Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κουκκίδα (Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο), μεταφρασμένο για πρώτη φορά στα ελληνικά, το έργο του Ισαάκ Ντόιτσερ «Ο Αοπλος Προφήτης». Πρόκειται για τον δεύτερο τόμο της τριλογίας του Πολωνού, εβραϊκής καταγωγής, δημοσιογράφου και συγγραφέα γύρω από την πολυτάραχη, πολυσχιδή και γεμάτη αγώνες και ανατροπές ζωή του Λέον Τρότσκι, η οποία πρωτοεκδόθηκε τμηματικά από το 1954 έως το 1963, με τους τίτλους The Prophet Armed, The Prophet Unarmed, The Prophet Outcast, και θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της αγγλικής λογοτεχνικής ιστοριογραφίας.
Οπως επισημαίνει στον πρόλογό του ο συγγραφέας, η τριλογία «[έχει σχεδιαστεί έτσι] ώστε κάθε τόμος να είναι όσο το δυνατόν αυτοτελής και να μπορεί να διαβαστεί ως ξεχωριστή εργασία. Το αφήγημα αυτού του τόμου [«Ο Αοπλος Προφήτης»] καλύπτει τα χρόνια που από πολλές απόψεις ήταν η περίοδος διαμόρφωσης της Σοβιετικής Ενωσης. Ξεκινά από το 1921 και την επομένη του εμφυλίου πολέμου, με τον Τρότσκι ακόμη στην κορυφή της εξουσίας, και τελειώνει το 1929, με τον Τρότσκι στον δρόμο προς την Κωνσταντινούπολη και τη Σοβιετική Ενωση να εισέρχεται στην περίοδο της βίαιης εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης».
«Ο Αοπλος Προφήτης» δεν καλύπτει απλώς ένα σημαντικό τμήμα της βιογραφίας του Τρότσκι (1921-1929), αλλά αποτελεί και μια μοναδική εξιστόρηση των διαδοχικών φάσεων της εσωκομματικής πάλης στο κόμμα των μπολσεβίκων, συνυφασμένη με τη συνολική παρουσίαση των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων στη μετεπαναστατική Ρωσία. Παράλληλα, παρουσιάζει μια πινακοθήκη με τις μορφές των επαναστατών ηγετών, με τα αγωνιώδη διλήμματά τους, τις αδυναμίες και τις ταλαντεύσεις τους, τις μεταπτώσεις της στάσης τους και των πολιτικών τους θέσεων. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1959 και συνέβαλε στην εμφάνιση της Νέας Αριστεράς στην Αμερική, στη διαμόρφωση των κινημάτων της νεολαίας στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής κατά τη δεκαετία του 1960, που κορυφώθηκαν με το μεγάλο αντιπολεμικό κίνημα για τον πόλεμο του Βιετνάμ, την εξέγερση του Μάη του ’68 στη Γαλλία και τα κοινωνικά κινήματα που την ακολούθησαν.
Σήμερα στην Ελλάδα, τριάντα χρόνια ύστερα από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των καθεστώτων του «ανατολικού μπλοκ», ο δεύτερος τόμος της τριλογίας του Ντόιτσερ πιστεύουμε ότι θα συμβάλει στη σχετική συζήτηση που αναπτύσσεται διαρκώς μέσα στους κόλπους της Αριστεράς και όχι μόνο, καθώς προσφέρει τη συνολική εικόνα αυτών των κρίσιμων εξελίξεων και των κοινωνικών συνθηκών που προσδιόρισαν τη φύση του καθεστώτος της ΕΣΣΔ.
