«Εν Αθήναις σήμερον την 17ην Νοεμβρίου 1973, ημέραν Σάββατον και ώραν 12.00, συνήλθεν εις την εν τω Κυβερνητικώ Μεγάρω αίθουσαν συνεδριάσεων το Υπουργικόν Συμβούλιον υπό πλήρη σύνθεσιν αυτού και υπό την Προεδρίαν του Κυρίου Προέδρου της Δημοκρατίας, παρισταμένων και των Κυρίων Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, Πρωθυπουργού, Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως, Υπουργών και Γραμματέως.
Κηρύσσων την έναρξιν της συνεδριάσεως ο κ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας λέγει τα εξής:
Πρόεδρος Δημοκρατίας (Γεώργιος Παπαδόπουλος):
Σκοπός της παρούσης συνεδριάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, πραγματοποιουμένης υπό την κλαγγήν των όπλων, είναι η ενημέρωσις υμών εκ μέρους του κυρίου Πρωθυπουργού επί της κρατούσης καταστάσεως και κυρίως επί των λόγων ων ένεκα, μετ’ εισήγησίν του, απεφασίσθη η κήρυξις του στρατιωτικού νόμου, προς αντιμετώπισιν της λίαν εκρύθμου καταστάσεως και της σοβαράς διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως».
Την ιστορία την είχα ακούσει από δω κι από κει. Αποτελούσε έναν από τους αστικούς μύθους της Θεσσαλονίκης (και ίσως όχι μόνο της Θεσσαλονίκης). Παρ’ όλα αυτά δεν αποτέλεσε μέρος της επίσημης ιστοριογραφίας, παρ’ όλο που η χρήση των προφορικών πηγών θεωρείται πια πολύ σημαντική. Αφορά κάποιες παράπλευρες απώλειες, ανθρώπων που δεν είχαν καμιά σχέση με την εξέγερση, το πρωί της 17ης Νοεμβρίου του 1973.
Ηδη, και σε σχέση με την προσωπική μαρτυρία ως ερμηνευτικό εργαλείο της ιστοριογραφίας (και παρά αντινομίες και περιορισμούς, ιδίως όταν αποκόβεται από τους ανθρώπους και μπαίνει στην υπηρεσία περίεργων ιδρυμάτων) «η αφηγηματική και η βιογραφική στροφή υποδηλώνει… τη μετατόπιση πολλών ερευνητικών εγχειρημάτων προς τη μελέτη της βιωμένης εμπειρίας και των νοημάτων με τα οποία οι δρώντες επενδύουν τη δράση τους» (Στιβακτάκης, Ν. ΕΜΙΑΝ).
Οπως έχει υποστηριχτεί από την κοινωνιολογία της λογοτεχνίας (Sarah Elizabeth Turner), αν η αυτοβιογραφική «φωνή» αγγίζει βαθιά πολλούς ανθρώπους είναι γιατί αποτελεί εργαλείο με το οποίο οι «ανίσχυροι/ες» μπορούν να αντιδράσουν αποκαλύπτοντας τα κενά της ανθρώπινης εμπειρίας που παραγνωρίζονται από την πολιτισμική ηγεμονία και τον «κυρίαρχο» ξύλινο λόγο της.
Αντιθέτως καταγράφει και αποκαλύπτει εμπειρίες που πλαταίνουν την κατανόησή μας και αποδομούν στερεότυπα ξαναπλάθοντας σε μέτρα πιο ανθρώπινα τη σχέση μας με τη ζώσα Ιστορία.
Ετυχε λοιπόν να συναντήσω την αδερφή ενός από τα θύματα. Λογοτέχνις της πόλης μας, άνθρωπος με σιωπηλή αξιοπρέπεια, δεν στερείται το δικαίωμα να μην ξεχάσει. Το δικαίωμα να διασώσει τη μνήμη. Κάθε Νοέμβρη γράφει νέους στίχους για τον αδελφό της: «Είκοσι τέσσερις Ανοιξες! Μόνο αυτές./ Οχι άλλες. Ηταν λίγες. //Πάρα πολύ λίγες. Απειροελάχιστες… / Σου κόψαν το χαμόγελο απ’ τα γλυκά σου χείλη. / Από τα καστανόχρυσά σου μάτια σού στέρησαν το φως! / Σου κλέψαν την ανάσα, / σου αρπάξαν τη ζωή, χωρίς να πούνε το γιατί…» (Δ. Στρίγκου).
