Κατά γενική ομολογία, αν ο Ρομπέρτο Μπολάνιο δεν είχε χαθεί το 2003 νεότατος, στα πενήντα του μόλις, θα είχε ήδη κερδίσει το Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας – ή θα ήταν από τους μόνιμους υποψηφίους κάθε χρόνο. Παρόλο που τα κείμενά του αποτελούν συνήθως πολυπρόσωπες αφηγηματικές τοιχογραφίες, έχουν προσελκύσει τα τελευταία χρόνια την προσοχή των δραματουργών κι οι μεταφορές έργων του στο θέατρο είναι συχνότατες. Μια τέτοια επιχειρεί με το «Φυλαχτό» η Μάγδα Κόρπη, με πρωταγωνίστρια μία από τις πιο ξεχωριστές ηθοποιούς της γενιάς της: την Αγγελική Παπαθεμελή.
Γνωρίζοντας πως οι εμφανίσεις της Αγγελικής τόσο στο θέατρο όσο και στον δημόσιο λόγο δεν είναι ποτέ χωρίς σημασία, αδράξαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί της για το νέο της εγχείρημα, αλλά και για την εντυπωσιακή πορεία της από τη μυθική σχολή του «Εμπρός» στον αξέχαστο «Γυάλινο κόσμο» του Δημήτρη Μαυρίκιου, αλλά και στο πλευρό του Λευτέρη Βογιατζή.
● Ποιος διάλεξε το «Φυλαχτό» του Ρομπέρτο Μπολάνιο;
Δεν είχα διαβάσει Μπολάνιο, δεν τον ήξερα καθόλου. Η Μάγδα Κόρπη το διάλεξε. Της το δώρισε μια φίλη της, και αυτό το βιβλίο έγινε πολύ σημαντικό για τη Μάγδα. Της έκανε βαθιά εντύπωση και είχε την επιθυμία να το επεξεργαστεί για το θέατρο. Δούλευε και ξαναδούλευε το κείμενο σε βάθος ετών. Κάποια στιγμή έφτασε η ώρα να το κάνει. Ξαναπέρασε και στην πορεία τη δικιά μας διάφορα στάδια επεξεργασίας.
● Πέσατε και πάνω στον κορονοϊό… Πόσο καιρό το έχετε δουλέψει;
Πάνω από έναν χρόνο. Βέβαια διακόψαμε, αλλά ξέραμε ότι θα το κάνουμε. Υπήρχε η επιθυμία να γίνει. Μας πέτυχε ο εγκλεισμός περίπου στα δύο τρίτα των προβών. Δεν είναι κακό που είχε αυτή την αναβολή γιατί εν τω μεταξύ άλλαξε ο χώρος -αρχικά ήταν να γίνει αλλού- και διάφορα άλλα.
● Τελικά πώς λειτούργησε όλο αυτό; Με τον χρόνο που παρήλθε έχει βαθύνει ή έρχεται μια στιγμή που λες: ας το κάνουμε επιτέλους να τελειώνουμε;
Καταρχάς δεν σε υποχρεώνει κανένας να το κάνεις, οπότε το «ας το κάνουμε να τελειώνουμε» δεν υπάρχει. Επειδή ο χώρος τελικά άλλαξε, είχε κάποια άλλα δεδομένα. Εμείς παίζουμε Δευτέρα και Τρίτη. Υπάρχει μια κεντρική παράσταση, οπότε όλα έπρεπε να προσαρμοστούν σε αυτήν: ο σκηνικός χώρος, τα τεχνικά, τα φώτα, αλλά και τα χρονοδιαγράμματα. Ενώ εμείς μετά την καραντίνα είπαμε ότι ξεκινάμε, τελικά χρειάστηκε να πάρει μια αναβολή, και μετά κι άλλη μια, και άλλη μια…
Αυτό κάποια στιγμή αρχίζει να ανακόπτει την ορμή. Σε αναγκάζει να κάνεις έναν κύκλο χωρίς να προχωράς, γιατί δεν μπορείς να μπεις μέσα στο θέατρο ενώ έχει έρθει η ώρα του. Σε αναγκάζει να μείνεις στάσιμος για ένα διάστημα. Το άλλο ήταν μια συνθήκη παγκόσμια, οπότε αυτά που έφερε ήταν πολύ μεγαλύτερα από το θέμα της παράστασης.
● Υπάρχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο. Και η ηρωίδα σου βρίσκεται έγκλειστη. Οχι από πανδημία, αλλά από την εισβολή των στρατιωτών στο πανεπιστήμιο. Βιώνει όμως μια συνθήκη εγκλεισμού. Ενδιαφέρουσα σύμπτωση.
Επιβιώσαμε από όλη αυτή τη συνθήκη στην πρώτη καραντίνα, στη δεύτερη ήμασταν παλιές! Δεν θα πω τη λέξη, αλλά ο καθένας είχε βρει τον τρόπο, τι μήνυμα θα στείλει, πού υποτίθεται ότι θα πάει, ακόμη κι αν το σκηνοθετούσε με μια σακούλα ψώνια, κάτι, τέλος πάντων. Υπήρχε και λιγότερος φόβος. Αλλά στην πρώτη, ναι. Εγώ θυμάμαι ότι είχα έναν τρόμο όταν έβγαινα έξω να πάω μια βόλτα, να περπατήσω λίγο, να κατεβάσω τα σκουπίδια, ότι κάτι κακό θα πάθω. Λες και είχε ραδιενέργεια έξω, έναν παράλογο φόβο. Το είχα πάρει πολύ πατριωτικά: μένω σπίτι, δεν κουνάω, δεν διαβαίνω το κατώφλι. Αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον και πρωτόγνωρο.
● Με τον ρόλο το συνδύασες;
Το μέσα το δικό μας ήταν ένα ασφαλές περιβάλλον, γι’ αυτήν είναι λίγο διττό. Από τη μια είναι ένα καταφύγιο, από την άλλη είναι μία απόφασή της να μη βγει. Παίρνει έναν όρκο, αποφασίζει να υπερασπίσει το τελευταίο υπόλειμμα ασύλου του αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού. Δεν περνάει πολύ καλά εκεί μέσα. Εγώ περνούσα ωραία στο σπίτι, είχα το Νέτφλιξ, τον υπολογιστή μου, τα ποτά μου, τα φαγιά μου, τα πάντα μου, τη συντροφιά μου… Αυτή βρίσκεται κλεισμένη σ’ έναν καμπινέ. Πεινάει και ξεπαγιάζει.
Μέσα στην τρέλα της γράφει ποιήματα πάνω στο χαρτί υγείας και μετά το τρώει. Είναι μια συνθήκη όπου έχει μια αγριότητα το μέσα – για εμάς είχε έναν φόβο το έξω. Αλλά το μέσα ήταν η φωλιά τού καθενός που είχε τη δυνατότητα να την κάνει λίγο πιο χαρούμενη. Είχε και μια προσωρινότητα. Εστω θεωρητική, γιατί τράβηξε αρκετά. Αυτή εκεί δεν έχει ιδέα αν θα βγει – πραγματικά θα μπορούσε να μη βγει ποτέ.
