Στις αρχές του Οκτώβρη του 2004, ο Κώστας Καραμανλής, σε μια συνάντηση που είχε με βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, και απαντώντας σε έναν εξ αυτών, που τον είχε προτρέψει «να σπάσει αυγά για να γίνει ομελέτα με τον βασικό μέτοχο», ο τότε πρωθυπουργός φέρεται να είχε απαντήσει: «Δεν θα αφήσω πέντε νταβατζήδες και πέντε άλλα κέντρα να χειραγωγήσουν την πολιτική ζωή του τόπου, γιατί είναι εύκολα αντιμετωπίσιμα. Αρκεί να κάνουμε εμείς τη δουλειά μας ως νομοθέτες και η Δικαιοσύνη τη δική της δουλειά».
Βέβαια, όταν η επίμαχη φράση με τους νταβατζήδες κυκλοφόρησε αστραπιαία, πηγές από το μέγαρο Μαξίμου έσπευσαν να δηλώσουν πως ο κ. Καραμανλής «δεν χρησιμοποιεί τέτοια φρασεολογία», ωστόσο επεσήμαναν την απαρασάλευτη πρόθεση του προέδρου της κυβερνήσεως να συγκρουστεί με τη διαπλοκή, επιβεβαιώνοντας έμμεσα την ουσία της φράσης.
Αλίμονο, οι πρωθυπουργοί, όπως ο κ. Καραμανλής, έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι νταβατζήδες μένουν στην πολιτική ζωή του τόπου. Νταβατζήδες με τη μεταφορική έννοια του όρου, αλλά και ενίοτε και με την κυριολεκτική. Μπορεί να είναι πέντε, που έλεγε και ο πρώην πρωθυπουργός, μπορεί περισσότεροι ή λιγότεροι, ή ακόμα κι ένας μόνο, αλλά φαίνεται ότι πολιτική και νταβατζιλίκι, στην Ελλάδα τουλάχιστον, πάνε μαζί. Βέβαια, μια παροιμία λέει πως «όπου υπάρχουν νταβατζήδες, υπάρχουν και πουτάνες», και ναι μεν δεν θέλουμε να προσβάλουμε τις εργάτριες του σεξ, αλλά εδώ έχουμε ένα ζήτημα: ποιες είναι οι πόρνες, τις οποίες εκμεταλλεύονται, διαχρονικά, οι νταβατζήδες της ελληνικής πολιτικής σκηνής;
Τέλος πάντων, αυτό δεν θα το λύσουμε τώρα. Ωστόσο, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι, εάν μάθουμε την ετυμολογία των σχετικών λέξεων, να δούμε μήπως είμαστε εμείς οι ίδιοι οι πόρνες που λέγαμε, και να αντιδράσουμε αναλόγως.
«Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» έλεγε, και πολύ σωστά, ο κυνικός Αντισθένης, οπότε ας επισκεφθούμε πρώτα τη λέξη, που υποτίθεται πως δεν συνηθίζουν να χρησιμοποιούν οι καθωσπρέπει πολιτικοί: «νταβατζής»!
Ο νταβατζής, λοιπόν, κατά κυριολεξία είναι ο προαγωγός, ο προστάτης, ο αγαπητικός, o μαστροπός (από το αρχαίο «μαστρός», δηλαδή «οικονομικός υπάλληλος»), και στο θηλυκό γένος, η «μαύλις» (από τη λυδική θεά «Mavs», την προστάτιδα των ιεροδούλων).
Οι αρχαίοι είχαν ακόμα μια ωραία λέξη γι’ αυτόν: «πορνοβοσκός», όπως ήταν και ο τίτλος κωμωδίας του Εύβουλου, ενώ ο Αριστοφάνης αναφέρει το «πορνοβοσκείον» (πορνείο) στις «Σφήκες», και το ρήμα «πορνοβοσκέω» στην «Ειρήνη». Ο νταβατζής είναι το πρόσωπο που παίρνει μέρος των χρημάτων που κερδίζει μία πόρνη, με αντάλλαγμα την προστασία που της παρέχει.
Μεταφορικά, ο νταβατζής είναι αυτός που εμφανίζεται ως ο προστάτης ενός χώρου, συστήματος, επαγγελματικής ομάδας κ.ά., αποκτώντας προσωπικά οφέλη από αυτά, όπως αναφέρει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, που δίνει μάλιστα και ένα παράδειγμα: «ορισμένα στελέχη χαρακτήρισαν τα μέλη της ηγεσίας τους “νταβατζήδες του συνδικαλιστικού κινήματος”».
Είναι ενδιαφέρον το ότι ο λεξικογράφος αντλεί το παράδειγμά του από τον ξεπουλημένο στην εργοδοσία συνδικαλισμό, και όχι από την όποια διεφθαρμένη κυβέρνηση, που κι αυτή θα μπορούσε να έχει «νταβατζήδες», ή «νταβάδες», που θα της παρείχαν προστασία (έναντι του λαού ή του νόμου;) με το αζημίωτο, αλλά, όπως είπαμε και προηγουμένως, αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν θα μας απασχολήσει τώρα.
