Το να τελειώσει κανείς την ανάγνωση του «Από Παρασκευή Δευτέρα» του Αντώνη Τσιρικούδη μοιάζει με το τέλος αυτών των ταινιών όπου η κάμερα οπισθοχωρεί σταδιακά, απομακρύνεται από την τελευταία σκηνή, βγαίνει από το παράθυρο και οπισθοχωρεί κι άλλο για να αποκαλύψει το κτίριο όπου εξελίχθηκε η πλοκή. Ανεβαίνει, δείχνει τους κοντινούς δρόμους, την πόλη, τη χώρα, την ήπειρο, τον ορίζοντα που βαθμιαία στρογγυλεύει και, τελικά, τον πλανήτη όλο.
Η πρώτη από τις τελευταίες εικόνες που αφήνει το «Από Παρασκευή Δευτέρα» είναι αυτή μιας σχέσης σε αδιέξοδο: φθαρμένη από την περασμένη δεκαετία, φοβισμένη από τις εβδομάδες που έρχονται. Ολες οι έμμονες ιδέες που παράγει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, που φοβάται το να μην αγαπιέται πια ή, χειρότερο, να μην αγαπάει πια, κυριεύουν έναν αφηγητή χωρίς όνομα, ο οποίος μας περιγράφει τα λόγια και τις πράξεις αυτού του Αλλου που θα μείνει για πάντα ακατανόητος – αφού δεν θα γνωρίσουμε ποτέ τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.
Τον βλέπουμε μόνο από τα μάτια του αφηγητή. Συχνά απευθύνεται γραπτά σε αυτόν, στο δεύτερο πρόσωπο. Μοιράζεται με τον αναγνώστη αυτήν την επικοινωνιακή φαντασίωση, ομολογεί την, τουλάχιστον προσωρινή, συνθηκολόγησή του μπροστά στο αμεταβίβαστο: μας γράφει αυτό που δεν θα του πει. Μας το γράφει γιατί ξέρει ότι δεν θα του το πει.
Είναι δυο άνδρες, αλλά δεν έχει σημασία. Το «Από Παρασκευή Δευτέρα» δεν είναι ΛΟΑΤΚΙ έργο, με την έννοια ότι η ίδια ιστορία θα μπορούσε να διαδραματίζεται ανάμεσα σε έναν άνδρα και μία γυναίκα. Θα αρκούσε να αλλάξουμε τα ονόματα. Τα ιδιάζοντα θέματα της ομοφυλοφιλικής σχέσης (γάμος, υιοθεσία, ομοφοβία κ.λπ.) απουσιάζουν από το μυθιστόρημα.
Με μια γλώσσα σύγχρονη, άμεση και συχνά ειρωνική, ο Α. Τσιρικούδης εστιάζει την αφήγησή του στην ουσία της ερωτικής σχέσης: στην αξέχαστη ομορφιά της πρώτης συνάντησης, στην οικουμενικότητα του πόθου, στη χαρά που λέει να μετατραπεί σε ανάμνηση, στην πάλη ενάντια στη ρουτίνα, στην ακατανίκητη ελπίδα.
Η κάμερα οπισθοχωρεί, αποστασιοποιείται και, πέρα από την ερωτική σχέση, ανακαλύπτουμε το περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται αυτή. Είναι ένα σπίτι, πρώτα, για το οποίο γίνονται πολλές αναφορές. Δύσκολο να πει κανείς αν πρόκειται για καταφύγιο ή για φυλακή… Είναι και μια γειτονιά, από την οποία βγαίνουμε σπάνια. Οι πρωταγωνιστές δεν ταξιδεύουν πολύ. Ομως, ο κόσμος έρχεται σ’ αυτούς: σαν να τους έχει πετρώσει η παράλυση, από την οποία πάσχει η σχέση τους, κοιτάζουν μια διαδοχή επισκεπτών διάφορων εθνικοτήτων να περνούν από το σπίτι τους.
Οι πολιτιστικές διαφορές, συχνά δοσμένες με κωμικό τρόπο, περιπλέκουν την επικοινωνία. Το ίδιο συμβαίνει με τους μετανάστες, αυτούς τους άλλους αλλοδαπούς με τους οποίους προσπαθούν να συνεννοηθούν. Γιατί το πανταχού παρόν πλαίσιο όλης της αφήγησης είναι η «χώρα της κρίσης» και του μεταναστευτικού – η Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας.
…Εκτός όταν πρόκειται για την Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 και του ’90. Η κάμερα οπισθοχωρεί κι άλλο και εμφανίζεται μια νέα διάσταση: ο χρόνος. Το «Από Παρασκευή Δευτέρα» δεν μας ταξιδεύει πολύ στον χώρο· από μια εποχή στην άλλη, όμως, μας πάει βόλτα ευχαρίστως. Εξάλλου ο τίτλος το ανακοινώνει ήδη διακριτικά, μόνο που δεν διευκρινίζει για ποια Παρασκευή και ποια Δευτέρα μιλάει. Μπορεί να είναι η επόμενη Παρασκευή και κάποια Δευτέρα τριάντα χρόνια πριν.
