Για κάποιον λόγο που ουδείς έχει καταλάβει, η γαλοπούλα είναι το πιο παρεξηγημένο πτηνό και δυστυχώς γι’ αυτήν, ένα από τα πιο νόστιμα. Το ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δίνει χάρη σε μία από αυτές, σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση, κατά τη διάρκεια της Ημέρας των Ευχαριστιών, το μόνο που μαρτυρεί είναι ίσως οι ενοχές της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι στις γαλοπούλες για τη μαζική σφαγή που υφίστανται εκείνη την ημέρα.
Ενοχές ενδεχομένως νιώθουμε κι εμείς, όταν καταβροχθίζουμε την εορταστική ψητή γαλοπούλα των Χριστουγέννων, ροδοκοκκινισμένη και λαχταριστή, αλλά τουλάχιστον δεν έχουμε την υποκρισία να της δώσουμε χάρη, λες και η καημένη έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα, ε;
Λες και σχεδόν κάθε λαός του κόσμου θέλει να αποποιηθεί τη σχέση του με τη γαλοπούλα, η ονομασία αυτού του πτηνού ποικίλλει, καθώς οι πάντες φορτώνουν την προέλευσή της σε άλλους. Για να αρχίσουμε να ξεδιπλώνουμε το κουβάρι της παρεξήγησης, να πούμε κατ’ αρχάς πως η γαλοπούλα μοιάζει πολύ με τη φραγκόκοτα (numida meleagris) η οποία είναι πουλί του Παλαιού Κόσμου, της Αφρικής, και συγκεκριμένα της Μαδαγασκάρης.
Μόνο που αυτό δεν το γνώριζαν οι πρώτοι Βρετανοί άποικοι στην αμερικανική ήπειρο, οι οποίοι είδαν κοπάδια, σμήνη ολόκληρα από παχουλά, πεντανόστιμα πτηνά, γηγενή, που κούρνιαζαν σε δάση από μανόλιες, τα οποία εξέλαβαν για φραγκόκοτες, για τις Μελεαγρίδες – «guinea fowl», στα αγγλικά.
Οι πεινασμένοι άποικοι δεν κάθισαν να το ψειρίσουν το ζήτημα και επιτέθηκαν με άγριες διαθέσεις στις γαλοπούλες, οι οποίες να σημειωθεί πως είχαν εξημερωθεί πριν από δύο χιλιάδες χρόνια από τους αρχαίους Αζτέκους στο σημερινό Μεξικό, στη Χερσόνησο του Γιουκατάν. Παρεμπιπτόντως, οι γαλοπούλες, ή ινδόρνιθες, ανήκουν στην τάξη των ορνιθόμορφων πτηνών και στην οικογένεια των φασιανιδών.
Ετσι λοιπόν οι Αγγλοι άποικοι στη Βόρεια Αμερική ονόμασαν τις γαλοπούλες «turkey fowl», δηλαδή «πουλί της Τουρκίας», ένα όνομα που έγινε μετά σκέτο «turkey». Γιατί αυτό; Διότι οι φραγκόκοτες που είπαμε, που έμοιαζαν με τις γαλοπούλες, εισάγονταν στην Ευρώπη από χώρες της Ανατολής μέσω Τουρκίας, άρα οι πρακτικοί Αγγλοσάξονες τις ονομάτισαν με βάση τη χώρα εισαγωγής! Ετσι, για τους νεόκοπους Αμερικανούς το παχουλό νόστιμο πουλί επικράτησε να λέγεται turkey.
Για να μπλεχτεί το ζήτημα ακόμα περισσότερο, η γαλοπούλα συνδέθηκε με την Ινδία. Κι αυτό γιατί, όπως είναι γνωστό, οι πρώτοι Ευρωπαίοι που πάτησαν το πόδι τους στη Αμερική, δηλαδή ο Κολόμβος και η παρέα του, νόμιζαν αρχικά πως βρίσκονταν στις Ινδίες… Μάλλον από αυτή την παρεξήγηση το πουλί έλαβε την ονομασία «ινδόρνις», δηλαδή «όρνιθα των Ινδιών»… Στα γαλλικά, η γαλοπούλα λέγεται «d’inde», ενώ στα ιταλικά παλιά η γαλοπούλα λεγόταν «pollo d’ india», «όρνιθα της Ινδίας» δηλαδή. Αυτή η ιταλική ονομασία λόγω γειτνίασης πέρασε και στην επτανησιακή διάλεκτο, οπότε έχουμε από το «d’inde» το παρατσούκλι «Ντέντιας», που έγινε τελικά επώνυμο – αν σαν θυμίζει το επώνυμο του Κερκυραίου υπουργού Εξωτερικών, μέσα πέσατε.