Αλλωστε «Η μικρή αυτή λεξούλα, το “γιατί”, απλώνεται σ’ όλο το σύμπαν από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος…» (Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι).
Και, παρά τις αναστολές της και τη δίκαιη επισήμανση πως δεν θέλει ο πόνος της οικογένειάς της να κομματικοποιηθεί (και δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει), δέχτηκε να μιλήσει. Το όνομά της είναι Δέσποινα Στρίγκου και το όνομα του αδικοχαμένου, αμνημόνευτου νεκρού, Στέφανος Στρίγκος. Και στο δικό του, όπως κι όλων των νεκρών εκείνων των ημερών, αφιερώνουμε το παρόν άρθρο.
«Εσβησαν έτσι ξαφνικά/ ονείρατα κι ελπίδες. Οι προσδοκίες γίνανε απελπισιά/ κι όλοι μας μείναμε χωρίς παρηγοριά… Μας πλάκωσε όλους για καλά η μαύρη πέτρα της σιωπής,/ ο φόβος της αλήθειας της πικρής/ κι η φοβερή σκιά της απειλής… Για σένα, που ήσουνα τα πάντα,/ που ήσουνα ο ένας ο μοναδικός/ ο ακριβός /ο πρώτος ο Mεγάλος μου Αδερφός» (Δ. Στρίγκου).
Η κήρυξη στρατιωτικού νόμου το πρωί της 17ης Νοέμβρη δεν έφτασε, όπως ήταν φυσικό, σε όλα τα σπίτια. Παρά μάλιστα την επίσημη ανακοίνωση της 12ης μεσημβρινής οι πάντες γνωρίζουν πως ο νόμος ίσχυε από τα ξημερώματα. Τις επόμενες ημέρες οι παλινδρομήσεις ήταν φανερές. Στη διάρκεια των γεγονότων η κυκλοφορία ήταν μέχρι τις 7 το απόγευμα. Αλλά τη μοιραία ημέρα ανακοινώθηκε στις 7 παρά τέταρτο το απόγευμα η παράτασή της ώς τις 11. Μετά τις 7 το απόγευμα, έξω από το 9ο Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης, ένας 24χρονος νεαρός τεχνικός, που πήγαινε να επισκεφθεί την αρραβωνιαστικιά του, πυροβολείται – ενδεχομένως εν ψυχρώ. Χαρακτηριστικό φριχτό ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που πρώτα πυροβολεί και μετά (δεν) αναγνωρίζει το λάθος. Ως δικαιολογία ειπώθηκε ανεπίσημα στην οικογένεια πως ίσως ο αστυνομικός που τον πυροβόλησε να ήταν ανενημέρωτος για την παράταση.
Η οικογένειά του το μαθαίνει πολλές ώρες αργότερα μετά από ώρες αναζητήσεων. Η σορός δεν παραδίνεται στους οικείους παρά μισή ώρα πριν από την τελετή ενώ και η κηδεία όπως κι ό,τι ακολούθησε γίνονται με τη συνεχή παρουσία ανώνυμων που εκφοβίζουν. Με τον άλλον αδερφό να υπηρετεί στο Ναυτικό η απειλή ήταν ξεκάθαρη, ειπωμένη από στόματα που χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού και μπήκαν μέσα: «Μη βουλιάξει κανένα πλοίο κάτω στο Λιβυκό Πέλαγος με τον άλλο σας γιο…».
