Εναν σχεδόν δεκαπενταετή ερευνητικό κύκλο έρχεται να κλείσει το βιβλίο «Οι πολίτες μιλούν για την Ελλάδα» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πεδίο, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κοινωνιολογίας του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται το πρωτογενές υλικό και τα εξαγόμενα συμπεράσματα μελετών που αφορούν μια προσπάθεια αποτύπωσης του τρόπου αναπαραγωγής της ελληνικής κοινωνίας δέκα και πλέον χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι η κρίση αυτή ξεκίνησε από ένα αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκε ένα σημαντικό μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ που αφορούσε τον τομέα των στεγαστικών δανείων, αλλά πολύ γρήγορα επηρέασε δομικά και δραματικά το σύνολο του συστήματος αυτού. Επιπρόσθετα, πολύ εύκολα όπως αποδείχθηκε, η χρηματοπιστωτική κρίση μετατράπηκε πολύ άμεσα σε οικονομική κρίση που εξαπλώθηκε μέσω των μηχανισμών της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας στις περισσότερες χώρες του κόσμου, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης των χωρών αυτών και τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες.

Η κρίση που ξέσπασε το 2008 ήταν τόσο δομική που σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και στη χώρα μας, πυροδότησε πολιτικές εξελίξεις και ανατροπές, τον απόηχο των οποίων βιώνουμε μέχρι σήμερα.
Το βιβλίο αποτελεί το τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας η οποία συμπτωματικά έχει χρονολογικό αφετηριακό σημείο το 2008 με την έκδοση του πρώτου μέρους της, υπό τον τίτλο «Η απομάγευση του κόσμου» (εκδόσεις Πολύτροπον, 2008 και πάλι υπό τη διεύθυνση του Ν. Παναγιωτόπουλου), συμπίπτοντας με την εκδήλωση της κρίσης. Εκεί καταγράφονταν η προ της κρίσης κατάσταση της ελληνικής πραγματικότητας, τα αίτια και οι επιδράσεις των κοινωνικών συγκρούσεων που αφορούσαν τη νομιμοποίηση του, αυτονόητου μέχρι τότε, τρόπου αναπαραγωγής του κοινωνικού σχηματισμού στη χώρα μας.
Ως δεύτερο μέρος της τριλογίας ακολούθησε το «Η οικονομία της αθλιότητας» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2015), όπου επιχειρείται η καταγραφή των σφοδρών αποτελεσμάτων που επέφερε η εφαρμογή των πρωτόγνωρων σε ό,τι αφορά τη σκληρότητά τους, οριζόντιων σε ό,τι αφορά το πεδίο και το εύρος εφαρμογής τους και, εν τέλει, ατελέσφορων σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητά τους οικονομικών και κοινωνικών μέτρων που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού της δεκαετίας του 2010 με πρόσχημα την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης.
Ενας κοινός μεθοδολογικός τρόπος προσέγγισης που διατρέχει και τα τρία προαναφερθέντα βιβλία σχετίζεται με την επισήμανση του Γάλλου κοινωνιολόγου Πιερ Μπουρντιέ, πνευματικό τέκνο του οποίου είναι ο Ν. Παναγιωτόπουλος, σύμφωνα με την οποία ο κοινωνικός επιστήμονας ενδεχομένως να βιώνει τον κόσμο και την κοινωνική πραγματικότητα εντελώς διαφορετικά από τα κοινωνικά υποκείμενα τα οποία μελετά και επιχειρεί να περιγράψει. Ο κοινωνικός κόσμος δεν συνίσταται στην αντικειμενική πραγματικότητα που ο ερευνητής κοινωνιολόγος κατασκευάζει.
Επιπρόσθετα, το υπό εξέταση μεμονωμένο κοινωνικό υποκείμενο πολλές φορές δεν έχει πλήρη επίγνωση του τρόπου με τον οποίο δρα, ούτε των αιτιών και των μηχανισμών βάσει των οποίων επιλέγει να δράσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Συνεπώς, τα κοινωνικά υποκείμενα ενδέχεται να μη γνωρίζουν τι ακριβώς κάνουν, ούτε γιατί ακριβώς επέλεξαν να κάνουν ό,τι κάνουν. Ακόμα περισσότερο, τα κοινωνικά υποκείμενα μπορεί άλλο να κάνουν και άλλο να νομίζουν ότι κάνουν, ενώ οι επιλογές τους καθορίζονται από τον βαθμό πρακτικής συνείδησης της κατάστασής τους.
