Αλειφε το βούτυρο πάνω στο ψωμί και έβαζε μαρμελάδα φράουλα, που την ενάλλασσε στην άλλη φέτα ψωμί με γλυκό βύσσινο. Ετρεχε το γλυκό από το μαχαίρι στο τραπέζι και στα δάχτυλά της, αλλά τίποτα δεν την εμπόδιζε από την απόλαυση της γλυκιάς αυτής γεύσης. Κάθε καινούργια φέτα ψωμί που έστρωνε με βούτυρο ήταν η τελευταία γιατί έλεγε στον εαυτό της «φτάνει», μα δεν έφτανε ποτέ η γλύκα, σαν να μην ήταν ποτέ αρκετή…
Σταμάταγε όταν τελείωνε το ψωμί.
Εγλειφε ό,τι είχε απομείνει από βύσσινο γύρω γύρω από το στόμα και από τα δάχτυλα και πλαταγίζοντας τη γλώσσα ανάμεσα στον ουρανίσκο και στην κάτω γνάθο, ανακαλούσε την έκρηξη γεύσης που είχε νιώσει τα τελευταία λεπτά.
Ηταν πολύ ωραία, έλεγε μόνη της και αναστέναζε.
Σηκώθηκε να φύγει από την κουζίνα τινάζοντας τα ψίχουλα που είχαν μείνει πάνω στην μπλούζα της, κι ενώ έπεφταν στο πάτωμα, «θα τα σκουπίσω αργότερα» σκεφτόταν. Πήγε και ξαπλώθηκε στον καναπέ. «Κανονικά πρέπει να κάνω το σπίτι και να πάω σούπερ μάρκετ», είπε στον εαυτό της, διάλεξε όμως το πιο μαλακό μαξιλάρι κι έβαλε Netflix.
Οταν της μπήκαν στο μυαλό τα τοστ, ήταν στο δεύτερο επεισόδιο, πάτησε το κουμπί και διέκοψε τη σειρά, πετάχτηκε ξανά στην κουζίνα, τα είχε όλα: ψωμί του τοστ, ζαμπόν, τυρί σε φέτες, βούτυρο, τα ετοίμασε γρήγορα και τα τοποθέτησε στην τοστιέρα.
Ανοιξε την τροφοθήκη, έβγαλε τα τσιπς κι από το ψυγείο έβγαλε το κέτσαπ, τα ετοίμασε όλα σε ένα πιάτο και γύρισε τρέχοντας στο σαλόνι γεμάτη αδημονία να ξαναμπεί στον κόσμο της ιστορίας που έβλεπε στην τηλεόρασή της. Είχε μεσημεριάσει πια όταν άρχισε να κοιτά στον κατάλογο τι θα παραγγείλει για να φάει.
Ηταν χαρούμενη κι ευχαριστημένη, έτσι θα περνούσε την Κυριακή της, είχε αποφασίσει.
Μεξικάνικο είχε όρεξη; Σίγουρα κάτι με πίτα και θα έβλεπε. Σκέφτηκε ότι είχε όρεξη για μπίρα και πατάτες τηγανητές, κι αυτές πηγαίνουν με την μπίρα…
Σε μερίδα γύρο με πίτα κατέληξε κι ένα ολόκληρο τζατζίκι με πατάτες τηγανητές και μια σκεπαστή με λαχανικά και τυρί.
Αυτή η έντονη λαχτάρα την έζωσε και μέχρι να έρθει η παραγγελία, χρειάστηκε να οργανώσει το γλυκό που θα της έλειπε μετά το μεσημεριανό της γεύμα. Φόρεσε παλτό πάνω από τη φόρμα της, μπήκε στο αμάξι και πετάχτηκε μέχρι τον φούρνο.
