Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο τραγούδια. Σαράντα τρία χρόνια απόσταση μεταξύ τους. Και στα δύο αυτοβιογραφικά στοιχεία των δημιουργών. Και τα δύο με σημείο αναφοράς τη Θεσσαλονίκη. Αλλά από τη μια Θεσσαλονίκη στην άλλη, αυτά τα 43 χρόνια σύγχρονης ιστορίας δεν είναι υπέρ μας. Και σίγουρα όσα περιγράφει το τωρινό τραγούδι δεν δικαιώνουν την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον που είχε η γενιά του δημιουργού του πρώτου τραγουδιού.

Γράφοντας τη δική του «Θεσσαλονίκη», που μόλις κυκλοφόρησε ως single, με την ασθμαίνουσα αφηγηματικότητα ενός λαϊκού χιπ-χοπ ο τραγουδοποιός, κιθαρίστας, μέλος κάποτε της «Λοξής Φάλαγγας» του Νίκου Παπάζογλου, σταθερά της μπάντας του Θανάση Παπακωνσταντίνου κι ακόμα καθηγητής λαϊκής κιθάρας, λαούτου και μουσικών συνόλων στη Σχολή Μουσικής Τεχνολογίας – Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου, Δημήτρης Μυστακίδης, δεν είχε βέβαια στο μυαλό του τον Διονύση Σαββόπουλο.

Ο ακροατής όμως που παρακολουθεί στενότερα το ελληνικό τραγούδι νομίζω ότι δεν θα αποφύγει να ανακαλέσει και το «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη» του Σαββόπουλου. Πικρά. Γιατί αν σ’ αυτό ο χρόνος παραπέμπει στον Εμφύλιο, μέσα στη δίνη του οποίου γεννήθηκε ο δημιουργός του, το τραγούδι του Μυστακίδη παραπέμπει στο τώρα και όσα αφηγείται είναι πολύ πιο πικρά κι ανησυχητικά ακόμα και απ’ ό,τι προέβλεπε το «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»:

«Ελλάδα, γλώσσα τυφλή στη γεωγραφία / Ελλάδα, οικόπεδο και αποικία».

«Το ποτήρι ξεχείλισε»

Λακωνικός ο δημιουργός της «Θεσσαλονίκης» απάντησε σε ορισμένες ερωτήσεις, επισήμανε όμως πως προτιμά να ακούσει καθένας το τραγούδι του και να βγάλει τα συμπεράσματά του.

● Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα τραγούδι που φέρνει τη Θεσσαλονίκη προ των ευθυνών της;

Αυτή είναι μια κουβέντα που γίνεται εδώ και χρόνια μεταξύ μας. Μέχρι κάποια στιγμή εγώ διαφωνούσα.

Αλλά τα τελευταία γεγονότα ξεχείλισαν το ποτήρι. Η ίδια ιστορία συνεχίζεται και δεν διορθώνεται. Γι’ αυτό έγραψα αυτό το τραγούδι, πολύ άμεσα, σχεδόν αυτόματα. Κάτι ανάλογο έκανα και με το «Μίλα»: «Μίλα/μην κάνεις πως δεν βλέπεις/θα τρέχεις να κρυφτείς κι εσύ απ’ το θεριό που τρέφεις». Εγώ απλά μέσα από τη δική μου ιστορία προσπαθώ να ανιχνεύσω τους λόγους που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.

● Εχετε καταλήξει κάπου;

Δεν θέλω να πω, γιατί αν το κάνω θα μιλήσω ακόμα πιο σκληρά κι από όσα είπα στους στίχους. Δεν είναι απλό.

● Η «Θεσσαλονίκη» είναι ένα λαϊκό χιπ χοπ.

Προφανώς, γιατί αυτή η μουσική «σχολή» έχει τη δύναμη της διαμαρτυρίας. Δεν το έκανα επίτηδες για να πιάσω τους νέους – το ξεκαθαρίζω γιατί το είπαν ήδη κι αυτό.

● Το χιπ χοπ είναι και το νέο κοινωνικο-πολιτικό τραγούδι;

Με τέτοια ακροαματικότητα που έχει το χιπ χοπ είναι λαϊκή μουσική. Πάντως με τίποτα δεν θεωρώ ότι εγώ κάνω χιπ χοπ.

● Κατά τα άλλα σκέφτεστε τις αρνητικές αντιδράσεις;

Ε, καλά, ό,τι και να κάνεις πάντα αντιδράσεις θα έχεις. Απ’ την άλλη υπήρξαν κι άνθρωποι που με πήραν και μου είπαν «μπράβο, επιτέλους».

Ερχόμενος από μια άλλη γενιά ο Μυστακίδης πιάνει κι αυτός το αυτοβιογραφικό του νήμα απ’ την αρχή, από τη γέννησή του: δεκαετία του ’70, Εύοσμος, εργατική οικογένεια, περίκλειστη γειτονιά, ρημάδια σχολεία, δρόμοι μέσα στις λάσπες. Κι ο περίγυρος καταπιεστικός: κουτσομπολιό, πατριαρχία, σεξισμός, κατηχητικό, έξωθεν πιέσεις, «τι θα πει ο κόσμος».

Η ευλογία για ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες κι αισθάνεται μοναξιά έρχεται με τη μουσική.

Και η αναφορά σ’ αυτήν και σ’ αυτό το μουσικό ταλέντο της Θεσσαλονίκης, όπως διαχέεται σε ρεμπετάδικα, ταβέρνες, καφενεία και εκπροσωπείται μεταξύ άλλων από τον Αγάθωνα, τον Χουλιαρά, τον Παπάζογλου, τις Τρύπες, είναι και το μόνο παρηγορητικό σημείο αυτής της αφήγησης που έτσι κι αλλιώς η πρόθεσή της είναι να τα πει όλα έξω απ’ τα δόντια.

