H βουή της επικαιρότητας, άλλοτε σαν μέγκενη συνθλίβει το ταλέντο, άλλοτε αποθεώνει το τίποτα στον χώρο της συγγραφής. Οταν όμως κάποιος/α γράφει και εμφανίζεται στο συγγραφικό προσκήνιο επειδή πραγματικά έχει κάτι να πει, τότε ακόμα και καθημερινές ιστορίες και εικόνες αποκτούν μια δύναμη ανανέωσης, εξομολόγησης και πιθανά ελπίδας στον ζόφο των γκρίζων ημερών μιας κρίσης που κρατάει χρόνια.
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, με ήθος και με συγγραφικό ύφος αναντίρρητα αναγνωρίσιμο, δεν παύει να ραπίζει την κοινωνία τού σήμερα, όχι για να μας προσβάλει, ούτε για να υπηρετήσει τους νόμους της όποιας εκδοτικής φάμπρικας. Με ενσυναίσθηση και αποφασιστικότητα δεν σταματά τον αγώνα της να ενεργοποιεί, με κάθε νέα συγγραφική της απόπειρα, την ευαισθησία μας. Αρνείται με όλο της το είναι ότι η τελευταία πέθανε, γνωρίζει ότι πιθανόν ψυχορραγεί, αλλά συνειδητοποιημένα κάνει τις χαραμάδες του κόσμου τούτου παράθυρα φωτός, εκεί που η καθημερινότητα μπορεί να δείχνει μόνο έρεβος.
Πιάνοντας το νήμα της ζωής με τα δόντια, σαν αποφασισμένη μάνα αλλοτινής εποχής, ανοίγει δρόμο και μας δείχνει και την άλλη όψη του νομίσματος. Γι’ αυτό και «Ο Αζόρ και ο κύριος των εννιά» είναι το χρονικό μιας προαναγγελθείσης νίκης, ανατροπής, γιατί όχι και ευτυχίας. Η Τσαλίκογλου δεν εθελοτυφλεί. Από τις πρώτες γραμμές διευκρινίζει τη σκληρότητα του κόσμου και τον τρόπο επιβίωσης: «Δεν έμαθε να ελπίζει. Εμαθε να τακτοποιεί την πείνα του…». Οπως άλλωστε και ότι η προϋπόθεση της ευτυχίας είναι απούσα: «…Αν είχε μαμά…»
Μέσω του ήρωά της, του Αζόρ, η Τσαλίκογλου αρνείται τη μετατόπιση της ηθικής προς τον κυνισμό. Υμνεί με αφοπλιστικά λιτό λόγο και μια γραφή-καρφί την προσπάθεια κάθε αδύναμου και καταδικασμένου στο περιθώριο να επιβιώσει στις πιο ακραίες συνθήκες και κόντρα σε όλες τις προβλέψεις. Στη χαρά των άλλων, στην «άνοιξή» τους, έρχεται να προστεθεί και η περιορισμένη μεγαλοψυχία τους. Ενα μπισκότο, μια λιχουδιά, ένας λόγος, ένα κορμί λαμπαδιασμένο: ψίχουλα έγνοιας και φροντίδας.
Μια ένωση αυτού που νιώθει παντοδύναμος και εκείνου που όντας σε δυσχερέστερη θέση δεν μπορεί αλίμονο να διεκδικήσει κάτι περισσότερο. Η ορφάνια και η προσφυγιά δεν έχουν χρώμα. Είναι συνθήκες πόνου. Για ανθρώπους και ζώα. Αραγε, το σύμπαν έπαψε να συνωμοτεί για τους εναπομείναντες πληγωμένους, για τους αποδέκτες κάθε λογής περισσευμάτων;
Τα ηθικά όρια και ο αξιακός πυρήνας των ανθρώπων μπορούν να επαναπροσδιοριστούν και να λειτουργήσουν και στις πιο σκληρές συνθήκες. Η Τσαλίκογλου δεν δηλώνει απλώς τις θέσεις της. Διαχειρίζεται και συνομιλεί πρωτίστως με το έσω των ανθρώπων και μέσω μιας ιστορίας, που μόνο απλοϊκή δεν είναι, αρνείται τον φόβο, το μίσος, την προδιαγεγραμμένη μοίρα, τον ψυχικό θάνατο. Κραυγάζει για τη δύναμη της ζωής. Και με παρρησία δηλώνει την πίστη της στη δύναμη και την αγιότητα της αγάπης.
