ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ορέστης Σταμόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ναζισμός (ή εθνικοσοσιαλισμός) –ως ιστορικό, ψυχολογικό, πολιτικό, πολιτισμικό και κοινωνιολογικό φαινόμενο– έχει ερευνηθεί εκτεταμένα από την επιστημονική κοινότητα, μας επισημαίνει ο ιστορικός και συγγραφέας του πρωτότυπου βιβλίου «Το φάντασμα του ναζισμού» (εκδόσεις Εστία, 2016), Βαγγέλης Τζούκας. Οι τελευταίες, δυσοίωνες, εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν δημιουργήσει ευλόγως ανησυχίες για το αν και εφόσον θα μπορούσε κάποια μέρα να επανέρθει ένα είδος αυταρχισμού που θα παραπέμπει στον φασιστικό ή ναζιστικό ολοκληρωτισμό, συμπληρώνει.

Πλήθος στοιχείων, όπως η σοβούσα κρίση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, η κρίση αντιπροσώπευσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, οι πιέσεις που προκαλεί η μαζική μετανάστευση από χώρες της Ασίας και της Αφρικής, η ανάδυση της ριζοσπαστικής ισλαμικής τρομοκρατίας, η επανεμφάνιση της Ακροδεξιάς, του εθνικισμού, του ρατσισμού και των εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.

Ολα τα παραπάνω σε συνδυασμό με την τεράστια έμφαση που δίνεται σήμερα από κράτη –αλλά και εταιρικούς κολοσσούς του Ιντερνετ– σε μηχανισμούς καταστολής και επιτήρησης επιτείνουν την αγωνία του συγγραφέα για το δυστοπικό ενδεχόμενο επικράτησης μιας νέας μορφής νεοφασισμού-νεοναζισμού.

Ο Τζούκας, όμως, δεν επικεντρώνεται στην οικονομικο-κοινωνική, τη θρησκευτική ή την πολιτική πτυχή του ναζισμού, αλλά στην πολιτισμική. Μια διάσταση του φαινομένου που επανακαθορίστηκε, εν πολλοίς, από τη γέννηση της ποπ κουλτούρας μεταπολεμικά.

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, παράλληλα με τα ριζοσπαστικά και χειραφετητικά κινήματα, όπως ήταν ο Μάης του ’68, το αντιπολεμικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, το φεμινιστικό και το οικολογικό, στη Δύση εμφανίστηκε μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον Χίτλερ, η οποία από κάποιους χαρακτηρίστηκε «κύμα Χίτλερ» (Hitler Wave).

Αυτό το «κύμα» εκφράστηκε τόσο με πληθώρα βιβλίων όσο και με κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές, τόσο υπερπαραγωγές όσο και χαμηλού κόστους και αισθητικής παραγωγές (b-movies). Περίπου την ίδια εποχή εμφανίζεται και η χρήση συμβόλων του ναζισμού από εκπροσώπους της ποπ και ροκ μουσικής ως μέσο πρόκλησης εντυπώσεων (nazi chic), προσθέτει.

Η κύρια αιτία της ανάδυσης αυτής της νεολαιίστικης αντικουλτούρας με ακροδεξιά έως νεοναζιστικά χαρακτηριστικά είναι η εναντίωση ενός κομματιού της νεολαίας στη σύγχρονη εργαλειακή ορθολογικότητα, σύμφωνα πάντα με τον ερευνητή. Ο αποκρυφιστικός χαρακτήρας αυτών των νεολαιίστικων αναζητήσεων αποτελεί ακόμα ένα βασικό πεδίο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν ανορθολογικές προσλήψεις του κόσμου.

Η οπτική αυτή, προσθέτει, αντικατοπτρίστηκε και στη γέννηση της Νέας Εποχής (New Age), της αποθέωσης του εσωτερισμού και της αυτοαναφορικότητας, ιδίως στην ανεπτυγμένη Δύση. Αυτός ο χαρακτήρας της μαζικής κουλτούρας εκφράστηκε αρχικά στις ΗΠΑ – πού αλλού; Και, στις μέρες μας, εκφράζεται καθημερινά στον παγκόσμιο «ωκεανό» του Διαδικτύου.

Στο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας αποπειράται να συνοψίσει τις διαδικασίες που οδήγησαν στον φασισμό. Στο δεύτερο κεφάλαιο, καταπιάνεται με την επιρροή των εσωτεριστικών εταιρειών των αρχών του 20ού αιώνα, καθώς και με την ανάδειξη αυτού του τύπου τον ανορθολογισμό. Στο τρίτο κεφάλαιο, προσπαθεί να επανερμηνεύσει τη σχέση ναζισμού-υπερφυσικού φαντασιακού.

Στο τελευταίο –και πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο– προβαίνει σε επισκόπηση των τρόπων που αναπαριστάνεται ο ναζισμός στην ποπ κουλτούρα των τελευταίων δεκαετιών.

Αναπαράγοντας, ενίοτε, και τις θεματικές του ιστορικού ναζισμού.

Η ποπ κουλτούρα «μεταφράζεται» σε best seller βιβλία, σε χολιγουντιανές υπερπαραγωγές αλλά και b-movie ταινίες, σε υποείδη μουσικής –όπως συγκροτήματα της black metal σκηνής–, σε δημοφιλή κόμικς και σε on line videogames (FPS, RPG, διασκευές κλασικών παιχνιδιών όπως Super Mario Bros κτλ).