Λοιπόν, αυτός ο «νταβατζής», που είναι μια μεσαιωνική λέξη, προέρχεται από τον τουρκικό όρο «davaci», που σημαίνει «κατήγορος», από το «dava», που είναι η «δίκη». Το Λεξικό του Δημητράκου ορίζει τον νταβατζή ως τον «εραστή ή υποστηρικτή ιεροδούλων, τον παλληκαρά».
Δεν πρέπει να συγχέουμε τον νταβά, δηλαδή τον νταβατζή, με τον «(ν)ταβά», το στρογγυλό και πλατύ μαγειρικό σκεύος, το ταψί, με προέλευση από το τουρκικό «tava», που σημαίνει τηγάνι: λέμε «ο ταβάς με τα κουλούρια».
Πάντως, είναι απορίας άξιον πώς εξελίχθηκε νοηματικά η λέξη «davaci» που περιέγραφε τον «κατήγορο», ή τον ενάγοντα σε δίκη, τον μηνυτή, φτάνοντας να σημαίνει τον προαγωγό, που στα τούρκικα είναι «pezevenk», ο γνωστός μας «πεζεβέγκης».
Βέβαια, εάν αυτός ο «νταβασί» αποδοθεί ως «δικηγόρος, συνήγορος», τότε ερχόμαστε πιο κοντά στη σημερινή σημασία της λέξης: ο νταβατζής είναι κάποιος που προστατεύει, που υπερασπίζεται (λέμε τώρα…) τις εκδιδόμενες γυναίκες όπως, κατά κάποιον τρόπο, ο δικηγόρος υπερασπίζεται και προστατεύει τον πελάτη του, λαμβάνοντας αμοιβή από αυτόν για τις υπηρεσίες του. Πάντως, στα σύγχρονα τούρκικα, στην αργκό, υπάρχει η έκφραση «έχω νταβά», δηλαδή «έχω ερωτική σχέση», αν και κυριολεκτικά σημαίνει «έχω ζήτημα/θέμα».
Τέλος πάντων, στην ελληνική πολιτική και γενικά στη δημόσια κονίστρα, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε διάφορους «νταβατζήδες», εκτός και εντός εισαγωγικών, να πουλάνε «νταβατζιλίκι». Δηλαδή, όπως λέει το Λεξικό, να επιδίδονται στις συνήθεις ασχολίες των νταβατζήδων, δηλαδή στην προστασία και την εκμετάλλευση εκδιδομένων ατόμων, αλλά, και κατ’ επέκταση, να επιδεικνύουν θράσος και παλληκαρισμούς.
Και συνηθέστατα, όπου βλέπουμε απύθμενο θράσος και έπαρση, τότε μπορούμε να είμαστε σχεδόν σίγουροι πως ο νταής που φωνασκεί και απειλεί, κάποιο νταβατζιλίκι του υπερασπίζεται, και γι’ αυτό φωνάζει, για να μη χάσει τις προσόδους, τα προνόμιά του, ή και τα δύο. Κι όσο περισσότερο κραυγάζει και προκαλεί κι όσο περισσότερο αψηφά τους νόμους, τους θεσμούς και την κοινή λογική, τόσο μεγαλύτερη φοβάται πως θα είναι η χασούρα του.
Τώρα, δεν ξέρω γιατί, αλλά θυμήθηκα κάτι αστυνομικούς, κάτι περιπολικά και κάτι θωρακισμένα αυτοκίνητα να φυλάσσουν αναιτίως ένα διαβόητο πρόσωπο του δημοσίου βίου, καθώς και κάμποσο δημόσιο χρήμα να κατρακυλάει αχρεωστήτως στις άπατές του τσέπες, και όταν όλα αυτά σταμάτησαν αναγκαστικά λόγω του δημοσίου ορυμαγδού που ξεσήκωσε η αποκάλυψή τους, η εν λόγω προσωπικότης άρχισε τις τσιρίδες απειλώντας θεούς και δαίμονες – γιατί, αναρωτιέμαι.
Πάντως δεν θα ήθελα να κλείσω έτσι, σκοτεινά, νταβατζίδικα και υποκοσμιακά, αλλά με μια σχετική δήλωση ενός προσώπου μεγάλου κύρους: της Ελένης Βλάχου. Λοιπόν, όταν επρόκειτο να εκδοθεί η νέα εφημερίδα «Μεσημβρινή», που διαφημιζόταν ως «νέα, πλούσια και ωραία», η δημοσιογράφος και εκδότρια είχε δηλώσει: «Αφού είναι νέα, πλούσια κι ωραία, γιατί εκδίδεται;»
