ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Παπαδόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ευδοκία αφηγείται στην Εύα, που έχει το ένα τρίτο των χρόνων της. Αφηγείται πράγματα που θέλει η ίδια να πει και πράγματα που η Εύα ζητάει να μάθει. Η προσφυγιά, οι παράγκες, οι φυλακές, τα Βούρλα, οι εξόριστοι ή φυλακισμένοι, η Δραπετσώνα, οι αποδράσεις, το κράτος και οι παρατρεχάμενοί του. Η Εύα ακούει και βάζει παράλληλα τα δικά της κομμάτια στην ιστορία: τη ζωή στον Θεσσαλικό κάμπο, τη μάνα που έφυγε νωρίς, τον πατέρα, την κρυφή φιλία του με τον πλάνητα Τάκη, το τσιγγανάκι που γνώρισε η ίδια, τις σπουδές στην Αγγλία, την αντιπάθεια της γιαγιάς για τον πατέρα της. Προσπαθεί να συνθέσει, πρέπει η ζωή της με κάποιο τρόπο να ακουμπήσει πάνω στο αφήγημα της ενενηντάχρονης για να βγει ένα συμπέρασμα, να υπάρξει μια εξήγηση, να έρθει μια λύση, αν όχι λύτρωση.

Σκληρός ο λόγος της Ευδοκίας, αλλά λόγος. Πράγματα που πρέπει να ειπωθούν και λέγονται γυμνά, χωρίς φτιασίδια.

«Σφιχταγκαλιασμένες οι παράγκες. Η μια δίπλα στην άλλη. Η μια πάνω στην άλλη. Με ό,τι βρέθηκε τις φτιάξαμε. Οπου βρεθήκαμε τις στήσαμε. Σαν τάφοι ομαδικοί ήτανε. Χωρίς σταυρό».

Παρά τη νότα αισιοδοξίας που αφήνει στο τέλος του το βιβλίο, αν κάτι μένει έντονα από το «Ικλι Αβρίκ» σαν γεύση, αυτό είναι η πίκρα που διαχέεται στο μυαλό σου για μέρες: για όλα όσα έγιναν, για όλα όσα επαναλαμβάνονται και, κυρίως, για τον φόβο πως όλα μπορεί να ξανασυμβούν, αν δεν ξανασυμβαίνουν ήδη:

«Είναι το χαμόγελο του ανθρώπου που λυπάται για την κατάντια σου και νιώθει τυχερός που η μοίρα δεν τον έριξε εκεί που είσαι».

Και παρακάτω, η παρουσία των ίδιων αφανών κριτών της ζωής όλων μας:

«Τώρα το θέμα ήταν οι Τσιγγάνοι, που ’γιναν ξαφνικά γείτονες στα σπιτικά τους. Αλλη φορά ήταν η Τούλα που γλυκοκοίταξε κάποιον στην εκκλησία, η Ντίνα που δεν είναι τόσο νοικοκυρά, η Μαρία που δεν θέλησε να παντρευτεί αυτόν που της φέρανε».

Οι χώροι του βιβλίου χτίζουν τους ήρωες, επιδρούν πάνω τους, τους διαμορφώνουν. Μια πλατιά αφήγηση του Θεσσαλικού κάμπου που μέσα του η Εύα δείχνει όσο μικρή είναι στα δέκα της («Οι καλαμιές, τα κουφόξυλα, το μαλκότσι, τ’ αστέρια, το φεγγάρι, τα χωράφια, τα σπίτια πέρα μακριά όλα γίνονταν ένα. Το ένα μέσα στ’ άλλο, μια ενιαία εικόνα, ρευστή»). Μια πνιγηρή αφήγηση της πόλης όπου ο Γιώργος ασφυκτιά («Στην Αθήνα μόνη του παρηγοριά οι νεραντζιές. Παράδοξα της φύσης. Αυτά τα δεντράκια που ασφυκτιούν ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων»). Μια περιγραφή της στενόχωρης κουζίνας όπου μέσα κει πρόσωπο με πρόσωπο (αναγκαστικά) μαθαίνει όσα ήθελε (ή δεν ήθελε) να μάθει («Βάζω το μπρίκι στη φωτιά. Μη στέκεσαι, Εύα. Κάτσε. Ανοιξε πρώτα λίγο το παράθυρο»).

