Μετά τη ρωσική επίθεση εναντίον της Ουκρανίας, η Δύση, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Eνωση, ανακοίνωσαν την πρώτη δέσμη κυρώσεων εναντίον της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Αυτές οι κυρώσεις στρέφονται κατά προσώπων, όπως το πάγωμα των καταθέσεων Ρώσων ολιγαρχών σε ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά και κατά του ρωσικού κράτους: κυρώσεις οικονομικές, χρηματοπιστωτικές, ταξιδιωτικές, αλλά και συμβολικές, όπως η ματαίωση της διεξαγωγής του τελικού του Champions League σε ρωσικό έδαφος.
«Κύρωση» είναι η πιστοποίηση της εγκυρότητας εγγράφου ή κειμένου από επίσημο φορέα: παράδειγμα, «Η Βουλή προχώρησε στην κύρωση της σύμβασης». Η λέξη παράγεται από το αρχαίο ρήμα «κυρώ», από το ουσιαστικό «κύρος», που σημαίνει την αναγνωρισμένη αξία, το γόητρο, τη βαρύτητα που οφείλεται στην προσωπική αξία, ενώ στη νομική επιστήμη το κύρος είναι η ισχύς, η εγκυρότητα. Στον πληθυντικό, όμως, «κυρώσεις», είναι η ποινή που προβλέπεται για συgκεκριμένο αδίκημα ή παράπτωμα.
Είναι επίσης, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, κάθε μέσο καταναγκασμού (στρατιωτικού, οικονομικού ή πολιτικού χαρακτήρα) το οποίο επιβάλλεται από τη διεθνή κοινότητα σε κρατικό οργανισμό, όταν διαπιστώνεται παράβαση των διεθνών και νομίμων συνθηκών. Η λέξη, στη νομική επιστήμη, αποδίδει τον γαλλικό όρο sanction.
Βέβαια, όλα αυτά ισχύουν στο ακριβές, δίκαιο και ιδανικό σύμπαν των λεξικών – στον αληθινό κόσμο, οι κυρώσεις επιβάλλονται πάντα από τον ισχυρότερο προς τον ασθενέστερο. Oσο για τη διεθνή κοινότητα, αυτή συνηθέστατα αποτελεί τον θεσμικό φερετζέ που καλύπτει τα ανομήματα της υπερδύναμης που κάνει κουμάντο παγκοσμίως.
Για τα οποία, φυσικά, όσο ουρανομήκη και κραυγαλέα κι αν είναι, κυρώσεις δεν υπάρχουν – ποιος έχει την ισχύ να τις επιβάλει; Μήπως επιβλήθηκαν κυρώσεις όταν το ΝΑΤΟ βομβάρδισε τη Γιουγκοσλαβία, ή όταν οι ΗΠΑ αναγνώρισαν το Κόσοβο; Η τιμωρία λοιπόν επιβάλλεται πάντα από πάνω προς τα κάτω. Το λεξικό λέει πως η έννοια του κύρους έδωσε στην Αρχαία Ελληνική, εκτός από την κύρωση και τις κυρώσεις, τις λέξεις «κύριος» και «κυρία», που σχετίζονται με το σανσκριτικό «sura», δηλαδή «δυνατός, ήρωας».
«Κύριος», ως προσφώνηση, είναι κάθε άνδρας, κάθε ενήλικο πρόσωπο αρσενικού γένους. Ουσιαστικά, κύριος είναι αυτός που κατέχει τη σημαντικότερη θέση, είναι ο δάσκαλος ή ο καθηγητής, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, αυτός που διαθέτει εντιμότητα και ακεραιότητα, ο αξιοπρεπής, ο ευυπόληπτος, ο σοβαρός. Κύριος είναι αυτός που έχει τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ο κεφαλαιώδης, ο πρωτεύων, συνεπώς είναι αυτός που καθορίζει το καλό και το κακό, τον αθώο και τον ένοχο, αυτός που θεσπίζει νόμους και τους εφαρμόζει, επιβάλλοντας κυρώσεις, τιμωρίες σε αυτούς που τους παραβαίνουν.
Κύριος είναι εντέλει ο σύζυγος και ο Θεός, για όποιον ή όποια έχει την παραμικρή αμφιβολία για την εξουσιαστική και πατριαρχική ιδεολογία που φέρουν και αναπαράγουν οι λέξεις. Παράδειγμα, ο κύριος του σπιτιού είναι ο οικοδεσπότης, από το οίκος+δεσπότης, που παράγεται από το «δεμ-σ-πότης», όπου «δεμ» = «δόμος, σπίτι» και «πότης» = «κύριος». Αντίστοιχα, η «οικοδέσποινα», η κυρία του σπιτιού, προκύπτει από το «δεμ+σ+πότνια». Η ετυμολογία των αντίστοιχων λέξεων στην Αγγλική έχει ενδιαφέρον: ο «lord», ο κύριος, προέρχεται από τις λέξεις «loaf» και «ward», δηλαδή «ο φύλακας του ψωμιού», ενώ η «lady», η κυρία, από τα «loaf» και «dige», «αυτή που ζυμώνει τα καρβέλια»…
Σ’ έναν ιδανικό κόσμο, ακόμα και οι κύριοι, οι ισχυροί, θα υφίσταντο κυρώσεις, εάν έβαζαν χέρι στα κοινά αγαθά, στον δημόσιο πλούτο, στα καρβέλια που άλλες και άλλοι ίδρωσαν να τα πλάσουν για να φάνε όλοι, και όχι οι λίγοι….
? Κύρωση
κύρωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύρωσις < κυρόω / κυρῶ < κῦρος
σημασία: «τιμωρία, ποινή» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sanction [1]
κύρωση θηλυκό
1. η ενέργεια του κυρώνω, η επικύρωση
2. τιμωρία ή μέτρα εναντίον κάποιου λόγω της παράβασης ενός κανονισμού, των όρων μιας συμφωνίας, μιας διεθνούς συνθήκης κ.λπ.
