Καθόταν απέναντί μου, εγώ για να της κάνω ερωτήσεις κι εκείνη για να δώσει απαντήσεις, ερωτήσεις για να πληροφορηθώ για την κατάσταση της υγείας της, για τα κιλά της, για τις τροφές που προτιμούσε, κι εκείνη με διέκοπτε συνεχώς, θέλοντας να πει ιστορίες γύρω από τη ζωή της, λεπτομέρειες για το πώς πάχυνε, τι της συνέβη στη φοιτητική της ζωή, για τον γάμο της, πριν από τον γάμο της…
Εγώ την ξαναρωτούσα, εκείνη απαντούσε βιαστικά και περιέγραφε ένα καινούργιο περιστατικό που ήθελε να μοιραστεί. Πήγαινε από το ένα θέμα στο άλλο και η αλήθεια που διαπίστωσα είναι πως δεν μπορούσα να συλλέξω τις πληροφορίες που χρειαζόμουν, μια και μου χάριζε πληροφορίες για όλη της τη ζωή…
Τελικά νίκησε η ανάγκη της, ήθελε να τα πει, θα τα άκουγα όλα, μετά θα έβλεπα τι θα έκανα με τον χρόνο που θα με «στρίμωχνε».
Η Δήμητρα λειτουργούσε σαν να μην την είχαν ακούσει ποτέ. Σαν να μην είχαν σταθεί ποτέ οι οικείοι της ώστε να ασχοληθούν και να την ακούσουν προσεκτικά σε αυτό που τους έλεγε. Αυτό είχε αποτέλεσμα να μην ακούει ούτε και η Δήμητρα.
Ηθελε μόνο να μιλά, ίσως γιατί δεν άντεχε πια να ακούει. Είχε ανάγκη την επικοινωνία, και επικοινωνία για κείνην ήταν να την ακούν.
Ηταν πολύ συγκεκριμένος ο τρόπος ζωής της, ίδια ώρα ξυπνήματος το πρωί, ίδιες εργασίες συμμαζέματος και μαγειρέματος στο σπίτι πριν πάει στη δουλειά, τα παιδιά στη μετάβαση για το σχολείο, επέστρεφε στις τέσσερις, ίδιες κι απαράλλαχτες κινήσεις για το φαγητό, για το πλύσιμο πιάτων, για την τακτοποίηση της κουζίνας, πλυντήρια αν είχαν μαζευτεί ρούχα, σίδερο, απογευματινά μαθήματα ή δραστηριότητες των παιδιών και μετά το δείπνο κι όλο και κάτι να προκύπτει που να θέλει την τακτοποίησή της έως ότου έρθει η λυτρωτική ώρα του ύπνου.
Στα Σαββατοκύριακα έμεναν το σούπερ μάρκετ, ο κρεοπώλης, γενική σπιτιού, ενώ όλες τις ημέρες, και τις επτά της εβδομάδας, εκτός των άλλων, κουβαλούσε πάνω της και είκοσι πέντε κιλά παραπάνω. Χρόνια τώρα πάλευε με το βάρος της.
Ελεγε πως την ενοχλούσε, έμοιαζε όμως να το έχει ανάγκη, αφού δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Τις λίγες φορές που το μείωσε ‒δύο τρία κιλά, τόσο άντεχε να μείνει σε δίαιτα‒ το ξανααύξησε το επόμενο διάστημα.
Καθόταν απέναντί μου κι εκείνη με ρωτούσε: «Θα καταφέρω να χάσω βάρος;». Κι εγώ αναρωτιόμουν από μέσα μου: «Πώς μπορεί κανείς, αφού αδυνατίσει, να μην ξαναπαχύνει; Πώς μπορεί να διατηρήσει το νέο βάρος του;
Αν μπορεί να διατηρήσει το βάρος του, γιατί είχε παχύνει; Κι όταν για κάποιο διάστημα περιορίζει την ποσότητα της τροφής που καταναλώνει και χάνει βάρος μετά από αυτή τη διαδικασία αδυνατίσματος, τι έχει αλλάξει στη ζωή του ώστε να μην ξαναγυρίσει στις παλιές του συνήθειες;»
Πώς θα μπορούσε αυτή η γυναίκα να διαφοροποιήσει τις μέρες της και τα Σαββατοκύριακά της; Θα τροποποιούσε τις συνήθειες της καθημερινότητάς της; Ποιες θα ήταν οι πηγές ευχαρίστησής της πέρα από το φαγητό;
Ακόμα και στη σκέψη τέτοιου είδους αλλαγών, δεν θα τρόμαζε; Θα της ήταν εφικτό άραγε;
Η Δήμητρα δεν είχε μάθει να γεμίζει το «δισάκι της». Και το αδυνάτισμα, όσο κι αν ακούγεται απλοϊκό, βασίζεται στο δισάκι που κουβαλάει ο καθένας στον ώμο του.
