Η ελληνική λέξη για το θέρος, την πιο ζεστή εποχή του χρόνου, δηλαδή η λέξη «καλοκαίρι», «είναι δημιούργημα της ελληνικής και δεν απαντά σε άλλα ινδοευρωπαϊκά ομόρριζα», λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας για το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι περιλαμβάνει τυπικά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο και αστρονομικώς αρχίζει από το θερινό ηλιοστάσιο (21 Ιουνίου) και τελειώνει με τη φθινοπωρινή ισημερία (22 Σεπτεμβρίου). Ετυμολογικά, η λέξη παράγεται από το μεσαιωνικό «καλοκαίριν», κι αυτό από το μεταγενέστερο «καλοκαιρία», που είναι ο όμορφος και καλός καιρός, ο ηλιόλουστος και ζεστός καιρός, καταλήγει το Λεξικό.
«Summertime and the living is easy» (καλοκαιράκι, κι η ζωή είναι ξέγνοιαστη) τραγουδούσε η Ελα Φιτζέραλντ στην όπερα «Πόργκι εντ Μπες» του Τζορτζ Γκέρσουιν. «Ο χειμώνας είναι ένα χαρακτικό, η άνοιξη μια ακουαρέλα, το καλοκαίρι μια ελαιογραφία και το φθινόπωρο ένα μωσαϊκό όλων αυτών», είχε πει ο Αμερικανός συγγραφέας Στάνλεϊ Χόροβιτς, όμως οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε καθόλου την αίσθηση πως ζούμε μέσα σε μια ελαιογραφία.
Δεν σημαίνει για όλους το καλοκαίρι διακοπές και μπάνια, ξενοιασιά και ραστώνη, ξέσκασμα, άραγμα και ουζάκι στην ακρογιαλιά, ρέγκε σε μπιτσόμπαρα και δροσερά μοχίτο σε πάρτι. Δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια ή την ενάργεια να μνημονεύουν τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που μιλούσε τόσο όμορφα για τον καύσωνα κάποιου Ιουλίου:
«…Το θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη – η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι… Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ’ στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και διά της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα -οι άνθρωποι και τα κτίσματα- τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
Τότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως: Θεέ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».
Για πολλούς Ελληνες, που ο φόβος του θανάτου δεν έχει γίνει ακόμα ο οίστρος της ζωής, το καλοκαίρι είναι απλώς εκείνη η εποχή που σιγοψήνεσαι μέσα στον τσιμεντένιο φούρνο του αστικού ιστού, που αγκομαχάς σαν σκύλος με βγαλμένη τη γλώσσα στα ισχνά και αναιμικά πάρκα της πόλης, ελπίζοντας πως δεν θα ενσκήψει κάποιος βαρβάτος καύσωνας για να θερίσει (τι ειρωνεία…) τους πιο αδύναμους, αυτούς που δεν αντέχουν το καμίνι, το ανήλεο σφυροκόπημα του ήλιου, όταν ο ουρανός μοιάζει με πυρωμένο χάλκινο ταψί κι ο υδράργυρος βράζει μέσα στα θερμόμετρα, με τα κλιματιστικά να θερμαίνουν ακόμα περισσότερο το περιβάλλον δουλεύοντας υπερωρίες για να δροσίσουν τα διαμερίσματα και τους εργασιακούς χώρους από την υψηλή θερμοκρασία του περιβάλλοντος, φτιάχνοντας έναν τέλειο φαύλο κύκλο.
Για κάποιους το καλοκαιράκι είναι η εποχή που κάνει ακόμα πιο ανυπόφορη την ανεργία και τη φτώχεια τους ή η περίοδος που εργάζονται σκληρά. Οι εργαζόμενοι στην εστίαση και τη φιλοξενία, ας πούμε, ή οι πυροσβέστες, που από τη πρώτη μέρα του Ιουνίου μέχρι τα τέλη του Σεπτέμβρη είναι με τη μάνικα παρά πόδα όταν δεν μάχονται με τις φλόγες. Ναι, για κάποιους που οι μόνες εφικτές διακοπές είναι στο μπαλκόνι του διαμερίσματός τους ή στην ταράτσα της πολυκατοικίας, το καλοκαίρι είναι μια σκληρή, αυχμηρή εποχή, καθώς αδυνατούν να συμμεριστούν τα παραμυθένια όνειρα των άλλων. Κάποιους, τους θερίζει το καλοκαίρι.
Η αρχαία λέξη «θέρος» παράγεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *gwher-, με τη σημασία του «ζεστού», που έχει δώσει το λατινικό «formous», και τον αγγλικό όρο «warm», που σημαίνουν το ίδιο. Οι λέξεις «θερμός», «θερίζω» και «θέρετρο» είναι ομόρριζες με το «θέρος» που όταν είναι αρσενικό (ο θέρος) σημαίνει τον θερισμό.
Το ρήμα «θερίζω», σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που ήταν κυρίως αγροτική για πολλούς αιώνες, σημαίνει πολλά πράγματα. Κατ’ αρχάς, θερίζω σημαίνει «κόβω στάχυα ή χόρτα με το δρεπάνι». Μεταφορικά όμως, σημαίνει «αποκομίζω εμπειρίες, απολαμβάνω τα αποτελέσματα των κόπων και των προσπαθειών μου» – συνώνυμο: «δρέπω». Ομως το θερίζω έχει και μια τρίτη σημασία: φονεύω ομαδικά, αφανίζω. Στην ελληνική παράδοση, και όχι μόνο, ο Χάροντας κρατά δρεπάνι, με το οποίο θερίζει τις ψυχές, τα ανθρώπινα στάχυα.
Είναι δύσκολο να συνδέσεις το θέρος, το όμορφο καλοκαίρι και τα ηδονικά παρελκόμενά του, με αυτή την ψυχρή και ζοφερή εικόνα, όμως συμπεριλαμβάνεται στο εννοιολογικό εύρος της λέξης. Και τέλος, «θερίζω» σημαίνει επίσης «προκαλώ ισχυρό πόνο, βασανίζω. «Τον θέρισε ο πονόκοιλος», αναφέρει ως παράδειγμα το Λεξικό, για να καταλήξει με κάτι γκροτέσκο: «θερίζω» σημαίνει «προκαλώ διάρροια»… Η φράση «το κρέας στο πιτόγυρο ήταν χαλασμένο και τον θέρισε» μπορεί να ακούγεται αστεία, με έναν χαιρέκακο τρόπο, αλλά δεν είναι καθόλου όταν συμβεί σε μας τους ίδιους – ειδικά το καλοκαίρι…
Δεν θα ήταν σωστό όμως να τελειώσουμε έτσι, κάπως αηδιαστικά, με το θέρος. Οπότε, και πάλι στη σκιά της ποίησης θα βρούμε δροσιά και αναψυχή από μια θερινή πραγματικότητα που γενικώς είναι δύσκολη. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση «θέρος, τρύγος, πόλεμος» για τις περιστάσεις εκείνες κατά τις οποίες απαιτούνται έντονη προσπάθεια και αυξημένη δραστηριότητα. Ισως κάποιοι στίχοι να ημερέψουν, να εξημερώσουν ένα καλοκαίρι που, όπως είπαμε, δεν είναι εύκολο για όλους. Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε γράψει κάποια όμορφα λόγια στο «σώμα του καλοκαιριού»:
«Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο / Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι / Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς / Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς / Αχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο / Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες / Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!».