Αμα το σκάει άνθρωπος πολύ το χαίρομαι. Οχι μόνο άμα το σκάει από φυλακή. Απ’ όπου κι αν το σκάει. Αμα το σκας, πάει να πει φυλακή ήταν εκεί που ήσουν

Η συγγραφέας σε κάθε σελίδα φέρνει κοντά, κατάφατσα, το περιβάλλον, τον χώρο που μαζί του κουβαλάει τον χρόνο που του αναλογεί. Ο χρόνος κρέμεται πάνω στους χαρακτήρες που πλάθει η Νταφούλη, μεταφέρεται ζωντανός στο παρόν, κουβαλιέται στις πλάτες τους, τους κατευθύνει. Κι ενώ όσοι καταφεύγουμε στη λογοτεχνία γνωρίζουμε ότι στην ουσία προσπίπτουμε σε ένα ψέμα και θέλουμε να αφεθούμε να πιστεύουμε πως οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι υπαρκτοί, εδώ το πράγμα γίνεται από μόνο του. Δεν είναι τόσο τα γεγονότα στα οποία συμμετείχαν ή οι καταστάσεις τις οποίες ζουν και μας τους κάνουν να δείχνουν οικείοι (πολλά από αυτά εξάλλου ακούγονται σαν παραμύθι), δεν είναι το ότι σχεδόν ακούμε την ανάσα τους, τον ήχο του κλειδιού στην πόρτα, τη διαφυγή αερίου πριν ανάψει το γκαζάκι, όσο οι αντιδράσεις, η στάση, η ψυχολογία τους, που μας θυμίζουν εμάς τους ίδιους· το ψέμα γίνεται πιστευτό, η παραδοξότητα της λογοτεχνίας, ευτυχώς, επαληθεύεται.

Οι ήρωες τρέχουν παράλληλα ο ένας προς τον άλλο και ο καθένας προς τον εαυτό του, αλλά η αφήγηση της Ευδοκίας τούς φέρνει όλους κοντά, τους μαζεύει, αιτιολογεί τις σχέσεις τους. Ο λόγος της, σαν γλώσσα, είναι ο άξονας, και παράλληλα γίνεται ο λόγος της ύπαρξης του βιβλίου.

Από αυτόν τον λόγο ξεκινάει και σ’ αυτόν τελειώνει το βιβλίο.

Η Νταφούλη δεν προσπαθεί να συγκινήσει, περνάει με απλό τρόπο από τη μια εικόνα στην άλλη. Προσπαθεί να πει τα πάντα, να περιγράψει τα πάντα, να μιλήσει για όλα. Ο χρόνος πιέζει, ο χρόνος κρέμεται πάνω στους ήρωες, ο χρόνος τελειώνει, το βιβλίο βράζει, αναστατώνεται διαρκώς, μοιάζει τίποτε να μην πηγαίνει (να μην μπορεί να πάει) καλά.

Αν ήθελα να απαντήσω για το ποια νομίζω πως ήταν η αφορμή που γράφτηκε το βιβλίο, θα έλεγα ο θυμός.

Ο γυναικείος θυμός για το ανεκπλήρωτο, το ανεπίδοτο της ζωής, όταν τελικώς ανακαλύπτει ότι το να αντιστέκεσαι γίνεται το ίδιο νόημα της ζωής, που αυτό όμως, τελικώς, δεν φτάνει.

Η συγγραφέας αφήνει χώρο για να χωθεί ο αναγνώστης, να αποδώσει στους ήρωες οικεία χαρακτηριστικά, να κρατήσει τον ρυθμό που εκείνος θέλει, πράγμα που κάνει το «Ικλι Αβρίκ» ευκολοδιάβαστο – και αυτό σήμερα, που γίνεται όλο και δυσκολότερο το να βρούμε ένα βιβλίο που πάνω του θα αγκιστρωθούμε, είναι κάτι σημαντικό.

Αν δεχτούμε ότι ο κάθε συγγραφέας επιλέγει εμμέσως το κοινό του τόσο με το θέμα όσο και με τον τρόπο γραφής που επιλέγει, τότε το ότι η Νταφούλη αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα του να εμπλέξει στη διαδικασία της ανάγνωσης ακόμη και ένα κοινό πέρα από εκείνο στο οποίο έχει στοχεύσει, είναι ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα και, ταυτοχρόνως, μια υποχρέωση για αυτό που μπορεί να ακολουθήσει.

*Βιβλιοφάγος και συγγραφέας: «Κάτι το τραγικόν» εκδ. Μωβ Σκίουρος και διηγήματα στο συλλογικό «Χάρτινα ποδήλατα» Εκδόσεις των Συναδέλφων