Ανάμεσα στα παιδικά του χρόνια και το παρόν, ανάμεσα στην ανθηρή Ελλάδα και τη γονατισμένη Ελλάδα, ο αφηγητής χτίζει γέφυρες, εξυφαίνει δεσμούς που αποτελούνται από αναλογίες και από αντιθέσεις, εναλλάξ. Η σκιά του χωρισμού πετάει από μια γενιά στην άλλη. Η μοίρα των σπιτιών επαναλαμβάνεται. Ομως, αυτή η μηχανή του χρόνου ριψοκινδυνεύει επίσης στο μέλλον, ιδιαίτερα προς το τέλος – προς τα τέλη καλύτερα, αφού το μυθιστόρημα έχει δυο (έως τρεις) διαφορετικούς επιλόγους, όχι κατ’ επιλογήν, αλλά πιθανούς.
Η χρονική διάρθρωση των τελευταίων σελίδων, αποτελούμενη από μελλοντικές προοπτικές και το εξαιρετικά δυνατό flash-back που κλείνει την αφήγηση, μας αφήνει με την εικόνα ενός αφηγητή-ακροβάτη, η συναισθηματική επιβίωση του οποίου εξαρτάται από μια λεπτή ισορροπία, μια μόνιμη απόπειρα συμφιλίωσης των φαντασμάτων του χθες με τις αβεβαιότητες του αύριο. Οι αντιξοότητες είναι πολλές. Το ξέρουμε. Αυτό που μας ψιθυρίζει στο αυτί αυτό το ταξίδι στον χρόνο, από μια Παρασκευή μέχρι μια Δευτέρα, μπορεί να είναι το να μην ξεχάσουμε ότι κρύβουν και μια δόση ευτυχίας.
«Μια ιστορία θέλησα να αφηγηθώ· μια ιστορία που μπορεί και να έχει συμβεί. Ενα βιβλίο κατέληξα να γράφω· ένα βιβλίο μετάβασης από τη νεότητα στη μέση ηλικία, από τον μύθο στην ιστορία, όπως μου αρέσει να λέω», είχε πει ο Αντώνης Τσιρικούδης στον Αρη Δημοκίδη για τη στήλη του στη free press Lifo «Πώς έγραψα το πρώτο μου…»,.
Μόνο που αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο. Το πρώτο είναι η συλλογή διηγημάτων «Εκεί που δεν το περιμένεις», επίσης από τις εκδόσεις «Παράξενες Μέρες».
Ο Αντώνης Τσιρικούδης είναι Βορειοελλαδίτης κι αφού, ανήσυχος ων, γύρισε όλο τον κόσμο κι έφτασε μέχρι την Αυστραλία «γιατί δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να εγκλωβιστεί σε σχέσεις δυσλειτουργικές», τώρα ζει στο Ηράκλειο, στον Λάκκο, στη γειτονιά που μέχρι τη δεκαετία του 1960 ήταν η πιο κακόφημη της πόλης. Με πορνεία και χαμαιτυπεία, με μάγκες-προστάτες και τσατσάδες. «Οταν εκδιώχθηκαν, αφέθηκε η περιοχή να μαραζώνει. Γκρέμιζαν κτίρια λέγοντας πως θα υψωθεί πολιτιστικό κέντρο, άλλα κτίρια για να γίνουν πολυκατοικίες, μείνανε λίγα από τα παλιά». Σε ένα από αυτά πήγε να μείνει, και ξεκίνησε έναν αγώνα να διασωθεί ό,τι έμεινε από την αρχιτεκτονική ιστορία της περιοχής. Κάλεσε γνωστούς και φίλους να ζωγραφίσουν τους τοίχους, να δώσουν χρώμα στη γειτονιά, να βάλουν αγάλματα-προστάτες της ομορφιάς.
Αλλά και κάτι ακόμη, ο Αντώνης Τσιρικούδης είναι η ψυχή του Φεστιβάλ της Αμμου, που γίνεται εδώ και έξι χρόνια και που η αύρα της θάλασσας το πηγαίνει σε διάφορες παραλίες – πότε στα Κουφονήσια, πότε στη Γαύδο, πότε στη Μήλο, πέρυσι στην παραλία Κομμός στο Ηράκλειο.
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Οι παρουσιάσεις είναι των ίδιων των αναγνωστών, εκείνων ακριβώς για τους οποίους γράφτηκε το βιβλίο. Είναι γραμμένες από αναγνώστες και απευθύνονται σε αναγνώστες. Και αυτό τις κάνει πιο προσωπικές, πιο προσιτές και πιο ανθρώπινες. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας στο [email protected].
