ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Το δίκαιον ουκ άλλο τι ή του κρείττονος ξυμφέρον», είχε πει ο Πλάτωνας. Το δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρού, και πόσες φορές δεν βλέπουμε αυτό το απόφθεγμα να επιβεβαιώνεται, καταβαραθρώνοντας το κύρος της Δικαιοσύνης γενικά, και της ελληνικής ειδικότερα;

Ομως, σε κάθε κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Η αρεοπαγίτης Mαρία Λεπενιώτη, η πρόεδρος στη δίκη της Χρυσής Αυγής, αποκατάστησε, με την απόφασή της, το κύρος της ελληνικής δικαιοσύνης, αποδεικνύοντας, πως, ναι, ενίοτε, η Δικαιοσύνη είναι τυφλή, είναι αδέκαστη, δεν κρυφοκοιτάζει κάτω από τον επίδεσμο, δεν αλληθωρίζει προς τη μεριά των πλουσίων και των ισχυρών, και ξέρει να χρησιμοποιεί και το σπαθί, όταν χρειαστεί.

Από πού όμως προέρχεται αυτή η εικόνα της Δικαιοσύνης ως μιας νέας, αυστηρής γυναίκας, που έχει τα μάτια της δεμένα, και κρατά ένα σπαθί στο δεξί και μια ζυγαριά στο αριστερό της χέρι;

Αυτή η προσωποποίηση της Δικαιοσύνης είναι ρωμαϊκή επινόηση. Είναι η θεά Justitia, ή Iustitia, που, ως ουσιαστικό, σημαίνει στα λατινικά «νομιμότητα, ισότητα» , από το επίθετο iustus (δίκαιος, ορθός), από την οποία προήλθε η αγγλική λέξη justice. Αυτή η Γιουστίτια, ή Τζιουστίσια, εισήχθη στο ρωμαϊκό πάνθεον από τον αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο, συνεπώς δεν είναι και τόσο παλιά όσο οι… αθάνατοι συνάδελφοί της.

Να θυμίσουμε πως ο πρώτος αυτοκράτορας της Ρώμης, που κυβέρνησε από το 27 π.Χ. μέχρι τον θάνατό του το 14 μ.Χ., εκτιμούσε την αρετή της Δικαιοσύνης, καθώς και την προσωποποίησή της, κάτι που πέρασε και στους διαδόχους του. Ο Τιβέριος έκτισε ναό προς τιμήν της, ενώ ο Βεσπασιανός, για να συνδεθεί και το δικό του όνομα με την αρετή της Δικαιοσύνης έκοψε νομίσματα με τη μορφή της θεάς Iustitia Augusta καθισμένης σε θρόνο.

Ωστόσο, η ιδέα της θεάς Δίκης που κρατά ζυγαριά για να ζυγίζει τις πράξεις του ανθρώπου δεν είναι ρωμαϊκή. Οπως περιγράφεται στη Βίβλο των Νεκρών, η θεά των Αιγυπτίων Μάατ κρατούσε ένα ζυγό, στον έναν δίσκο του οποίου έμπαινε η ανθρώπινη καρδιά, ενώ στον άλλο ισορροπούσε το φτερό της αλήθειας. Πριν περάσουμε στις ελληνικές θεότητες που ενσωμάτωναν την ιδέα της δικαιοσύνης, τη Θέμιδα και την θυγατέρα της, τη Δίκη, να πούμε πως η νεαρή, σοβαρή γυναίκα με τη ζυγαριά και σπαθί δεν ήταν πάντα τυφλή. Η ρωμαϊκή Τζουστίσια έβλεπε μια χαρά, όπως και όλες οι κατοπινές αναπαραστάσεις της Δικαιοσύνης, μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, όταν προσετέθη ο επίδεσμος, το μαντίλι στα μάτια.

Η πρώτη γνωστή Τυφλή Δικαιοσύνη, (που οι Αγγλοσάξονες την ονομάζουν και «Lady Justice», δηλαδή «Κυρά Δικαιοσύνη») είναι το άγαλμα που την αναπαριστά, στο περίφημο συντριβάνι Gerechtigkeitsbrunnen, που σημαίνει «πηγή της δικαιοσύνης», στη Βέρνη, έργο του Ελβετού αναγεννησιακού γλύπτη Hans Gieng. Το μαντίλι στα μάτια της εγγυάται την αμεροληψία – έτσι το δίκαιο αποδίδεται αντικειμενικά, χωρίς η Κυρά Δικαιοσύνη να επηρεαστεί από τον πλούτο ή την ισχύ του κρινομένου ανθρώπου.