Ο τόμος υποδιαιρείται σε έξι ενότητες-κεφάλαια:
Στο πρώτο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Η Εξουσία και το Οραμα», παρουσιάζονται οι κοινωνικές συνθήκες στη Ρωσία καθώς αυτή έβγαινε αιμόφυρτη και λιμοκτονούσα από τον εμφύλιο πόλεμο, οι επιπτώσεις τους στη θεσμοθετημένη από την Οκτωβριανή Επανάσταση «προλεταριακή δημοκρατία» και στο ίδιο το κόμμα των μπολσεβίκων. Παρουσιάζονται οι έγκαιρες επισημάνσεις του Τρότσκι και άλλων μπολσεβίκων ηγετών για την ανάγκη ενός κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και εκβιομηχάνισης της χώρας, ενώ παράλληλα περιγράφεται η σταδιακή μετατόπιση των θέσεων του Τρότσκι προς την υπεράσπιση της εσωκομματικής δημοκρατίας απέναντι στις απαιτήσεις για πειθαρχία που επέβαλλε η άσκηση της εξουσίας. Εξιστορείται η δραματική διακύμανση των σχέσεών του με τον Λένιν, τα αγωνιώδη διλήμματα του οποίου θα τον οδηγήσουν τελικά στη «μυστική» συμφωνία με τον Τρότσκι για τον σχηματισμό ενός «μπλοκ» προκειμένου να αποτραπεί ο ραγδαίος πολιτικός εκφυλισμός του κόμματος.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Το Ανάθεμα», εξιστορείται η εσωκομματική πάλη που άρχισε να εξελίσσεται μετά την αναγκαστική, εξαιτίας της ασθένειάς του, απομάκρυνση του Λένιν από την άσκηση της εξουσίας. Μια πάλη ανάμεσα στην τριανδρία (Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Στάλιν), που συσπείρωσε γύρω της την πλειοψηφία της «Παλαιάς Φρουράς» των μπολσεβίκων, και στην πρώτη τροτσκιστική «Αντιπολίτευση του ’23» που συσπείρωσε τα πιο ικανά και φωτισμένα μυαλά της ηγεσίας του κόμματος και συγκρότησε την πολιτική της πλατφόρμα γύρω από τα αιτήματα του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και της αποκατάστασης της εσωκομματικής δημοκρατίας.
Η πάλη, όσο διεξαγόταν μέσα στα ηγετικά όργανα (Πολιτικό Γραφείο και Κεντρική Επιτροπή), επηρεαζόταν άμεσα από τις δραματικές μεταπτώσεις της υγείας του Λένιν. Οταν αυτή επεκτάθηκε στην κομματική βάση, τότε αναδείχθηκαν οι «οργανωτικές» ικανότητες του Στάλιν, ο οποίος κατόρθωσε τελικά να χειραγωγήσει τις κομματικές διαδικασίες και να καταφέρει στην Αντιπολίτευση το αποφασιστικό πλήγμα. Ο θάνατος του Λένιν ήρθε και σφράγισε τις ελπίδες της Αντιπολίτευσης του ’23 ότι θα μπορούσε να αποτραπεί η διολίσθηση του κόμματος προς τον γραφειοκρατικό αυταρχισμό.
Το τρίτο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Οχι μόνο με την πολιτική…», αφιερώνεται στις προσπάθειες του Τρότσκι για την αναβάθμιση του πολιτιστικού επιπέδου των στελεχών του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού. Ταυτόχρονα, γίνεται και μια παρουσίαση της πολιτιστικής ζωής και των καλλιτεχνικών ρευμάτων της μετεπαναστατικής Ρωσίας.
Μετά την ήττα της Αντιπολίτευσης του ’23 και την απομάκρυνση του Τρότσκι από το κομισαριάτο του Πολέμου, θα ακολουθήσει «Ενα Μεσοδιάστημα», το τέταρτο δηλαδή κεφάλαιο, στο οποίο ανιχνεύονται η αφύπνιση της επαναστατικής συνείδησης των Ζινόβιεφ και Κάμενεφ, η μετατόπισή τους προς τα αριστερά και το σχίσμα στο εσωτερικό της τριανδρίας. Περιγράφονται οι τρεις διακριτές φράξιες που διαμορφώνονται στο κόμμα: η Νέα Αντιπολίτευση (ή Αντιπολίτευση του Λένινγκραντ), το σταλινικό «Κέντρο» και η Δεξιά κάτω από την ηγεσία του Μπουχάριν. Ο Τρότσκι, στην αρχή, θα παρακολουθήσει τις εξελίξεις με απάθεια ή επιφυλακτικότητα και η ηγεσία των τροτσκιστών θα παραμείνει αδρανής, μέχρι τη σύμπτυξη, στις αρχές του καλοκαιριού του ’26, των δύο αριστερών αντιπολιτεύσεων στην «Ενιαία Αντιπολίτευση», κάτω από την ηγεσία των Τρότσκι, Ζινόβιεφ και Κάμενεφ.