Ενώ η ίδια φριχτή απειλή επαναλαμβάνεται και στη μητέρα που οδύρεται πάνω από τον τάφο. «Τον βλέπεις αυτόν τον ανοιχτό τάφο παραδίπλα; Καλύτερα να σιωπήσεις εάν δεν θέλεις να βάλεις και τον άλλον γιο σου εκεί μέσα». Αυτό, μάλιστα, ειπώθηκε παρουσία του δημοσιογράφου κ. Καϊσίδη που έψαχνε την υπόθεση, ο οποίος αντέδρασε υπερασπίζοντας την τραγική μητέρα. Οι απειλές επεκτάθηκαν και στην τραγική αδερφή που σπούδαζε Γαλλική Φιλολογία -«Δεν θα πάρεις ποτέ πτυχίο»- για να μετατραπούν σύντομα σε απόπειρα εξαγοράς για «άμεσο διορισμό».
Η οικογένεια εκείνες τις ημέρες ανακαλύπτει κι άλλους τραγικούς συγγενείς με βλέμματα σιωπηλά. Κατά το Γραφείο Κηδειών Παυλίδη που ανέλαβε την κηδεία, αυτός μόνο είχε άλλες 3 τέτοιες τελετές εκείνην την ημέρα «που τις ήξεραν μόνο τα σπίτια τους». Μη θέλοντας η οικογένεια να μπλέξει, αφού άλλωστε δεν είχαν σχέση με την αντιδικτατορική δράση, δεν ζήτησε ποτέ αποζημίωση. Ούτε καν αναγνώριση από τα επίσημα βιβλία της Ιστορίας (δεν είναι ώρα όμως στον τόπο ή στον δήμο δολοφονίας του κάπως να μνημονευτεί;)
Κι όμως, ο πόνος της μνήμης είναι διαρκώς παρών. Στην ποιητική της συλλογή «Σκιόφωτα και στις Ροδαυγές» (2019) μνημονεύει τον Albert Camus στον «Πρώτο άνθρωπο»: «Τελικά, θα μιλήσω γι’ αυτούς που αγαπούσα… Εσύ είσαι Αδερφός μου κι είμαστε χώρια», και γράφει τον Νοέμβρη του 2010 στο ποίημά της «Η πέτρα του φόβου και της σιωπής»: … «Κι ύστερα, ήρθε η νύχτα./ Εκείνη η νύχτα, η νοεμβριανή, αδυσώπητη, βαριά κι ατέλειωτη./ Και, τριάντα εφτά χρόνια μετά,/ κανείς δεν έμαθε ποτέ το ΠΟΙΟΣ, το ΠΩΣ και το ΓΙΑΤΙ./Ξέρουμε μόνο το ΠΟΤΕ και το ΠΟΥ: ήταν Νοέμβρη δεκαεννιά, του εβδομήντα τρία,/ ώρα εφτά και είκοσι λεπτά μετά το μεσημέρι,/ στο Ενατο μπροστά Α.Τ. Θεσσαλονίκης,/ στους Αμπελόκηπους στη γ ε ι τ ο ν ι ά σου», αναφερόμενη και στους στίχους του Σινόπουλου: «Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8)/ στην πλάτη σου ετών ας πούμε 24/ καμιά ταυτότητα…».
Δεν ξέρω, καθώς τα χρόνια έχουν περάσει και καθώς ο πόνος αυτών των ανθρώπων δεν ανήκει πουθενά ώστε να τοκιστεί κομματικά, πόσο θα μπορούσε πια να γίνει συστηματική έρευνα στα ατυχήματα και στις κηδείες εκείνης και της επόμενης ημέρας. Ξέρω όμως πως «η μνήμη δεν είναι μόνο το αποτύπωμα του παρελθόντος πάνω μας. Είναι αυτό που φυλάει ό,τι είναι σημαντικό για τις πιο βαθιές ελπίδες και τους πιο βαθιούς φόβους μας» (R. May, Αμερικανός ψυχολόγος). Και γι’ αυτό, σε μια επίσημη ιστοριογραφία που κυοφορεί και καθιερώνει σιωπές, είναι σημαντικό να καταγράφεται. Ετσι, η απόφαση της αδερφής έχει ιδιαίτερο ηθικό βάρος και κοινωνικό μέρισμα. Οπως έγραψε ο Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης: «Οι δικές μας οι σιωπές, οι δικοί μας φόβοι, οι δικές μας ιδιωτεύσεις κηρύσσουνε πραξικοπήματα».