Το ξίφος συμβολίζει την αποφασιστικότητα της Δικαιοσύνης να τιμωρήσει αυτόν που πρέπει, ενώ στον έναν δίσκο της ζυγαριάς μπαίνουν οι αποδείξεις που προσκομίζει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, και στον άλλο τα στοιχεία της κατηγορούσας αρχής. Επιπλέον, ο δίσκος είναι στον αέρα, τον κρατά η Κυρά στο χέρι, δηλαδή δεν στηρίζεται πουθενά, δεν έχει σταθερή βάση, γιατί οι αποδείξεις περί της ενοχής ή της αθωότητας του υπό κρίσιν ανθρώπου πρέπει να στηρίζονται από μόνες τους…

Πάντως, για να έρθουμε και στα δικά μας, η προσωποποίηση της Δικαιοσύνης, η θεά Δίκη, η κόρη του Δία και της Θέμιδας, και αδελφή της Ειρήνης και της Ευνομίας, κρατούσε μια ζυγαριά – μάλλον από αυτή εμπνεύστηκαν οι Ρωμαίοι. Είναι διαδεδομένη η έκφραση «θεία δίκη»: είναι η θεϊκής προελεύσεως τιμωρία, και λέγεται για όσους υφίστανται δεινά, αφού έχουν διαπράξει αδικίες. Επίσης είναι γνωστή και η ρήση του Μενάνδρου, του αρχαίου ποιητή του 4ου π.Χ. αιώνα: «Εστι δίκης οφθαλμός, ός τα πανθ’ ορά», δηλαδή το μάτι της δικαιοσύνης βλέπει τα πάντα, οπότε καμία αδικία δεν μένει ατιμώρητη. Μακάρι να ίσχυε έστω και η μία από τις δύο προτάσεις…

Η λέξη «δίκη» παράγεται από το αρχαίο δείκνυμι, δηλαδή δείχνω. Ο Ομηρος χρησιμοποιούσε τη λέξη με τη σημασία του κανόνα, της συνήθειας. Πάντως, η δίκη αφορά την ανθρώπινη δικαιοσύνη, ενώ η Θέμις, η μητέρα της θεάς Δίκης, περιέγραφε επίσης και τη θεία Δικαιοσύνη, τον τρόπο εφαρμογής των θεϊκών αποφάσεων, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Η θεά Θέμιδα ανήκε στους Τιτάνες, τα παιδιά του Ουρανού και της Γαίας. Προσωποποιούσε την ιδέα της πατροπαράδοτης τάξης και του δικαίου, και μεταφορικά της Δικαιοσύνης. Ηταν η θεά της απαρασάλευτης φυσικής και ηθικής τάξης – άλλωστε το ίδιο το όνομά της, το αρχαιότατο όνομα Θέμις (te-mi στα μηυκηναϊκά), προέρχεται από το τίθημι, και αρχικά προσδιόριζε τα νομικά όρια, τους περιορισμούς που τίθενται από το θεϊκό δίκαιο. Κόρες της ήταν επίσης οι Μοίρες, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Ατροπος, που εκπροσωπούσαν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου. Να πούμε πως ακόμα και οι θεοί του Ολύμπου υπάκουαν στο δίκαιο που αντιπροσώπευε η Θέμιδα – ήταν ανώτερο από τη βούλησή τους.

Τώρα βέβαια, στις μέρες μας, οι σύγχρονοι «θεοί» ασελγούν συστηματικά επί της Κυράς Δικαιοσύνης, με το χρυσάφι τους να βαραίνει στο ένα δίσκο της ζυγαριάς περισσότερο από την ενοχή τους στον απέναντι, ενώ η πολιτική και κοινωνική τους δύναμη είναι μια πανοπλία αδιαπέραστη από το σπαθί της Τυφλής Δικαιοσύνης. Την ίδια στιγμή, οι «πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην», που έλεγε και ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ναι μεν είναι μακάριοι, αλλά θα χορτασθούν σε κάποιον άλλο κόσμο, στη Βασιλεία των Ουρανών, πάντως όχι σ’ αυτόν τον καιρό και σ’ αυτόν τον τόπο, όπου μία τίμια δικαστής, όπως η Μαρία Λεπενιώτη, δεν φέρνει την άνοιξη.