Αναγνωρίζοντας τις παραπάνω συνθήκες και τις μεθοδολογικές τους συνέπειες, στον τόμο «Οι πολίτες μιλούν για την Ελλάδα» επιχειρείται μια σύνθεση της αντικειμενικής, επιστημονικής αναπαράστασης με την υποκειμενική παράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας σε ένα ενιαίο όλον.
Υπό αυτή την οπτική παρουσιάζονται τα κείμενα 45 συνεντεύξεων καθημερινών ανθρώπων (όπως θα λέγαμε) μεταξύ των οποίων μιας οδηγού ταξί/αγρότισσας, ενός κτηνοτρόφου, ενός οδηγού απορριμματοφόρου, μιας εβδομηνταπεντάχρονης συνταξιούχου, ενός αλλοδαπού ελαιοχρωματιστή από τη Γεωργία, τριών επαγγελματιών με έδρα την Ελευσίνα, ενός αθλητή της άρσης βαρών, ενός εθνικιστή που εργάζεται ως μπράβος-σωματοφύλακας, μιας νοσηλεύτριας, μιας καθαρίστριας νοσοκομείου, μιας καμαριέρας σε ξενοδοχείο κ.ά.
Ο κοινός παρονομαστής που προκύπτει από την ανάλυση των παρατιθέμενων συνεντεύξεων έρχεται να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει κοινός τόπος και καθολική αλήθεια πάνω στον κοινωνικό κόσμο, προς επίρρωση της ρήσης του Νίτσε ότι ο καθένας έχει την αλήθεια του, την αλήθεια των συμφερόντων του. Το ποια αλήθεια θα επικρατήσει είναι ένα διακύβευμα, εξαρτώμενο από το αποτέλεσμα της πάλης μεταξύ ανταγωνιστικών κοινωνικών ομάδων για το ποια αναπαράσταση της πραγματικότητας θα εκλαμβάνεται ως η πραγματικότητα καθαυτή. Ταυτόχρονα η μελέτη αναδεικνύει την αδήριτη ανάγκη λήψης των κατάλληλων μέτρων από την πολιτεία για την άμβλυνση αρχικά και οριστική απάλειψη τελικά των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στη χώρα μας μέσα από την επίτευξη ομαλότερης κατανομής των ευκαιριών και προοπτικών εξέλιξης των πολιτών της χώρας μας.
Τα παραπάνω έρχεται να συμπληρώσει η έκδοση του τόμου «Οι αφανείς. Κοινωνιολογία των λαϊκών τάξεων στην Ελλάδα» του Ν. Παναγιωτόπουλου (εκδόσεις Πεδίο 2021). Στον τόμο αυτό επιχειρείται μια ιστορική και κοινωνική ανασύνθεση της πορείας των λαϊκών τάξεων στη χώρα μας κατά τα τελευταία 70 χρόνια, ήτοι από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο μέχρι σήμερα. Εξετάζονται όψεις που αφορούν την εκπαίδευση και τον «εκδημοκρατισμό» του σχολείου, οι συνθήκες και οι μηχανισμοί ύπαρξης και κοινωνικής αναπαραγωγής, οι διαδικασίες κοινωνικής μετάταξης και απόταξης, οι όροι συγκρότησης και μεταβολής της λαϊκής κουλτούρας.

Πέρα από το εύλογο ενδιαφέρον της, η μελέτη καθίσταται ιδιαίτερα ζωντανή και δελεαστική στην ανάγνωση καθώς στις θεωρητικές αναλύσεις και στην παράθεση των μεθοδολογικών ζητημάτων παρεισφρέουν προσωπικές αφηγήσεις, χειρόγραφες μαρτυρίες, φωτογραφίες της καθημερινότητας, κατόψεις και πραγματολογικά στοιχεία, πίνακες και διαγράμματα, εναλλάσσονται γραμματοσειρές και αναμειγνύεται το ευθύ με το πλάγιο ύφος. Ετσι καθίσταται δυνατόν να αποφευχθεί ο λανθάνων επιστημονικός δογματισμός και να αναδειχθούν το κρυφό και το κεκαλυμμένο, το άρρητο των κοινωνικών σχέσεων και των υλικών, συμβολικών αλλά και θεσμοθετημένων σχέσεων που διέπουν τη δυναμική τους.
*Αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής Φυσικής-Υπολογιστικής Ιατρικής, Τμήμα Ιατρικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