Και μια που είμαστε, γλωσσικά, στην υποήπειρο της Ινδίας, κάποιοι άλλοι, Βορειοευρωπαίοι, εξειδίκευσαν την… ινδική δήθεν καταγωγή της γαλοπούλας, συνδέοντάς τη με την Καλκούτα: Οι Δανοί και οι Νορβηγοί τη λένε «kalkun», οι Ολλανδοί «kalkoen», οι Ισλανδοί «kalkunn», οι Φινλανδοί «kalkunna», οι Σουηδοί «kalkon» και οι Λιθουανοί «kalakutas». Αυτή η ετυμολογική ινδική προέλευση της γαλοπούλας έφτασε πολύ μακριά: όταν οι Αγγλοι και οι Αμερικανοί τη λένε «turkey», οι Τούρκοι την ονομάζουν «hindi», από την Ινδία! «Gall d’ indi» είναι για τους Καταλανούς, «ταρνεγκόλ χιντού» για τους Ισραηλινούς, «indeyka» για τους Ρώσους, «indyk» για τους Πολωνούς…
Τώρα, οι Ινδοί για να κάνουν ρελάνς σε όλους, ονομάζουν τη γαλοπούλα «Περού», από το κράτος της Λατινικής Αμερικής, κάτι που μάλλον πήραν από τους Πορτογάλους, κάτι που συμμερίζονται και οι Κροάτες (πουράν)! Από εκεί και πέρα, το χάος.
Οι κάτοικοι της Μαλαισίας λένε τη γαλοπούλα «Ayam belanda», δηλαδή «ολλανδικό κοτόπουλο», δείχνοντας την προέλευσή της από αυτή τη χώρα της Ευρώπης, οι Βιετναμέζοι «ga tay», δηλαδή «κότα της Δύσης», ενώ οι Βούλγαροι τη λένε «μισίρκα», δηλαδή σαν να προέρχεται «από την Αίγυπτο». Στα αραβικά η γαλοπούλα είναι «ντικ ρουμί», δηλαδή «Ρωμιός πετεινός», κάτι που οδηγεί την ετυμολογική περιπλάνηση της καημένης της γαλοπούλας στην ελληνική επικράτεια.
Λοιπόν, η γαλοπούλα (με επιστημονικό όνομα «meleagris gallopavo») είναι υποκοριστικό του «γάλος». Αυτό προέρχεται από τον βενετικό όρο «gallo», από το λατινικό «gallus», που σημαίνει «πετεινός». Η ετυμολογία της λέξης «gallus» είναι αβέβαιη. Πιθανώς σχετίζεται, λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, με την ονομασία «Gallia», οπότε αυτός ο «γκάλους» είναι το πτηνό της Γαλατίας.
Τώρα, τι σχέση έχει το ταλαίπωρο πουλί με τη Γαλατία, ή τη Γαλλία, αυτό δεν μπορώ να σας το πω. Πάντως, τη γαλοπούλα, ή το γαλί, το γαλόπουλο, το λέμε και «διάνο», που είναι βέβαια συντόμευση του «Ινδιάνος», δηλαδή ο κάτοικος της Ινδίας – όπως νόμιζαν, όπως είπαμε, οι πρώτοι Ευρωπαίοι όταν πάτησαν το πόδι τους στον Νέο Κόσμο κι όπως επικράτησε να λέμε τους αυτόχθονες Αμερικανούς. Τη γαλοπούλα τη λέμε επίσης και «κούρκο», όρος σλαβικής προέλευσης, ενώ στην Κρήτη είναι «κούβος» και στη Μυτιλήνη «κάκνος» ή «κακνί», αγνώστου ετυμολογίας λέξεις.
Κάπου εδώ (πρέπει να) τελειώνει αυτό το ετυμολογικό ταξίδι στις ανά τον κόσμο ονομασίες της παρεξηγημένης γαλοπούλας. Το πτηνό, όπως και να το λέμε εμείς, είναι αυτό που είναι και αν μη τι άλλο, αξίζει έναν σεβασμό.
Ούτε ο βολικός αποδιοπομπαίος τράγος της μισαλλοδοξίας μας είναι ούτε του αξίζει να παρομοιάζουμε έναν υπερόπτη, εγωπαθή άνθρωπο με «φουσκωμένο διάνο» ούτε βέβαια δεν του πρέπει να το γελοιοποιούμε παραχωρώντας του χάρη. Το σκοτώνουμε για να το φάμε, αυτό φτάνει και περισσεύει.
