ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Και ονειρεύομαι τα βράδια πως πετάει / στους ουρανούς αυτό το γέρικο παπί /και μια φωνή πάνω απ’ την πόλη τραγουδάει /Εχει φύγει! Εχει φύγει το παιδί!»

Ετσι τραγουδούσε ο Θέμος Σκανδάμης ψάλλοντας τον ύμνο των απανταχού κούριερ και ντελιβεράδων, των παιδιών με τα μηχανάκια, που βρέξει-χιονίσει μας φέρνουν στο σπίτι τα σουβλάκια ή στο γραφείο την εμπορική αλληλογραφία.

Είναι οι couriers, δηλαδή οι ταχυμεταφορείς, είναι οι delivery, οι ταχυδιανομείς, αλλά και οι υπάλληλοι εξωτερικών εργασιών με δίκυκλο, είναι γενικά οι εργαζόμενοι οδηγοί δικύκλου.

Είναι αυτοί που ρισκάρουν την αρτιμέλεια ή και τη ζωή τους για ένα μεροκάματο του τρόμου κυριολεκτικά, μιας και η βιόσφαιρα των αστικών δρόμων της χώρας μας είναι αυτόχρημα δυστοπική. Είναι αυτοί που κάνουν με το παπί Ομόνοια – Κηφισιά σε δεκαοκτώ λεπτά με το ρολόι σε ώρα αιχμής, για να φτάσουν εγκαίρως τα αρχιτεκτονικά σχέδια ή τα συμβόλαια στην εταιρεία, επειδή ο πελάτης είναι καλός και επείγεται, όπως γαβγίζει από το τηλέφωνο ο προϊστάμενος.

Είναι αυτοί που πάνε ανάποδα στους μονόδρομους, είναι αυτοί που παραβιάζουν τα κόκκινα φανάρια για να φάμε εμείς ακόμα ζεστή την πίτσα στο Τσάμπιονς Λιγκ. Είναι αυτοί που όταν γυρίζουν σπίτι κατατσακισμένοι από την οκτάωρη ή δεκάωρη οδήγηση, βλέπουν το νερό στην μπανιέρα να γίνεται μαύρο από τα καυσαέρια και τη γλίτσα που μάζεψαν όλες αυτές τις ώρες μες στην κίνηση.

Είναι αυτοί που παίρνουν δύο ή τέσσερα ευρώ την ώρα, περιμένοντας από τα πουρμπουάρ για να βγάλουν ένα στοιχειώδες μεροκάματο, είναι αυτοί που αν είναι τυχεροί, είναι υπάλληλοι με εταιρικό μηχανάκι, ασφάλιση, άδειες και δώρα, μόνο που αντί για πέντε ένσημα την εβδομάδα το αφεντικό, εάν είναι καλό, τους κολλάει τρία, όταν τα κακά αφεντικά κολλάνε μόνο ένα.

Είναι αυτοί που τις γιορτές, αφού το εισπράξουν, υποχρεώνονται να επιστρέψουν το Δώρο Χριστουγέννων στον ιδιοκτήτη της επιχείρησης.

Είναι αυτοί που καμιά φορά αφήνουν τα κοκαλάκια τους στην άσφαλτο, για να πιούμε εμείς τον καφέ μας ζεστό και την μπίρα μας κρύα, είναι αυτοί που κάνουν τις μοτο-πορείες πατώντας συνεχόμενα την κόρνα για να τους δώσουμε σημασία, όταν διεκδικούν εργασιακή κανονικότητα, βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα, όταν φωνάζουν για Μέτρα Ατομικής Προστασίας, όπως τα κράνη, αποζημίωση για τις φθορές στα δικά τους δίκυκλα ή εταιρικά μηχανάκια αξιοπρεπώς συντηρημένα και όχι σούργελα για λόγους οικονομίας. Είναι αυτοί που τους λυπάται η ψυχή σου όταν υφαίνουν τις διαδρομές τους μέσα στον αστικό ιστό με σαράντα βαθμούς υπό σκιάν στην Αχαρνών το μεσημέρι ή με μείον πέντε στους παγωμένους δρόμους της χιονισμένης Φιλοθέης τα μεσάνυχτα.

Είναι οι κούριερ και οι ντελίβερι, οι ντελιβεράδες επί το ελληνικότερον, και κρατάνε από υψηλή ετυμολογική και ιστορική γενιά. Η αγγλική λέξη «ντελίβερι» (delivery) προέρχεται από το μεσαιωνικό αγγλογαλλικό ρήμα «delivree» και σημαίνει την πράξη απελευθέρωσης κάποιου από τα δεσμά του.

