Οι σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες ανατράφηκαν και μορφώθηκαν κυρίως με αντιλήψεις που απορρέουν από τη χρήση του ορθού λόγου και της λογικής νοητικότητας (ιντελεκτουαλισμός) σε άρρηκτη σύνδεση με τις τεχνο-επιστήμες.
Συνυπήρχε βέβαια πάντα, έστω και ιστορικά εξασθενίζουσα, η κληρονομιά του «μυστηριακού» τρόπου ερμηνείας του κόσμου με διάφορα είδη μυστικισμού. Κατά καιρούς, όπως συμβαίνει και σήμερα, παρατηρούμε έντονες αναβιώσεις του τελευταίου με πολλές ονομασίες κάθε φορά και ίσως συχνότερη την «επιστροφή του θείου».
Η σύμπτωση του φαινομένου με κοινωνικο-οικονομικές, κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές και τις κοινωνικο-ιδεολογικές μετατοπίσεις που αυτές επιφέρουν φανερώνει και την αιτιακή συσχέτιση του φαινομένου με αυτές.
Γενικά το άγχος επιβίωσης (όπου σήμερα στο οικονομικό προστίθεται και αυτό της πανδημίας) εντείνει τον υπαρξιακό φόβο και το άγχος αυτοεπιβεβαίωσης που μπορούν εύκολα να ξεκλειδώσουν πόρτες, όπως του μυστικισμού, του φασισμού, του ρατσισμού κ.ά. Τα δωμάτια από μέσα συνήθως επικοινωνούν. Το έδαφος επίσης προσφέρεται και για τη γενικότερη συνωμοσιολογική συμπεριφορά των ανθρώπων, που συνεχώς ενισχύεται.
Μπορούμε να διακρίνουμε τους δυο χώρους σχηματικά και συνοπτικά με όρους που τους εκπροσωπούν.
Στη μία οικογένεια ανήκει η κοινώς λεγόμενη «λογική» ως ορθολογισμός με τη σημασία που προαναφέραμε (όχι ως ρασιοναλισμός που φιλοσοφικά συχνά ταυτίζεται με τον ιδεαλισμό). Αλλη έννοια είναι βέβαια ο επιστημονικός λόγος, δηλαδή η επιστήμη με τις μεθόδους και τα κριτήρια που τη διέπουν και την έχουν αναδείξει ως την πλέον αξιόπιστη γνώση, τουλάχιστον της φυσικής πραγματικότητας.
Τα βασικά κριτήριά της είναι ως γνωστόν η λογική συνοχή των θεωριών της, η προβλεπτική ισχύς, η εμπειρική-πειραματική επαλήθευση των ισχυρισμών της, η σχεδόν καθολική διυποκειμενική (επιστήμονες) αποδοχή των δοκιμασμένων συμπερασμάτων της. Επίσης, ιδιαίτερη αξία έχει ο αντιδογματικός χαρακτήρας των θεωριών της που επεξηγεί και διασφαλίζει την ιστορική αλλαγή και εξέλιξή της (κριτήριο διαψευσιμότητας).
Πρέπει να επισημάνουμε ότι τα παραπάνω στοιχεία δεν συνθέτουν τον λεγόμενο «επιστημονισμό» με τη συνήθη αρνητική σημασία ενός ακραίου θετικισμού χωρίς ιστορικοκοινωνικές αναφορές. Αυτός συχνά συνδέεται με τις αρνητικές όψεις της τεχνολογίας και μπορεί να πάρει ονόματα όπως τεχνοφουτουρισμός κ.ά.
Στην εποχή μας, π.χ., η κριτική που δέχεται ο καλπάζων «κυβερνοδικτυακός πολιτισμός», όσον αφορά τις αρνητικές του επιδράσεις στις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, είναι δεδομένη. Και εδώ όμως, στα βασικά εργαλεία αυτής της κριτικής, περιλαμβάνονται πάντα ο ορθός λόγος και οι όποιες αναπόφευκτες επιστημονικές αποδείξεις.
Στην άλλη πλευρά του «μυστηριακού» βρίσκονται το ανορθόλογο, το άφατο, το άρρητο, είναι ο χώρος των θρησκευτικών δογμάτων, της «μυστικής γνώσης», των πνευμάτων και των υπερβατικών ψυχών, αλλά και του θείου λόγου, του «κοσμικού λόγου» και άλλων συναφών από την παγανιστική και θεϊστική κληρονομιά πολλών αιώνων. Εδώ βρίσκεται και ο αποκρυφισμός με τις «απόκρυφες επιστήμες» που καπηλεύονται το κύρος του δεύτερου όρου τους, χωρίς να ικανοποιούν τα κριτήρια της κανονικής επιστήμης, και συχνά τροφοδοτούν διάφορες ψευοδεπιστημονικές θεωρίες.
Στις παρυφές του χώρου αυτού αναπτύχθηκαν επίσης ραφιναρισμένες φιλοσοφικές θεωρήσεις με διασημότερη ίσως τον μπερξονικό ενορατισμό. Η διαίσθηση ή ενόραση, ως αρχική έμπνευση-πηγή δημιουργίας επιστημονικών υποθέσεων, είναι θεμιτή όχι όμως ως απόκρυφη έγκυρη γνώση και εμμέσως πλην σαφώς συχνά αναδεικνύει τον ιστορικο-κοινωνικό χαρακτήρα της επιστήμης, όπως π.χ. στις ταυτόχρονες αλλά ανεξάρτητες μεταξύ τους όμοιες ανακαλύψεις.
