«Ερχεται κάποια στιγμή που πρέπει να επιλέξεις πώς θα προχωρήσεις στη ζωή. Κάποιοι νιώθουν εγκλωβισμένοι, ανήμποροι. Κάποιοι άλλοι την αντιμετωπίζουν δίχως φόβο, σχεδόν πετώντας. Τη στιγμή αυτή τη βίωσα όταν έγινα πατέρας για πρώτη φορά και απέκτησα ένα νέο είδος ευθύνης, πραγματικά πρωτόγνωρο. Την ανιδιοτελή ευθύνη προς τα παιδιά μου. Μια ευθύνη συνεχή που δεν ζητάει ανταλλάγματα και αμοιβαιότητα», μου λέει ο συγγραφέας Γιώργος Λούκας για την απόφασή του να πραγματοποιήσει ένα ερευνητικό project, ένα κοινωνικό πείραμα για την Ευρώπη.
Ξεκινώντας από την Τουρκία, πέρασε κολυμπώντας στη Σάμο και από κει έφτασε στην Ειδομένη, όπου και ξεκίνησε το «προσφυγικό ταξίδι» προς την καρδιά της Ευρώπης. Για δυο μήνες κινούμενος συνεχώς και δίχως στέγη έγινε ο «Καθένας».
«Ο Καθένας που δυνάμει μπορεί να γίνει οτιδήποτε, από υγιής ασθενής, από ανεύθυνος υπεύθυνος, από πολίτης μιας χώρας μετανάστης σε άλλη, από ευτυχής δυστυχής, από τυχερός άτυχος και από άτυχος τυχερός». Από αυτή την εμπειρία του Γιώργου Λούκα γεννήθηκε το βιβλίο «Ο Καθένας στη Χώρα του Πουθενά».
Ενα βιβλίο που είναι η παρακαταθήκη, η ευθύνη του συγγραφέα απέναντι στα παιδιά του, ώστε να ζήσουν σ’ έναν κόσμο καλύτερο. «Είναι μια ευθύνη οικεία, που έρχεται σε σύγκρουση με τα ύπουλα μηνύματα YOLO (You Only Live Once – ζεις μόνο μια φορά), που όσο ελκυστικά κι αν ακούγονται κι ίσως είναι, ωστόσο η μονοδιάστατη έμφαση που τους δίνεται παραπλανεί και οδηγεί σε έναν παρτακισμό του παρόντος», λέει ο Γιώργος Λούκας.
Να (μη) ζεις ζωή ατέχνως
Η αφήγηση ξεκινά λίγο μετά την πτώση της Τροίας, αλλά οι πρωταγωνιστές δεν είναι οι Ελληνες κατακτητές, αλλά οι πρόσφυγες Τρώες.
Οι κατατρεγμένοι αυτού του κόσμου. Που όμως δεν παραιτούνται αλλά ούτε και συμβιβάζονται. «Μια βαθιά αντιπολεμική ιστορία όπου το παρελθόν και το μέλλον συνδέονται επανερμηνεύοντας παγιωμένες αλήθειες του σήμερα», διαβάζω στο οπισθόφυλλο, ενώ ο Γιώργος Λούκας μού λέει: «Στην αρχή είναι λίγο βίαιο. Τις περιγραφές δεν τις επινόησα, είναι πέρα για πέρα αληθινές και αφορούν τη σφαγή που έγινε στο χωριό μου από τους ναζί».
Το βιβλίο εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ηθική ευθύνη του πολέμου. Υπάρχει κάτι που να τον δικαιολογεί; Δεν γνωρίζουμε από πριν τις φρικαλεότητες που θα συμβούν; «Πολύτροπε Οδυσσέα θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Οταν τον Δούρειο Ιππο έμπαζες μες των οχτρών την πόλη, δεν ήξερες παμπόνηρε ότι θα καιγόταν όλη; Χωρίς γυναίκες είμαστε, είναι πολλά τα χρόνια […]» λέει ο Αίαντας στον Οδυσσέα. «Δύσκολο πράγμα η ευθύνη Αίαντα. Βαρύ… Για να τη σηκώσει ο άνδρας θέλει πολύ δύναμη. Αναλαμβάνω το μερίδιό μου και ντρέπομαι για τη συμφορά που έσπειρα» απαντά ο Οδυσσέας και o αναγνώστης αναρωτιέται. Εχει καμία αξία η ανάληψη ευθυνών ακόμη και όταν συνδυάζεται με πραγματική μεταμέλεια; Μπορείς να επανορθώσεις τον όλεθρο που έσπειρες;

Στις περιόδους ειρήνης οι άνθρωποι αναπτύσσονται και οι κοινωνίες ευδοκιμούν. Ωστόσο τότε είναι που πρέπει οι άνθρωποι να δημιουργούν, να χτίζουν ισχυρές αξίες. Αξίες που να γίνονται επιλογές ζωής και να μην είναι εύκαμπτες. Αξίες που δεν θα σκοτώνουν τα «όνειρα ανθρώπων».