Αγόρασε σε ένα κουτάκι μια πάστα σοκολατίνα ποντίκι κι έναν μπαμπά με σαντιγί, δύο ντόνατς σοκολάτα και αναρωτιόταν αν θα προμηθευόταν και τη σακούλα με τα μουστοκούλουρα ή αν θα της έλειπαν σαν γεύση τα μηλοπιτάκια που έβλεπε μπροστά της. Τα αγόρασε όλα και επιστρέφοντας συναντήθηκε με τον ντελιβερά, που κι αυτός μόλις είχε φτάσει μπροστά στην εξώπορτα της πολυκατοικίας της. Τον πλήρωσε και βιαστική, μην τους δει κανείς και νιώσει τη γνώριμη ντροπή, ξεκλείδωσε και χώθηκε σπίτι της.
Πήρε πιάτο και πιρούνι, χαρτοπετσέτες και άπλωσε όλα τα φαγητά και τα γλυκά μπροστά της στο τραπεζάκι του σαλονιού, οπότε άρχισε να τρώει. Η μπίρα είχε αφρό, το τζατζίκι ήταν έντονο και βούταγε σε αυτό κάθε μπουκιά πριν τη βάλει στο στόμα της. Ολα ήταν νόστιμα, δεν ήξερε τι να πρωτογευτεί, ένιωθε αγαλλίαση. Αρχισε να χαλαρώνει και να περνά όμορφα την Κυριακή της. Είχε όλα αυτά τα «καλούδια» γύρω της και αισθανόταν σαν να ήταν κι η μάνα της εκεί δίπλα και της τα είχε φέρει όλα εκείνη για να την περιποιηθεί και να τη γεμίσει με φροντίδα και ζεστασιά.
Εσκασα… είπε δυνατά κάποια στιγμή κι ακούμπησε με τα χέρια της το φουσκωμένο, τεντωμένο στομάχι της. Την Τρίτη έχω διαιτολόγο, σκέφτηκε. Τι θα του πω;…
Την επόμενη μέρα θα άρχιζε να μαλώνει τον εαυτό της, καθώς και τις δουλειές του σπιτιού, τις μαύρες σκέψεις και τα πρέπει. Σήμερα θα ήταν ευτυχισμένη…
Νερομολόχα
Επιστημονική ονομασία: Althaea οfficinalis. Οικογένεια: Μαλαχοειδή. Αλλα ανόματα: δενδρομολόχα ή νερομολόχα. Αλθαία: η ονομασία της προέρχεται από το αρχαία ελληνικό ρήμα αλθαίνω, που σημαίνει θεραπεύω, γιατρεύω και μάλλον αυτό εξηγεί από μόνο του τις τόσες θεραπευτικές της ιδιότητες.
Η Althaea officinalis είναι ένα πολυετές βότανο που προέρχεται από την Ευρώπη, τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Χρησιμοποιήθηκε ως λαϊκή θεραπεία για χιλιάδες χρόνια στη θεραπεία πεπτικών, αναπνευστικών και δερματικών παθήσεων.
Η ιστορία της αλθαίας για φαρμακευτικές χρήσεις ξεκινά από την εποχή του Θεόφραστου (372-286 π.κ.χ.) ο οποίος κατέγραψε ότι η ρίζα αλθαίας καταναλωνόταν μέσα σε γλυκό κρασί σε περιπτώσεις έντονου βήχα.
Ο Διοσκουρίδης σύστηνε σε μορφή πάστας τη ρίζα αλθαίας για τα τσιμπήματα των εντόμων, ενώ πρότεινε την κατανάλωσή της σε μορφή αφεψήματος για περιπτώσεις δηλητηρίασης και εμετού. Με τη σειρά του ο Ιπποκράτης σύστηνε την αλθαία για την αιμορραγία που οφειλόταν σε πληγές και ως θεραπεία για μώλωπες.
Η αλθαία μπορεί να βοηθήσει στη θεραπεία του βήχα και του κρυολογήματος. Μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε το 2005 έδειξε ότι η λήψη ενός σιροπιού που περιείχε εκχύλισμα αλθαίας ήταν αποτελεσματική στην ανακούφιση του βήχα λόγω κρυολογήματος, βρογχίτιδας ή ασθενειών του αναπνευστικού συστήματος με σχηματισμό βλέννας.
Οι πληροφορίες είναι από την ιστοσελίδα «Εναλλκτική Δράση».