Γενικά, αποτέλεσε τον φόβο του θετικισμού, που τραγικά περιορίστηκε μόνο στο «πλαίσιο θεμελίωσης» αποκλείοντας το «πλαίσιο ανακάλυψης», κατά τη γνωστή διάκριση που υιοθέτησε (Ράιχενμπαχ).
Η συνύπαρξη των δύο κόσμων είναι οντολογικά και γνωσιολογικά ισχυρά αντιφατική παρά τις προσπάθειες αρμονικής συμβίωσης, όπως π.χ. στον Μεσαίωνα με την περίφημη «διπλή αλήθεια», και πάντα συνεχίζονται. Κάθε αναγωγή στον ανθρωπολογικό δυισμό «λογικό – θυμοειδές» ή τον νιτσεϊκό «απολλώνιο – διονυσιακό» πρέπει να θεωρείται σφαλερή και παραπλανητική.
Η πολιτισμική εξέλιξη, τουλάχιστον στη Δύση, μείωσε δραστικά την ερμηνευτική ισχύ του μυστηριακού χώρου ο οποίος, κατά καιρούς, αντιδρά με μεταφυσικές και θεϊστικές παρεμβάσεις στην επιστήμη, όπως π.χ. στη θεμελιώδη Φυσική και κυρίως στην Κοσμολογία, που είναι πάντα μειοψηφικές. Οσον αφορά το πολιτικό του αποτύπωμα, συνήθως βρίσκεται μεταξύ Δεξιάς και φασισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ναζισμός, που μέσα στο ανορθόλογο κλίμα της εποχής συνδύασε μυστικιστικά στοιχεία και απόκρυφες επιστήμες με τον παγγερμανικό δολοφονικό ρατσισμό (Χίμλερ).

Στις θρησκείες ο μυστικισμός εκδηλώνεται στην προσαρμογή κοινωνικών και ατομικών συμπεριφορών στις «αμόλυντες πηγές» (ιερά βιβλία, σαρία κ.ά.) και προβάλλεται η απομάκρυνση από τη «βλαβερή θεοποίηση του ανθρώπινου ορθολογισμού».
Στη χριστιανική Δύση η στροφή αυτή αναγνωρίζεται κατά τη δεκαετία του 1980 ως μία αυτοαμυντική (ή και αντεπιθετική) μεταβολή με την κατά λέξη ανάγνωση και αποδοχή των ιερών βιβλίων. Αυτή η φονταμενταλιστική ορθοδοξία διαφέρει βέβαια ως προς τις δογματικές υποδιαιρέσεις και τη χώρα. Η βασική διαφορά της χριστιανικής Δύσης από το Ισλάμ βρίσκεται στην κραταιά παράδοση και παιδεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που βάζει φραγμό στην άμεση πολιτική εξουσία (θεοκρατία) αλλά αρκείται στον επηρεασμό της με ενίσχυση του δημόσιου λόγου κινημάτων και οργανώσεων.
Ετσι, όταν π.χ. ο Ρίγκαν δηλώνει ότι αμφιβάλλει για τη θεωρία του Δαρβίνου, ότι θα πρέπει να διδάσκεται η θεωρία της «Θείας Δημιουργίας» στα σχολεία και ανακηρύσσει το 1983 «έτος της Βίβλου»… επανεκλέγεται πρόεδρος (1984).
Παράλληλα σ’ ένα ισλαμικό καθεστώς ο μυστικιστικός ανορθολογισμός μπορεί να συμβιώνει με τον επιστημονικό ορθολογισμό και να έχουμε, π.χ., μια ένθεη μουσουλμάνα με τσαντόρ διδάκτορα νευροφυσιολογίας, ερευνήτρια μπροστά σε ηλεκτρονικό μικροσκόπιο και υπολογιστή σε πρόγραμμα έρευνας του εγκεφάλου. Η επιδιωκόμενη σχισματική διαδικασία στεγανοποίησης των δύο «χώρων», η αναβίωση της μεσαιωνικής «διπλής αλήθειας» φαίνεται ότι αποδίδουν.
Το δικαίωμα να πιστεύει κάποιος ό,τι θέλει είναι βέβαια αναφαίρετο-αδιαπραγμάτευτο, αν και ισχύει ότι «στην ανάγκη του να πιστέψει ο άνθρωπος μπορεί να πιστέψει και τα πιο παράλογα πράγματα» (Ράσελ). Ετσι όμως επέρχεται αυτό που ονομάστηκε η «καταστροφή του λογικού» (Λούκατς). Αλλά σ’ αυτόν, δηλαδή στον επιστημονικό λόγο, συνεναπόκειται μαζί με την πολιτική π.χ. η σημερινή σωτηρία από τις ζοφερές προβλέψεις της κλιματικής κρίσης.
Οσοι αντιδρούν σε μια νέα αντισυστημική οικοπολιτική, εκμεταλλευόμενοι διάφορες μορφές μυστικισμού, αποκρύπτουν τις πραγματικές αιτίες των οποίων συχνά οι ίδιοι αποτελούν μέρος και παίζουν πολιτικοχειραγωγικά παιχνίδια με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Είναι γνωστό πως ό,τι δεν καταλαβαίνει το μυαλό, το φοβάται ή/και το λατρεύει. Κατά τον Αντόρνο, «η τάση για μυστικισμό είναι ένα σύμπτωμα καθυστερημένης ανάπτυξης της συνείδησης».
*Φυσικός, δρ. Φιλοσοφίας