Την έννοια της γέννας, του τοκετού, η λέξη την έλαβε από τα τέλη του 16ου αιώνα, ενώ τη σημασία της έκφρασης, της δήλωσης («deliver a speech» σημαίνει «εκφωνώ λόγο»), όπως και εκείνη του χτυπήματος, της ρίψης και κατ’ επέκταση της διανομής από τις αρχές του 18ου αιώνα. Ο κούριερ πήρε το όνομά του από τον υστερομεσαιωνικό αγγλικό όρο «courier», από το «coreor» των παλαιών γαλλικών, μια εξέλιξη του «courier», που κι αυτό προέρχεται από το ιταλικό ρήμα «corriere», με καταγωγή από το λατινικό «currere», που σημαίνει «τρέχω».

Οι πρώτοι γραμματοκομιστές, οι πρώτοι ταχυδρόμοι, οι αγγελιαφόροι, αυτοί δηλαδή που έτρεχαν, που έσπευδαν για να παραδώσουν τα μηνύματα των βασιλέων και των αξιωματούχων, είναι τόσο παλιοί, όσο και η γραφή η ίδια.

Η πρώτη επίσημη οργανωμένη από το κράτος υπηρεσία αποστολής και παράδοσης γραπτών μηνυμάτων έγινε στην αρχαία Αίγυπτο. Οι φαραώ, ήδη από τα μέσα της 3ης χιλιετίας προ Χριστού, χρησιμοποιούσαν κούριερ, ταχυδρόμους, ταχυδιανομείς για τη διάδοση των διαταγμάτων τους στην επικράτεια.

Οι Ρωμαίοι είχαν ένα πολύ οργανωμένο ταχυδρομικό δίκτυο, που ιδρύθηκε στα χρόνια του Οκταβιανού Αυγούστου (62 π.Χ.-14 μ.Χ.). Λεγόταν «cursus publicus» και χρησιμοποιούνταν για την κυβερνητική αλληλογραφία. Η υπηρεσία, που χρησιμοποιούσε γρήγορα ιππήλατα άρματα και πιο αργά συρόμενα από βόδια, συνεχίστηκε και στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Επίσης, οι αρχαίοι Πέρσες είχαν ιδρύσει ταχυδρομικούς σταθμούς (τα «Σαπάρ Κανέχ»), στα οποία ο κούριερ, ο έφιππος μαντατοφόρος (ο «σαπάρ») παρέδιδε το γράμμα στον συνάδελφό του, ο οποίος, με ξεκούραστο άλογο, το παρέδιδε στον επόμενο σταθμό, μέχρι να φτάσει η επιστολή στον προορισμό της.

Ο Ηρόδοτος είχε υμνήσει την αποτελεσματικότητα της υπηρεσίας, αλλά και τον επαγγελματισμό των αγγελιαφόρων, που κάλυπταν ταχύτατα την απόσταση που τους αναλογούσε, χωρίς να πτοούνται «από το χιόνι, τη βροχή, τον καύσωνα ή το σκοτάδι».

Ακριβώς στο αρχαίο περσικό μοντέλο, με τους καβαλάρηδες κούριερ και τους ενδιάμεσους σταθμούς για αλλαγή αλόγου, οι Αμερικανοί Ράσελ, Μέιτζορς και Γουάντελ ίδρυσαν το 1860 την περίφημη ταχυδρομική υπηρεσία Pony Express, η οποία έναντι ενός τιμήματος χιλιάδες φορές υψηλότερου από το τιμολόγιο του συμβατικού ταχυδρομείου ήταν σε θέση να παραδώσει μια επιστολή από τις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ στον Ατλαντικό στις δυτικές του Ειρηνικού, καλύπτοντας τα 4.500 χιλιόμετρα μόνο σε 10 μέρες, όταν το απλό ταχυδρομείο έκανε μήνες. Το Pony Express έγινε μέρος του θρύλου του Φαρ Ουέστ, ίσως επειδή διήρκεσε τόσο λίγο: η εταιρεία πτώχευσε μετά από μόλις 18 μήνες λειτουργίας.

Αυτοί λοιπόν είναι οι κούριερ, οι ντελιβεράδες, οι υπάλληλοι εξωτερικών εργασιών, τα παιδιά με το μηχανάκι, οι επαγγελματίες καβαλάρηδες, οι συντεχνιακοί απόγονοι των αρχαίων Περσών σαπάρ και των καουμπόηδων στην Αγρια Δύση, τα ανθρώπινα πρόσωπα πίσω από την προσωπίδα του κράνους, που κι αυτά, για φαντάσου, έχουν εργασιακά δικαιώματα και ατομική αξιοπρέπεια όπως όλοι μας, που δυσανασχετούμε όταν η πίτσα έχει αργήσει και τηλεφωνούμε στο μαγαζί για να ακούσουμε πως «έχει φύγει το παιδί», που λέει κι ο Σκανδάμης:

«Πατησίων 31 και Στουρνάρη 100 / Αραχώβης 15, Τσιμισκή 18. / Πρώτος όροφος Γεωργίου, / Αγγελόπουλος στον έκτο, / ρετιρέ Αντωνακάκης, / ημιυπόγειο Ζερβός. / Με τον Χάρο ρίχνω ζάρι / για το επόμενο φανάρι, / αν κερδίσει δώρο η πίτσα / και μαζί ο οδηγός».