Ειδικά για τα βιντεοπαιχνίδια –των οποίων η επιρροή γιγαντώθηκε με τη… συνδρομή των λοκντάουν–, κάποιοι σύγχρονοι μελετητές «τονίζουν περισσότερο τη διάσταση του κοινωνικού ανταγωνισμού που αποπνέουν αυτά τα παιχνίδια και όχι τόσο τη βίαιη θεματολογία τους».

Σίγουρα, στην εποχή μας θα προσθέταμε και κάποιες από τις σειρές-φαινόμενα των μεγάλων συνδρομητικών, ιντερνετικών εταιρειών διαμοιρασμού περιεχομένου, όπως οι Netflix, Amazon, HBO, Hulu κ.λπ.

Το γεγονός ότι οι χαρακτήρες-περσόνες που «δανείζονται» φασίζοντα στοιχεία από τη μυθολογία και την ιστορία του ναζισμού υποδύονται, συνήθως, τους «κακούς» δείχνει την ηθική καταδίκη του ναζισμού στην ιστορική μνήμη όλης της οικουμένης. Από την άλλη, όμως, η αρνητική διαφήμιση δεν παύει παρά να είναι ένα «εναλλακτικό» είδος διαφήμισης – εξάλλου πάντα κάποιοι θα γοητεύονται από το «σκοτεινό» μεγαλείο του «κακού».

Κάποιες από αυτές τις αναπαραστάσεις, επίσης, τείνουν να φυσικοποιούν, να σχετικοποιούν, να αποϊστορικοποιούν, ακόμη και να ευτελίζουν τη μνήμη του ναζισμού. Συγκεκριμένοι τρόποι οικειοποίησης αυτών των αναπαραστάσεων από νεανικά ακροατήρια ευνοούν την προσφυγή τους σε πράξεις βίας, προειδοποιεί ο Τζούκας. Σίγουρα, όλα τα μαζικά φαινόμενα, λίγο έως πολύ, εμπεριέχουν το στοιχείο της μαζικής «υστερίας»/ομαδικής ψύχωσης.

Στις μέρες μας, θα λέγαμε ότι υφίσταται έντονη ροπή κάποιων νεολαίων που «γοητεύονται» από τον νεοφασισμό προς μια γκανγκστερική αποδοχή της βίας (βλ. ΕΠΑΛ δυτικής Θεσσαλονίκης, συμμορία ανηλίκων στον Κολωνό). Αλλά ας μη μας διαφεύγει ότι η τάση για αναζήτηση και περιπέτεια είναι εγγενής στα εφηβικά μυαλά. Μόνο, λοιπόν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις δύναται να οδηγήσει σε μονοπάτια παραβατικότητας και άλογης φρενίτιδας.

Δεν μπορούμε, όμως, ούτε εμείς, οι ενήλικοι να πάμε, ολότελα, κόντρα στην ποπ κουλτούρα. Αλλωστε όλοι είμαστε συμμέτοχοι σε αυτήν, είτε ως θεατές είτε ως ακροατές είτε ως αναγνώστες, μέσα στο σύγχρονο και «ρευστό» παγκοσμιοποιημένο τοπίο που μας περιβάλλει. Οι αριστεροί διανοούμενοι (Σχολή Φρανκφούρτης) που την αρνήθηκαν εξ ολοκλήρου, παρ’ όλα τα δίκια τους, κάθε άλλο παρά κατάφεραν να την ανατρέψουν.

Θα ήταν πιο φρόνιμο να οικειοποιηθούμε ό,τι θετικό βρίσκουμε σε αυτήν –χωρίς να πάψουμε να στηλιτεύουμε τα «κακώς κείμενά» της– και να προσπαθήσουμε να αναστρέψουμε τα πάμπολλα ρυάκια της σε κατευθύνσεις συμμετοχής, αλληλεγγύης, συνεργατικότητας, φιλίας, ενσυναίσθησης και αντίστασης σε καθετί άδικο και δυσώδες.

Πρόσφατα, μία από τις δημοφιλέστερες σειρές της περιόδου, το νοτιοκορεάτικο «The squid game» («Το παιχνίδι του καλαμαριού») ενέπνευσε την επικοινωνιακή καμπάνια της νοτιοκορεατικής ΓΣΕΕ για την προσέλκυση απεργών-διαδηλωτών στη γενική απεργία της 20ής Οκτώβρη.

Αλλωστε, ο δημιουργός της εμπνεύστηκε το στόρι της σειράς από μια βίαιη εκκένωση κατειλημμένης αυτοκινητοβιομηχανίας από τους εργάτες-απεργούς της. Από την ανάποδη, «ενέπνευσε» και πολλούς μαθητές σε σχολεία της Αγγλίας, του Βελγίου και γενικά της Δύσης ώστε να ξυλοκοπούν αγρίως συμμαθητές τους που «αποκλείστηκαν» στην προσομοίωση του παιχνιδιού στα σχολικά προαύλια.

Εν τέλει, το διακύβευμα είναι πώς θα νοηματοδοτήσουμε την ποπ-δημοφιλή κουλτούρα, σε ποιο ερμηνευτικό πλαίσιο θα την τοποθετήσουμε και πάνω απ’ όλα ποια οπτική θα ασπαστούμε απέναντί της. Εξάλλου, εμείς, οι πολλοί, πάντα δέκτες της θα είμαστε· τουλάχιστον ας μην είμαστε εντελώς απαθείς απέναντί της, ας παραδειγματιστούμε από τις θετικές της στάσεις και τους επίκαιρους προβληματισμούς της – έστω σε συμβολικό επίπεδο. Και πάνω απ’ όλα, ας την κάνουμε όπλο μετασχηματισμού του κόσμου μας προς το πιο Ωραίο και το πιο Ιδανικό.