Οταν τη βρίσκουν και βγαίνει, είναι σαν αυτές τις αληθινές ιστορίες με κάποιους στον πόλεμο που μείνανε κλεισμένοι σε ένα καταφύγιο πέντε χρόνια και όταν τους ανακάλυψαν δεν ήξεραν ότι έχει τελειώσει ο πόλεμος. Περνάει κι από στάδια απόλυτης βαρεμάρας. Δεν έχει άλλες προσλαμβάνουσες πέρα από αυτές που μπορεί να κουβαλάει στο μυαλό της, ενώ εμείς είχαμε πολλές: να συνομιλείς με κάποιον στο τηλέφωνο – πόσο μάλλον να έχεις και εικόνα, να μπαίνεις σε κάτι που γίνεται live εκείνη την ώρα, να συμμετέχεις σε αυτό… Εκείνη έχει μόνο το μυαλό της, οπότε αρχίζει ένα παραισθησιογόνo trip. Αφού δεν προσλαμβάνει τίποτα, αρχίζει να εκπέμπει για να προσλάβει: της συμβαίνουν συναντήσεις με ανθρώπους που γνωρίζει, με ανθρώπους που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει, αλλά τελικά αποφασίζει ότι τους γνώρισε! Εγώ δεν έπεσα σε τέτοια κατάσταση στο λοκντάουν, είναι η αλήθεια.
● Στο θέατρο τι σε οδήγησε αρχικά;
Πρακτικά, η τύχη. Στο να με έλκει το θέατρο με οδήγησε η ψυχοσύνθεσή μου, ότι η ζωή μου ήταν έτσι. Είχα την τύχη στο σχολείο μου να υπάρχει θεατρική ομάδα. Συνειδητοποίησα ότι εκεί ήμουνα αλλιώτικη απ’ ό,τι στο υπόλοιπο σχολείο: ξαφνικά είχα φίλους, ένιωθα πολύ ελεύθερη, περνούσα πολύ ωραία, κάτι ήρθε και άνοιξε. Καταρχάς υπήρχε μια έλξη για αυτό που σημαίνει «κάνω θέατρο». Αλλά ήξερα και ότι θα πάω στο πανεπιστήμιο να σπουδάσω – όχι επειδή οι δικοί μου μου επέβαλαν κάτι, αλλά είχα γαλουχηθεί με αυτή την κουλτούρα.
Είχα την τύχη να μην περάσω στη σχολή που ήθελα – ήθελα νομική και είχα περάσει αγγλική φιλολογία. Αποφάσισα να ξαναδώσω λατινικά. Εν τω μεταξύ έμαθα τυχαία από ένα παιδί που ήμασταν μαζί στη θεατρική ομάδα του σχολείο ότι θα λειτουργούσε για πρώτη χρονιά το τμήμα θεατρικών σπουδών και είπα μέσα μου αυτόματα: Θα πάω εκεί. Ηρθα στην Αθήνα, πήγα, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου η σχολή. Εκανα μερικά σεμινάρια, αλλά δεν είχα σκοπό να πάω σε δραματική σχολή. Σε ένα σεμινάριο με τον Δημήτρη Καταλειφό γνώρισα τη Μαρία Καστάνη και γίναμε πολύ φίλες. Κάποια στιγμή ήρθε η Μαρία στο σπίτι με μια προχθεσινή εφημερίδα του πατέρα της και τυχαία είχε μια συνέντευξη των τριών ιδρυτών του «Εμπρός», που λέγανε ότι θα κάνουν σχολή. Πήραμε τηλέφωνο και τυχαία ήταν η τελευταία μέρα των αιτήσεων. Κάναμε αίτηση, δώσαμε εξετάσεις, περάσαμε και τα πράγματα πήραν την πορεία που πήραν. Αν δεν υπήρχαν όλες αυτές οι τυχαιότητες, είναι μια απόφαση που μάλλον δεν θα την είχα πάρει.
● Γιατί αυτή η σχολή έμεινε μυθική στα μάτια όλων μας; Ηδη το ότι φοιτούσατε τέσσερα χρόνια και όχι τρία και το γεγονός ότι δεν πήραν καινούργιο πρώτο έτος όταν εσείς πήγατε δεύτερο σήμαινε ότι κάτι αντιμετωπιζόταν πιο σοβαρά.