Το αναφέρω συμβολικά, όπως τα παλιά χρόνια οι αγρότες έβαζαν σε μια μαντίλα το ζυμωτό ψωμί, τις ελιές και το κρεμμύδι για να φάνε το κολατσιό τους, επειδή δεν θα άντεχαν τον κάματο της δουλειάς στα χωράφια, έτσι ακριβώς και ο υπέρβαρος έχει να δημιουργήσει το δικό του δισάκι καθημερινά για να αντέξει τη δική του κούραση και μέσα στη μαντίλα του να βάλει την ξεκούρασή του, τη διασκέδαση, τη θρέψη και τη χαλάρωσή του. Χωρίς αυτά, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα.
Οσον αφορά τη Δήμητρα, όσο δύσκολη κι αν φαινόταν οποιαδήποτε αλλαγή στη ζωή της, πρέπει να σας πω ότι πάντα οι άνθρωποι με εκπλήσσουν με τη δύναμη και την τόλμη τους!
Kενταύριο

Επιστημονική ονομασία: κενταύριο ή ερυθραία (Centaurium erythraea). Το όνομά του προέρχεται από το ελληνικό κένταυρος, αναφορά στον κένταυρο Χείρωνα, που κατά τη μυθολογία δίδαξε στους ανθρώπους τη θεραπευτική δύναμη των βοτάνων.
Κατά τη μυθολογία, ο κένταυρος Χείρωνας, ο μεγάλος γνώστης των φαρμακευτικών φυτών και δάσκαλος του Ασκληπιού, του Αχιλλέα, του Ιάσονα και του Ηρακλή, χρησιμοποιούσε το κενταύριο για την επούλωση των πληγών. Φυτό γνωστό από την αρχαιότητα, το κενταύριο ήταν το αγαπημένο αντίδοτο των δρυϊδών, που το χρησιμοποιούσαν σε τσιμπήματα φιδιών και σκορπιών. Θεωρούσαν, επίσης, ότι είχε αντιπυρετική δράση.
Το κενταύριο περιέχει γλυκοσιδικά πικρά στοιχεία, γεντιοπικρίνη και ερυθροκενταυρίνη, ενώσεις του νικοτινικού οξέος, ίχνη αιθέριου ελαίου, ελαιανολικό οξύ και άλλα οξέα και ρητίνη. Περιέχει, επίσης, φαινολικά οξέα, φλαβονοειδή, ξανθάνες και σεκοϊριδοειδή όπως αβεροσίδη, τριτερπένια και κηροειδή ύλη, από την οποία εξάγεται ρητινώδης ουσία (κενταυρορητίνη), παράγωγα ξανθονίνης και σάκχαρο. Χρησιμοποιούνται όλα τα μέρη του φυτού εκτός από το ρίζωμα, τα ανθίζοντα και εναέρια μέρη του φυτού, τα φύλλα, τα στελέχη και τα άνθη.
Θεραπευτικές δράσεις και χρήσεις
Το κενταύριο έχει τεκμηριωμένη αντιπυρετική δράση. Εχει μικρή αντιφλεγμονώδη δράση. Είναι άριστο τονωτικό. Ανοίγει την όρεξη και διεγείρει την έκκριση της χολής. Είναι πολύτιμο για άτομα σε στάδιο ανάρρωσης, ενώ χρησιμοποιείται κατά της αναιμίας ή γενικής αδυναμίας. Χρησιμοποιείται και κατά της καούρας και της τεμπελιάς του πεπτικού σωλήνα. Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό ενάντια στον πόνο του στομάχου σε άτομα με ουρική αρθρίτιδα.
*Οι πληροφορίες είναι από την ιστοσελίδα «Εναλλακτική Δράση».
