επιλογή του μετεμφυλιακού κράτους, το οποίο «ήξερε καλά πως, ως εθνική κηλίδα, με το ταγματασφαλίτικο, μαυραγορίτικο και δωσιλογικό παρελθόν του, δεν θα είχε θέση σε μια Ελλάδα ακόμα και στοιχειώδους δημοκρατικής κανονικότητας. Όπως αυτή θα προέκυπτε, αν έκλειναν οι πληγές του Εμφυλίου», όπως γράφει ο συγγραφέας.
* Φιλόλογος-συγγραφέας