Ναι. Και προφανώς αντιμετωπιζόταν με γνώμονα την αντίληψη που είχαν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι για το θέατρο. Το «μυθική» αρχίζει να χτίζεται από τη στιγμή που το κάνουν αυτοί οι άνθρωποι και σου έχουν πει κάτι οι παραστάσεις τους που έχεις δει. Είχαν φέρει κάτι διαφορετικό, και προφανώς πάνω σε αυτή τη γραμμή δίδασκαν. Βρήκα κάτι εκεί που μου ταίριαζε. Νομίζω ότι μας διάλεξαν και με τέτοια κριτήρια.
Ημασταν άνθρωποι που δεν θα περνούσαμε εύκολα σε άλλες σχολές: άνθρωποι με ιδιαίτερη ευαισθησία και ενδεχομένως μεγαλύτερες δυσκολίες ή λιγότερες τεχνικές ευκολίες, αλλά με μια αντίληψη για το θέατρο που ταίριαζε με αυτό που οι ιδρυτές σκέφτονταν. Επίσης το κατά πόσο ήταν επιτυχημένη ή όχι η σχολή εξαρτάται από το τι κρίνεται: πολλοί δεν ασχολήθηκαν με το θέατρο μετά. Αυτό γενικά συμβαίνει, γιατί είναι δύσκολα τα πράγματα, γιατί σε αναγκάζει η ζωή να κάνεις άλλη δουλειά. Αλλά έχω μια αίσθηση ότι αυτό συνέβη σε λίγο μεγαλύτερο βαθμό από άλλες σχολές. Είχαμε ένα όραμα, και μετά δεν ήταν τόσο απλό.
● Μέρος του μύθου αυτής της σχολής δημιουργήθηκε και από τον «Γυάλινο κόσμο». Οσοι εξ ημών είχαν την τύχη να τον δουν, το θυμούνται ακόμα. Είκοσι πέντε χρόνια μετά σου μιλάω γι’ αυτή την παράσταση: Εχει σημαδέψει τη δική μου ζωή. Αρα μάλλον και τη δική σου, όχι;
Ναι. Από την ομάδα του «Εμπρός» υπήρχε η Ράνια Οικονομίδου και εμείς οι τρεις, που ήταν η πρώτη μας δουλειά. Ηταν και η πρώτη φορά που έδιναν το βήμα σε κάποιον άλλον να σκηνοθετήσει. Αυτή η παράσταση έφερε αυτό που μπορεί να κάνει ο Δημήτρης Μαυρίκιος. Αυτό που ήταν πολύ ωραίο, και δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες, ήταν ότι ο Δημήτρης είχε την ανάγκη να δημιουργεί μια θεατρική μαγεία με κάποια τεχνικά μέσα τα οποία δεν υπήρχαν. Δεν είχε τέτοιες δυνατότητες αυτό το θέατρο. Καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια. Βέβαια αυτό οφείλεται και στη λύσσα και την πίστη του Μαυρίκιου, διαφορετικά φάνταζε αδύνατο. Εύκολα κανείς θα είχε παραιτηθεί και θα έλεγε: εντάξει, δεν πειράζει, το ουσιώδες είναι αλλού.
Ο Δημήτρης επέμεινε λυσσαλέα, οπότε αναγκάστηκε όλος ο μηχανισμός να εφευρεθεί, να φτιαχτεί και να τον χειριζόμαστε χειροκίνητα. Τότε μπορεί να μην καταλαβαίναμε τη σημασία που είχε, αλλά εκ των υστέρων τον θαυμάζω πολύ για την επιμονή του. Είχαμε δουλέψει και πάρα πολύ, τόσο που είχε φτάσει να είναι ψυχοφθόρο. Μέτρησε το ότι ήμασταν σε αυτόν τον χώρο που τον αγαπούσαμε και μας αγαπούσε με έναν τρόπο, το ότι ήμασταν μεταξύ μας. Ολα αυτά δεν τα βρίσκεις εύκολα.
● Μιλάμε για χώρους και για μύθους. Το θέατρο όπου θα παιχθεί το «Φυλαχτό» είναι το μυθικό θέατρο του Λευτέρη Βογιατζή. Ακούω.