Στο πέμπτο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Η Αποφασιστική Σύγκρουση 1926-27», με την Ενιαία Αντιπολίτευση θα έχει συμπαραταχθεί πλέον η πλειοψηφία της Παλαιάς Φρουράς των μπολσεβίκων για να δώσει μια τελευταία μετωπική και σκληρή μάχη για την αποκατάσταση της εσωκομματικής δημοκρατίας και την αλλαγή του προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα, εξιστορούνται τα γεγονότα της Πρώτης Κινεζικής Επανάστασης με την τραγική τους κατάληξη.
Τραγική θα είναι, επίσης, και η κατάληξη της πάλης της Ενιαίας Αντιπολίτευσης με τη διαγραφή της από το κόμμα και την έναρξη των διώξεων, τους εκτοπισμούς και τις φυλακίσεις, των αμετανόητων υποστηρικτών της. Με την ήττα της Ενιαίας Αντιπολίτευσης, ο Στάλιν θα αρχίσει να προετοιμάζεται για την «αριστερή στροφή» στην οικονομική πολιτική, κάτω από την αυξανόμενη πίεση της αδυσώπητης κοινωνικής πραγματικότητας.
Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Ενας Χρόνος στην Αλμα Ατα», εξιστορούνται, εκτός από τα γεγονότα της περιπετειώδους μεταφοράς και διαμονής του Τρότσκι στον τόπο της εκτόπισης και στη συνέχεια στην εξορία, τα δραματικά διλήμματα πολλών από τους εκτοπισμένους αντιπολιτευόμενους καθώς θεωρούν ότι ο Στάλιν, με την «αριστερή στροφή» προς την κολεκτιβοποίηση και την εκβιομηχάνιση, αρχίζει να εφαρμόζει ένα μέρος τουλάχιστον από την πολιτική που αυτοί είχαν υπερασπιστεί κατά τα προηγούμενα χρόνια.
Ομως διαπιστώνουν ότι η επάνοδος στο κόμμα προϋποθέτει τώρα την εξευτελιστική δημόσια αποκήρυξη του συνόλου των προηγούμενων πολιτικών θέσεων και την καταγγελία των μέχρι χθες συντρόφων τους. Παράλληλα, ο Μπουχάριν και η ηγεσία της Δεξιάς αρχίζουν έντρομοι να συνειδητοποιούν ότι ο αυταρχικός μηχανισμός, του οποίου τη δημιουργία είχαν στηρίξει, τώρα στρέφεται απειλητικά εναντίον τους.
Ολοι οι συντελεστές της ελληνικής έκδοσης κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες ώστε ο τόμος να είναι όσο το δυνατόν πιο άρτιος απ’ όλες τις απόψεις. Ο υποφαινόμενος, που έκανε τη μετάφραση, φρόντισε να παραμείνει όσο γίνεται πιο πιστός στο πνεύμα του πρωτότυπου κειμένου του συγγραφέα. Επιπλέον, εμπλούτισε την έκδοση με μια σειρά από πραγματολογικές σημειώσεις και πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα πιθανόν άγνωστα στον Ελληνα αναγνώστη.
Η Γιώτα Χατζή, που ανέλαβε τη γλωσσική επιμέλεια, εκτός από τη λεπτομερή παραβολή με το πρωτότυπο, συνέβαλε στη γενικότερη ισορροπημένη και ομοιόμορφη φιλολογική συγκρότηση του κειμένου. Ο εκδότης Δημ. Δημόπουλος, που είχε τη συνολική επιμέλεια της έκδοσης, και η Εύη Κώτσου, που φιλοτέχνησε το εξώφυλλο, έδωσαν στο βιβλίο μια καλαίσθητη και ελκυστική για τον/την αναγνώστη/στρια εμφάνιση.