Και τα λέει: μακεδονομάχοι, φασισμός, ο Ψωμιάδης ως νομάρχης, οι μεσαιωνικές απόψεις ορισμένων παπάδων, οι διώξεις των προσφυγόπουλων και τα πρόσφατα άγρια γεγονότα: «φασισταριά στα γήπεδα σκοτώνουν για την μπάλα/νταήδες πλουσιόπαιδα βιάζουνε για πλάκα/η πόλη ξεπουλήθηκε σε κάποιους νταβατζήδες/που τριγυρνούν σαν άρχοντες με φουσκωτούς γορίλες».

Στο τραγούδι του Δημήτρη Μυστακίδη δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει όμως το «δεν πάει άλλο και είναι η ώρα να κάνουμε την εθνική μας αυτοκριτική». Γιατί βέβαια αυτό το τραγούδι, αυτή η αφήγηση που χωρίς να το επιδιώκει αναγκαστικά γίνεται ένα κοινωνικο-πολιτικό μανιφέστο, δεν μπορεί να περικλείεται στα όρια της Βόρειας Ελλάδας μόνον.

Αφορά το πρόσωπο όλης της σύγχρονης Ελλάδας. Κι αν σ’ αυτήν την Ελλάδα, όσες φορές η τέχνη τόλμησε να μας φέρει αντιμέτωπους με την αντανάκλασή μας, εμείς αντιδράσαμε, αυτή τη φορά ίσως πρέπει να ξανακούσουμε πιο προσεκτικά τη «Θεσσαλονίκη» του Μυστακίδη.


«Θεσσαλονίκη, δυστυχώς δεν είσαι φτωχομάνα»

Γεννήθηκα στον Εύοσμο τον Μάρτη του εβδομήντα

Στη Σαλονίκη δυτικά το πρώτο φως μου είδα

Στη φάμπρικα ο γέρος μου, η μάνα μου στο σπίτι

Και η μόνη αγωνία τους να μη με πουν αλήτη

Ο κόσμος και η γειτονιά την είχανε στημένη

Στο πρώτο παραστράτημα την είχαμε βαμμένη

Πατριαρχία και σεξισμός ήτανε δεδομένα

Η Αγία Οικογένεια καλά τα είχε κρυμμένα

Ρημάδια τα σχολεία μας, οι δρόμοι μες στις λάσπες

Μα Κυριακές στην εκκλησιά μάς στέλναν οι μανάδες

Η χούντα είχε πέσει μα δεν ήξερα γι’ αυτό

Γι’ αυτά δεν μας μιλούσανε στο κατηχητικό

Το μόνο που μας ένοιαζε «το τι θα πει ο κόσμος»

Μη νοιάζεσαι κι ας καίγεται του δίπλα σου ο κώλος

Δεν μου έφτανε η αλάνα ούτε η μπάλα ή το κρυφτό

Πάντα κάτι μου έλειπε, δεν το ’νιωθα σωστό

Μα βρέθηκε ένας άγγελος μ’ ακούμπησε στον ώμο

Και μου ’δειξε της μουσικής το φωτεινό το δρόμο

Κι όλα πήραν νόημα, πραγματική ουσία

Δεν ένιωσα ποτέ ξανά ανθρώπων απουσία

Η πόλη γύρω έβραζε, παντού δημιουργία

γεμάτη ρεμπετάδικα, ταβέρνες, καφενεία

και εμείς με τα οργανάκια μας γουστάραμε τη φάση

κι όλη μέρα θέλαμε μονάχα να βραδιάσει

Ο Αγάθωνας ρεμπέτικα με το συγκρότημά του

Και ο Χουλιάρας μαγικά να κάνει τα δικά του

Οι Northwind στα δυτικά, στην Τούμπα ο Παπάζης

Και οι Τρύπες πάνω στις Συκιές σε κάναν να τρομάζεις

Και όλα φαντάζαν ζόρικα και η πόλη λατρεμένη

Μα η βρομιά απ’ τα παλιά ήταν απλώς κρυμμένη

Την μπόχα που ανέδυε την είχαμε ξεχάσει

Η νύφη του Θερμαϊκού κακά είχε γεράσει

Και να η στιγμή που γέμισε με μακεδονομάχους

Τον φασισμό που έκρυβε τον έβγαλε με πάθος

νομάρχη είχε γίγαντα που έσκαβε στη Φάρμα

παπάδες του Μεσαίωνα στης εκκλησιάς το άρμα

φασισταριά στα γήπεδα σκοτώνουν για την μπάλα

νταήδες πλουσιόπαιδα βιάζουνε για πλάκα

η πόλη ξεπουλήθηκε σε κάποιους νταβατζήδες

που τριγυρνούν σαν άρχοντες με φουσκωτούς γορίλες

Διώχνει προσφυγόπουλα μέσα απ’ τα σχολεία

Η πόλη που στα σπλάχνα της φυλάει την ιστορία

Μια ιστορία που αν τη δεις θα μάθεις και θα νιώσεις

πως δεν αξίζει, φίλε μου, να τη σκορπάς σε δόσεις

Θεσσαλονίκη δυστυχώς δεν είσαι φτωχομάνα

είσαι πόλη μίζερη, φτωχή, λεπρή, ζητιάνα

στα σκοτάδια σέρνεσαι και διώχνεις τα παιδιά σου

Αυτά που είν’ η ελπίδα σου, μοναδική δικιά σου