Για τον Λευτέρη; Θα κάτσουμε όλη νύχτα. Αυτό που έκανε ήταν μοναδικό για τα εγχώρια δεδομένα. Υπήρχε μια ποιότητα και μια ακρίβεια που την έβλεπες σε κάποιες ξένες παραγωγές, δεν την έβλεπες εδώ. Το έκανε αυτό με όποιο κόστος, και οικονομικό -γιατί πλήρωνε 6 μήνες πρόβα- και κόστος χρόνου γιατί δούλευες ατελείωτη υπερωρία. Είχε πολύ καθαρή αντίληψη για αυτό με το οποίο ασχολιόταν. Είχε κάποιο λόγο που ανέβαζε κάτι, μια επιθυμία για δικούς του λόγους να κάνει αυτό το έργο. Αυτό σημαίνει ότι προϋπήρχε μια τριβή. Δεν ήταν «η Στέγη ή το Φεστιβάλ μού πρότεινε να σκηνοθετήσω αυτό». Και αυτό κάνει από την αφετηρία του μια πολύ μεγάλη διαφορά.
Υπήρχε ένα θέατρο που ήταν δικό του, όσο και αν ο χώρος αυτός περιόριζε τις δυνατότητες. Και υπήρχε αυτό που ήταν ο Λευτέρης: αυτή η εμμονή η οποία από τη μία πλευρά απέδιδε πάρα πολλά, από την άλλη εμπόδιζε. Γιατί καμιά φορά κάτι που δεν γίνεται μπορεί να πρέπει να το αφήσεις λίγο στην ησυχία του. Αν εσύ σταθείς από πάνω του και το τριβελίζεις για τις επόμενες δύο εβδομάδες κι αυτό αφορά μία φράση, μπορεί αυτό να μην το βοηθάει να συμβεί. Εγώ τον έχω αγαπήσει πάρα πολύ τον Λευτέρη. Δεν του το είχα δείξει στις συνεργασίες που είχαμε. Εχουμε συγκρουστεί, έχουμε τσακωθεί, έχουμε ψυχρανθεί, εκ μέρους μου περισσότερο, γιατί ο Λευτέρης είχε αυτό -και το εκτιμώ βαθύτατα-: μπορούσες να παίξεις ξύλο μαζί του την ώρα της πρόβας και δυο δευτερόλεπτα μετά να το έχει διαγράψει. Αλλά χαίρομαι που έχω προλάβει να του το δείξω μετά. Μου κόστισε πάρα πολύ η απώλειά του, με έναν τρόπο που δεν το περίμενα. Νομίζω ότι αυτό το «με έναν τρόπο που δεν το περίμενα» το έχουμε από κοινού αρκετοί άνθρωποι. Δεν μιλάω για τον θάνατό του, μιλάω για την εποχή που μαθεύτηκε η αρρώστια, που αυτή η φιγούρα έγινε ευάλωτη ξαφνικά.
Από την άλλη, έτυχε και έβλεπα ξανά ένα ντοκιμαντέρ με τον Λευτέρη, κάποιο «Παρασκήνιο». Χάζευα τον τρόπο που μιλούσε στην κάμερα. Ελεγα: κοίτα τώρα, λέει αυτό το βαθυστόχαστο και μετά κάνει αυτό με τα ματάκια, τι Βουγιουκλάκη είναι αυτή! Είχε και αυτή την πλευρά, ήθελε να είναι αρεστός. Για μένα, το ότι σε αυτόν τον άνθρωπο συνυπήρχαν αυτές οι ποιότητες, τον κάνει αξιολάτρευτο. Δεν ήταν ο σοφός γέροντας που κατείχε τη γνώση. Είχε όλα τα ανθρώπινα «κουσούρια». Μπορεί εκείνη τη στιγμή κάτι να με εκνεύριζε τρομερά. Αλλά είχε μεγάλο πάθος για αυτό που έκανε.