Σχεδόν αόρατοι οι αφρόντιστοι του κόσμου μας, σχεδόν μαραμένοι· υπαρκτοί όμως για να επιβεβαιώνει ο κάθε ανόητος την ισχύ του: «…αν δεν ήταν εκείνο το αγόρι με το θυμό στο βλέμμα να του καρφώνει μια λεπίδα και να τον πετυχαίνει σύριζα στο σβέρκο, έτσι για την πλάκα του…». Ο φόβος και ο πόνος οδηγούν στην αναζήτηση του αγαπημένου πλάσματος: «“μαμά!” είχε τότε ψελλίσει…».
Οταν όμως οι συνθήκες δεν ευνοούν, ποια φροντίδα μπορεί να καλύψει τα σημάδια της φρίκης; «…του έμεινε το σημάδι στο λαιμό. Αν κάποιος του έβαζε λουρί, η ουλή θα εξαφανιζόταν. Θα ήταν σαν να μην υπήρχε. Ούτε να το σκέφτεται όμως. Ποιος θέλει ένα αδέσποτο; Κάποιον παρατημένο από την ίδια του τη μάνα με το που γεννήθηκε; …Ούτε για αστείο. Δεν ήταν ονειροπόλος. Δεν καταδεχόταν τη θαλπωρή του ψεύδους…»
Η αλήθεια και η αξιοπρέπεια συμπορεύονται συχνά με τη σκληρότητα της ζωής. Παρά τη βαναυσότητα, τον χλευασμό, την πίκρα, η Τσαλίκογλου επιλέγει να μη μολύνει την ψυχή του ήρωα. Η φύση, τα χρώματα, οι μυρωδιές, το άγγιγμα του ανέμου αναζωογονούν υπάρξεις που μόνο κατατρεγμό βίωσαν, αλλά όμως δεν κατέθεσαν τα όπλα μες στην πολλή τους απελπισία.
Ακόμα και όταν οι εξελίξεις μάς οδηγούν να πιστέψουμε ότι η μοίρα ορίζει τη συντριβή μας, μια συμπαντική νομοτέλεια αλλάζει τον ρου των πραγμάτων. «…για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο…τον είχε συμπαθήσει…σαν να γεννιόταν από την αρχή. Πρωτάκουστα λόγια διακόπτουν τη σιωπή…». Είναι η ολοκληρωμένη στιγμή, η πανδαισία της πληρότητας, το χρονικό εκείνο όριο που λησμονούνται τα δάκρυα, ο σωματικός και ψυχικός πόνος.
Οι λέξεις για την Τσαλίκογλου έχουν ιερότητα και με αυτές υπηρετεί την αλήθεια της ψυχής και του ουσιαστικού βλέμματος: «Μα είναι αλήθεια; Αληθινό είναι ό,τι βλέπουν τα μάτια του. Και οι σκέψεις του;…Οι σκέψεις εξαπατούν, τα μάτια μόνο λένε την αλήθεια», γι’ αυτό και πρέπει να τα αποκρυπτογραφούμε και να τα σεβόμαστε.
Και η αξία της αφής όμως, της σπαρακτικά εξοστρακισμένης στην πανδημική εποχή μας, οφείλουμε να μην ξεχαστεί: «Η επανάληψη μεταμορφώνει την τυχαιότητα της χθεσινής χειρονομίας σε συμβάν. Ισχύει. Κάποιος και πάλι τώρα τον χαιδεύει…Τον καθιστά πλάσμα υπαρκτό. Πρόσωπο. Υποκείμενο της ιστορίας του».
Ναι, η πανδημική κρίση αλλοιώνει, απομονώνει, ερημώνει. Ομως μια κίνηση μπορεί να είναι λύτρωση για όσους αποφασίσουν να είναι μαζί. Για όσους η κτητική αντωνυμία «μου» (παδί/σύντροφος/κατοικίδιό μου) εκτός από την τρυφερότητα φωτίζει και έναν κόσμο προστασίας, έναν αναντικατάστατο κόσμο, μικρό μέγα, που του είμαστε πολύτιμοι. Γιατί «ζωή είναι εντέλει το απίθανο που συμβαίνει» και οφείλουμε να την υπερασπιζόμαστε, κυρίως σε εποχές θανατηφόρες και δυσοίωνες.