«Ανδρεία γιόκα μου δεν νοεί να λιώνει ένα βρέφος, αλλά δειλία φοβερή να ζεις ζωή ατέχνως».
Θέλει τέχνη η ζωή για να έχει νόημα, για να έχει αξία. Και η τέχνη του να ζεις είναι να αναρωτιέσαι καθημερινά πώς πρέπει να ζεις. Να αναμετριέσαι με τις αξίες σου συνεχώς, να τις κάνεις πράξη, να δημιουργείς την πραγματικότητα. Πραγματικότητα που καθοδηγείται από τη λογική και όχι από τις «αγορές». «Θα γυρίσετε στα σπιτικά σας πλουσιότεροι και δοξασμένοι στους αιώνες. Οι θεοί των Αγορών είναι πλέον μαζί μας. Μας έδωσαν ό,τι επιδιώξαμε, επειδή στρατευτήκαμε με τη βούλησή μας» λέει με πατερναλιστικό ύφος ο Αγαμέμνονας στον Οδυσσέα για να τον επαναφέρει στη τάξη. «Σου ζητώ μόνο να υπακούσεις τον ανώτερό σου, όπως εγώ υπακούω το θέλημα των θεών».
Υπακοή: άλλη μια ανθρώπινη επινόηση για να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε γρανάζια της μεγάλης «μηχανής» του πολέμου, της εργασίας και της κοινωνίας. «Ολοι υπηρετούμε τη Μηχανή, η οποία ως αντάλλαγμα, μας παρέχει μια ζωή γεμάτη άνεση» θα πουν στους πρόσφυγες Τρώες οι υπεύθυνοι της διαδικασίας καταγραφής, όταν αναζητώντας μια νέα πατρίδα έφτασαν στην Πολιτεία του Αλγους.
Για να αποφύγουμε την αγωνία της επιβίωσης, την αγωνία της ανεργίας, οι άνθρωποι έχουμε απεμπολήσει όχι μόνο την ελευθερία μας, αλλά προσπαθούμε να αγνοήσουμε και τον υπαρκτό κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής. Προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει και συνεχίζουμε business as usual. «Κινδυνεύουμε όλοι! Το βουνό καταρρέει.
Είναι μάταιο να προσπαθούμε να πουλήσουμε ακόμη και τον ήλιο. Ο ήλιος είναι για όλους» λέει ο συγγραφέας διά στόματος των ηρώων του, υπονοώντας όμως ότι όπως με το «μαζί τα φάγαμε» θα σκαρφιστούν τεχνάσματα τύπου «όλοι μαζί στην καταστροφή» προκειμένου να εξακολουθούν να κερδοσκοπούν εις βάρος των ανθρώπων και του περιβάλλοντος. Εις βάρος της ίδιας της ζωής.
Ωστόσο δεν είμαστε ανίσχυροι. Αν δίνουμε τις μάχες όλοι μαζί, αν δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στα συλλογικά αγαθά απ’ ό,τι στα προσωπικά συμφέροντα, αν αντικαταστήσουμε τον εγωισμό και την αδιαφορία με τη δοτικότητα και τη γενναιοδωρία, αν γίνουμε ο «Καθένας» και μπούμε στη θέση των ταλαιπωρημένων αυτού του κόσμου, αν σκεφτούμε ότι μπορεί να συμβούν σε εμάς όλα αυτά που τραβούν οι πρόσφυγες, «αν νικήσουμε τις Σκύλλες και αντισταθούμε στις Σειρήνες», τότε ίσως καταφέρουμε να βρούμε τη μελλούμενη «Γη της Αειγνωσίας» που αναζητούν οι ήρωές μας.