Οταν έπαιζε αυτό άλλαζε, γιατί είχε όλη την ανασφάλεια. Ηταν άλλη συνθήκη όταν ο Λευτέρης μόνο σκηνοθετούσε και άλλη όταν έπαιζε κιόλας. Αλλά είχε τρομερή γοητεία. Ακόμα και όταν διάβαζες πάνω του ότι είναι μια γοητεία που λίγο την πλασάρει, δεν πείραζε, γιατί είχε κι αυτό πλάκα. Σου άνοιγε δρόμους. Ο τρόπος του όμως δεν ήταν να τους ανοίγει, απλά έκοβε τον δρόμο που υπήρχε. Αφού δεν υπήρχε δρόμος, έπρεπε να κόψουμε όλοι τον λαιμό μας να βρούμε κάτι – γιατί τους έκοβε όλους, αυτή ήταν η μέθοδος: δεν γίνεται να μιλάς όπως μιλάς, να περπατάς όπως περπατάς, να στέκεσαι όπως στέκεσαι, να κάθεσαι όπως κάθεσαι, να αναπνέεις όπως αναπνέεις! Αφού ακυρώνονταν όλα, μετά έπρεπε να βρεθεί κάτι από την αρχή! Αυτό έχει τερατώδες ενδιαφέρον.
Εδινε στον εαυτό του την πολυτέλεια να το κάνει. Και πλήρωνε παράλληλα, δεν ήταν ο μέγας καλλιτέχνης που πήγαινες να προσκυνήσεις, να δουλεύεις τζάμπα και να σε βασανίζει κι από πάνω! Επρεπε όλα να ανακαλυφθούν από την αρχή. Καμιά φορά το έκανε και εκεί που δεν χρειαζόταν. Μέχρι τα μισά των προβών ήταν ο παράδεισος και μετά γινόταν μια κόλαση σταδιακά, γιατί έμπαιναν και άλλοι παράγοντες. Κάποτε πρέπει η παράσταση να ανέβει, να δώσει ένα αποτέλεσμα, ενώ όλο το μότο ήταν: μην αποδίδεις, μην προσπαθείς να έχεις ένα αποτέλεσμα. Και ο ίδιος ήταν πολύ καθαρός άνθρωπος. Ο τρόπος που συγκρουόταν, που θύμωνε, που επέτρεπε να συγκρουστείς μαζί του, αν ήθελες, είχε σπάνια καθαρότητα, ανθρώπινη, ψυχική, σχεδόν μοναδική. Δεν μου έρχεται αυτή τη στιγμή στο μυαλό άλλη συνεργασία που να την έχω συναντήσει. Βαθιά εντιμότητα ανθρώπινη.
● Και τώρα έχεις γυρίσει στον ίδιο χώρο. Και αυτή τη φορά τυχαία, γιατί αλλού ήταν να γίνει. Πώς είναι;
Είναι πάρα πολύ ωραίο θέατρο. Κουβαλάει, ρε παιδί μου, κάτι από αυτό που συνέβαινε εκεί μέσα. Αλλά ο Λευτέρης δεν είναι πια εκεί. Είναι σαφές αυτό. Ο χώρος αυτός κουβαλάει ένα παρελθόν. Από εκεί και πέρα το τι κάνει και τι θα συμβεί στο παρόν είναι μια άλλη υπόθεση. Υπάρχει τρόπος να υπάρχει σεβασμός σε αυτό που υπήρξε αυτός ο χώρος και να μη γίνει κάτι άλλο. Αλλά δεν υπάρχει τρόπος να γίνεται αυτό που γινόταν εκεί. Αυτό δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οταν ο άνθρωπος που το κινούσε δεν βρίσκεται εκεί, μπορεί να υπάρχει μια μνήμη, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι άλλο. Θα έπρεπε να απελευθερωθεί από αυτό το βάρος. Γιατί είναι ένας χώρος που στεγάζει πια άλλους ανθρώπους, άλλα πράγματα, άλλες οπτικές.
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
